Η AfD και οι ψηφοφόροι που επιστρέφουν στην κάλπη για να τιμωρήσουν το σύστημα
Υπάρχει μια μεγάλη πολιτική παρεξήγηση που μπορεί να αποδειχθεί μοιραία για τα παραδοσιακά αστικά κόμματα: ότι ο πολίτης που απομακρύνεται από την κάλπη έχει πάψει να ενδιαφέρεται για την πολιτική. Συχνά συμβαίνει το αντίθετο. Έχει πάψει να πιστεύει ότι η πολιτική ενδιαφέρεται για εκείνον. Και αυτή η διαφορά είναι τεράστια.
Η αποχή και η «γκρίζα ζώνη» του εκλογικού σώματος έχουν αποκτήσει πλέον τέτοιο μέγεθος ώστε δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως στατιστικός θόρυβος. Σε πρόσφατες αλλά και παλαιότερες μετρήσεις, ένα σημαντικό τμήμα των πολιτών δηλώνει ότι δεν ξέρει, δεν απαντά ή δεν σκοπεύει να ψηφίσει. Στην Ελλάδα, μάλιστα, η αποχή έχει εδώ και χρόνια πάρει μεγάλες διαστάσεις και στις πραγματικές κάλπες.
Η γερμανική εμπειρία προσφέρει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον παράδειγμα. Η AfD δεν αναπτύσσεται μόνο μέσα από την παραδοσιακή δεξαμενή της δεξιάς και των συντηρητικών στρωμάτων. Η πρόσφατη εκλογική της δυναμική, από τη Σαξονία-Άνχαλτ έως το Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, δείχνει ότι μπορεί να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια απέναντι στο πολιτικό σύστημα σε ενεργό εκλογική συμμετοχή.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της συζήτησης για την άκρα δεξιά: δεν χρειάζεται να πείσει όλους τους πολίτες για όλα. Αρκεί να πείσει εκείνους που αισθάνονται ότι κανείς δεν τους ακούει πως τουλάχιστον κάποιος τούς βλέπει. Το σύνθημα είναι απλό: «Όταν οι άλλοι αδιαφορούν για εσένα, εμείς ενδιαφερόμαστε».
Ο πολίτης που εγκαταλείπει την κάλπη δεν εξαφανίζεται
Για χρόνια, η πολιτική ανάλυση αντιμετωπίζει την αποχή σχεδόν σαν φυσικό φαινόμενο. Κάποιοι εργάζονται, κάποιοι λείπουν, κάποιοι απογοητεύονται, κάποιοι δεν βρίσκουν κάτι να τους εκφράζει. Έτσι, ο απών ψηφοφόρος καταλήγει να θεωρείται περίπου «χαμένος» για όλους.
Αυτό είναι το λάθος.
Ο άνθρωπος που δεν ψηφίζει σήμερα μπορεί να ψηφίσει αύριο. Και όταν επιστρέψει, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα αναζητήσει το κόμμα που βρίσκεται πιο κοντά στις παλιές του πολιτικές προτιμήσεις. Μπορεί να αναζητήσει εκείνον που θα του εξηγήσει με τον πιο καθαρό τρόπο γιατί αισθάνθηκε εγκαταλελειμμένος.
Η αποχή, επομένως, δεν είναι μόνο πρόβλημα συμμετοχής. Είναι και πρόβλημα πολιτικής εκπροσώπησης.
Όσο περισσότερο ένα κόμμα μιλά αποκλειστικά στους ήδη πολιτικοποιημένους, τόσο περισσότερο αφήνει χώρο σε άλλους να μιλήσουν σε εκείνους που έχουν αποσυρθεί.
Η AfD κατάλαβε κάτι που τα παραδοσιακά κόμματα δυσκολεύονται να δουν
Η επιτυχία της AfD στη Γερμανία δεν εξηγείται με μία μόνο μεταβλητή. Ούτε η οικονομία, ούτε η μετανάστευση, ούτε η ανασφάλεια, ούτε η κρίση εμπιστοσύνης αρκούν από μόνες τους.
Το πολιτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς στη σύνθεση αυτών των διαφορετικών αισθημάτων σε ένα ενιαίο αφήγημα. Ανασφάλεια, αδικία, εγκατάλειψη, πολιτική αποξένωση και αίσθηση ότι «οι άλλοι αποφασίζουν για εμάς» μπαίνουν στο ίδιο κάδρο.
Αυτό είναι πολύ πιο ισχυρό από μια απλή καταγραφή προβλημάτων.
Ο πολίτης δεν χρειάζεται μόνο να ακούσει ότι το ενοίκιο είναι ακριβό, ότι η ενέργεια κοστίζει, ότι η βιομηχανία πιέζεται ή ότι η μετανάστευση δημιουργεί εντάσεις. Χρειάζεται κάποιος να του πει ποιος ευθύνεται, γιατί συνέβησαν όλα αυτά και —κυρίως— γιατί ο ίδιος αισθάνεται ότι έχασε τον έλεγχο της ζωής του.
Η AfD επιχειρεί να δώσει αυτή την απάντηση με τρόπο πολιτικά επιθετικό και συνεκτικό. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εξήγησή της είναι σωστή. Σημαίνει ότι έχει καταφέρει να συνδέσει διαφορετικές ανασφάλειες και φόβους σε ένα αφήγημα πολιτικής ταυτότητας.
Το πραγματικό κενό δεν βρίσκεται στην κάλπη αλλά ανάμεσα στην κοινωνία και τα κόμματα
Υπάρχει και μια δεύτερη παράμετρος που συχνά υποτιμάται: η οργάνωση.
Εκεί όπου η κοινωνία των πολιτών, οι συλλογικότητες, τα κινήματα και τα κόμματα έχουν μικρότερη οργανωτική παρουσία, ο πολίτης μένει περισσότερο μόνος απέναντι στα προβλήματά του. Και ο μόνος που θα εμφανιστεί να του μιλήσει μεθοδικά, επίμονα και καθημερινά μπορεί τελικά να αποκτήσει δυσανάλογη επιρροή.
Η πολιτική δεν κερδίζεται μόνο την προεκλογική περίοδο. Χτίζεται στις γειτονιές, στα κοινωνικά δίκτυα, στους χώρους εργασίας, στις τοπικές κοινωνίες, στις μικρές οργανώσεις, στις καθημερινές σχέσεις.
Αν τα παραδοσιακά κόμματα αποσύρονται από αυτούς τους χώρους, δεν σημαίνει ότι οι χώροι παύουν να υπάρχουν. Σημαίνει ότι κάποιος άλλος μπορεί να τους καταλάβει.
Και αυτό είναι ένα από τα μαθήματα της γερμανικής πολιτικής: η εκλογική άνοδος της AfD συνδέεται πλέον με μια βαθύτερη κρίση σχέσης ανάμεσα στους πολίτες και το πολιτικό σύστημα. Πρόσφατη έρευνα που καταγράφηκε στη Γερμανία δείχνει σημαντική δυσαρέσκεια για τον τρόπο λειτουργίας της δημοκρατίας, ιδιαίτερα στην ανατολική χώρα και μεταξύ των ψηφοφόρων της AfD.
Η Ελλάδα δεν είναι Γερμανία, αλλά το προειδοποιητικό σήμα είναι κοινό
Οι ελληνικές και οι γερμανικές πολιτικές συνθήκες δεν είναι ίδιες. Δεν υπάρχει λόγος να αντιγράφουμε μηχανικά γερμανικά εκλογικά μοντέλα ή να θεωρούμε ότι κάθε αύξηση της αποχής οδηγεί αυτομάτως στην ακροδεξιά.
Υπάρχει, όμως, ένας κοινός μηχανισμός που αξίζει προσοχής: όταν ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας αισθάνεται ότι δεν εκπροσωπείται, η πολιτική του συμπεριφορά γίνεται περισσότερο απρόβλεπτη.
Μπορεί να απέχει. Μπορεί να μετακινείται από κόμμα σε κόμμα. Μπορεί να στηρίζει ένα νέο πολιτικό σχήμα. Και μπορεί, όταν επιστρέψει στην κάλπη, να επιλέξει μια δύναμη που μέχρι χθες θεωρούσε ακραία ή περιθωριακή.
Γι’ αυτό και το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσοι θα ψηφίσουν στις επόμενες εκλογές. Είναι ποιος θα καταφέρει να μιλήσει σε αυτούς που σήμερα δεν θέλουν να ακούσουν κανέναν.
Η αποχή μπορεί να γίνει η μεγάλη πολιτική δεξαμενή της επόμενης κάλπης
Τα κόμματα έχουν συνηθίσει να μετρούν τους δικούς τους ψηφοφόρους. Να κοιτούν τις μετακινήσεις από τη μία κομματική δεξαμενή στην άλλη. Να αναλύουν τις ηλικίες, τα επαγγέλματα και τις γεωγραφικές περιοχές.
Ίσως χρειάζεται να κοιτάξουν περισσότερο εκείνους που δεν εμφανίζονται καθόλου στους πίνακες της πρόθεσης ψήφου.
Γιατί εκεί μπορεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη πολιτική μεταβλητή.
Ο πολίτης που απείχε για χρόνια δεν είναι κατ’ ανάγκην αδιάφορος. Μπορεί να είναι θυμωμένος. Μπορεί να αισθάνεται αόρατος. Μπορεί να θεωρεί ότι όλες οι πολιτικές δυνάμεις είναι ίδιες. Και μπορεί να περιμένει έναν λόγο αρκετά απλό ώστε να μετατρέψει την απογοήτευση σε πράξη.
Αν αυτόν τον λόγο δεν τον δώσουν τα δημοκρατικά κόμματα, είναι πιθανό να τον δώσει κάποιος άλλος.
Το πραγματικό στοίχημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς να πειστούν οι πολίτες να επιστρέψουν στην κάλπη. Είναι να ξαναβρούν έναν λόγο για τον οποίο αξίζει να αισθάνονται ότι η πολιτική τούς αφορά.
Γιατί όταν η πολιτική αφήνει επί χρόνια έναν πολίτη μόνο του, δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι, όταν εκείνος επιστρέψει, θα επιστρέψει και για εκείνη.






