Great Sea Interconnector: Αντίστροφη μέτρηση για τις έρευνες και το νέο τεστ με την Άγκυρα
Η έκδοση της ελληνικής NAVTEX, που αναμένεται σήμερα, Παρασκευή 6 Νοεμβρίου, αποτελεί το τελευταίο ουσιαστικό βήμα για την επανεκκίνηση των ερευνών του Great Sea Interconnector (GSI), της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου. Το γαλλικής σημαίας ερευνητικό πλοίο Abeille Marengo βρίσκεται στο Ηράκλειο από τις 27 Οκτωβρίου και περιμένει το πράσινο φως για να επιστρέψει στην περιοχή ανοικτά της Κάσου, όπου οι εργασίες είχαν διακοπεί το καλοκαίρι του 2024 μετά την τουρκική παρέμβαση.
Η Αθήνα θέλει να προχωρήσει χωρίς νέα αναβολή, έχοντας εξασφαλίσει τη γαλλική συμμετοχή και την ευρωπαϊκή πολιτική διάσταση του έργου. Το μεγάλο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει η αντίδραση της Άγκυρας και κυρίως το εάν θα επιχειρήσει να αμφισβητήσει στην πράξη την ελληνική αρμοδιότητα αδειοδότησης των ερευνών.
Η συγκυρία έχει ιδιαίτερη σημασία. Η Τουρκία ετοιμάζεται να φιλοξενήσει την COP31 στην Αττάλεια, από τις 9 έως τις 20 Νοεμβρίου, με τη συμμετοχή ηγετών, μεταξύ των οποίων και στις 11 και 12 Νοεμβρίου. Η εκτίμηση στην Αθήνα είναι ότι η Άγκυρα δύσκολα θα επιλέξει μια νέα κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο σε μια περίοδο κατά την οποία θέλει να εμφανιστεί ως αξιόπιστος διεθνής συνομιλητής.
Η επανεκκίνηση του έργου συνδέεται πλέον άμεσα με την ευρύτερη αντιπαράθεση για τις θαλάσσιες ζώνες, το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τις ενεργειακές ισορροπίες στην περιοχή. Το προηγούμενο της Κάσου παραμένει καθοριστικό, όπως και η πρόσφατη κινητικότητα της Τουρκίας γύρω από τις έρευνες για το υποθαλάσσιο καλώδιο οπτικών ινών EMC.
Η NAVTEX και η τελευταία διοικητική εκκρεμότητα
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η έκδοση της NAVTEX θα ακολουθήσει την ολοκλήρωση της διαδικασίας αδειοδότησης από την Επιτροπή Χορήγησης Αδειών Ερευνών Θαλάσσης (ΕΧΑΕΘ). Η σχετική εισήγηση αναμένεται να είναι θετική και στη συνέχεια θα απαιτηθεί η έγκριση του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη. Ο φάκελος θα διαβιβαστεί στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας και στην Υδρογραφική Υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού, προκειμένου να εκδοθεί η ναυτική οδηγία από τον αρμόδιο σταθμό του Ηρακλείου.
Στο μεταξύ, η Δ1 Επιτροπή του υπουργείου Εξωτερικών έχει ήδη επεκτείνει την άδεια που αφορά τις γαλλικές δραστηριότητες για το σύνολο του 2027. Η απόφαση αυτή αποτυπώνει το εύρος των εργασιών που απομένουν. Η επανέναρξη των βυθομετρήσεων δεν σημαίνει ότι το έργο περνά αυτομάτως στη φάση της κατασκευής. Προηγείται μια εκτεταμένη περίοδος ερευνών και τεχνικών εργασιών για την οριστικοποίηση της υποθαλάσσιας όδευσης.
Το Abeille Marengo, το οποίο πραγματοποιεί τις εργασίες για λογαριασμό της γαλλικής Nexans, βρίσκεται σε αναμονή στο Ηράκλειο. Οι έρευνες σχεδιάζεται να αρχίσουν από την περιοχή όπου είχαν σταματήσει τον Ιούλιο του 2024, ανοικτά της Κάσου, με την αρχική κίνηση του πλοίου να περιλαμβάνει και περιοχές εντός ελληνικών χωρικών υδάτων.
Το μήνυμα Γεραπετρίτη και τα επιχειρησιακά σχέδια
Η κυβέρνηση θέλει να καταστήσει σαφές ότι αυτή τη φορά δεν πρόκειται να επιτρέψει την επανάληψη του σκηνικού του 2024. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης έχει δηλώσει ότι η Αθήνα έχει προετοιμάσει όλα τα ενδεχόμενα σε περίπτωση τουρκικής παρεμπόδισης.
«Εμείς έχουμε έτοιμα όλα τα σενάρια. Και θέλω να σας πω ότι είναι πολύ προφανές ότι ο καθένας αναλαμβάνει το βάρος των πράξεών του. Εάν η Τουρκία επιχειρήσει να παρεμποδίσει, τότε θα βρει απέναντί της προφανώς την Ελλάδα», ανέφερε σε παρέμβασή του στον ΑΝΤ1.
Ο υπουργός υπογράμμισε ότι αντίστοιχη προετοιμασία υπάρχει από τη γαλλική εταιρεία και το γαλλικό Δημόσιο, ενώ υπενθύμισε ότι το έργο συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνεπώς, μια προσπάθεια παρεμπόδισης δεν θα αφορά μόνο τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά θα αποκτήσει και ευρωπαϊκή διάσταση.
Η γαλλική παρουσία θεωρείται από την Αθήνα σημαντικός παράγοντας αποτροπής. Η Meridiam, η οποία απέκτησε την πλειοψηφική συμμετοχή στο εταιρικό σχήμα του GSI τον Αύγουστο, και η Nexans, που έχει αναλάβει την κατασκευή του καλωδίου, αποτελούν πλέον τους δύο βασικούς γαλλικούς πυλώνες του έργου.
Το λεπτό ζήτημα της ενημέρωσης της Τουρκίας
Το σημαντικότερο διπλωματικό αγκάθι εξακολουθεί να είναι ο τρόπος με τον οποίο θα ενημερωθεί η Άγκυρα για την έναρξη των ερευνών. Η Τουρκία επιμένει ότι οι θαλάσσιες δραστηριότητες στην περιοχή πρέπει να είναι προηγουμένως συνεννοημένες και εξουσιοδοτημένες, ζητώντας γραπτή ενημέρωση με αναφορά στις εργασίες και στις γεωγραφικές συντεταγμένες τους.
Ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν είχε επαναφέρει το ζήτημα στις 21 Οκτωβρίου, σε συνέντευξή του στα «Νέα». Η τουρκική πλευρά υποστηρίζει ότι δεν αντιτίθεται στην ηλεκτρική διασύνδεση, αλλά δεν αποδέχεται την πραγματοποίηση ερευνών χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την Άγκυρα.
Η ελληνική θέση είναι διαφορετική και σαφής: η αρμοδιότητα αδειοδότησης ανήκει στην Αθήνα και δεν απαιτείται τουρκική άδεια ή έγκριση. Ο Γιώργος Γεραπετρίτης, πάντως, έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο άτυπης ενημέρωσης της Τουρκίας για την έξοδο του ερευνητικού πλοίου.
Η διάκριση είναι κρίσιμη. Μια ενημέρωση για την πραγματοποίηση μιας δραστηριότητας δεν συνεπάγεται αναγνώριση δικαιώματος έγκρισης ή συναίνεσης από την Άγκυρα. Ωστόσο, ειδικοί και στελέχη της αντιπολίτευσης προειδοποιούν ότι ακόμη και μια τέτοια κίνηση μπορεί να αξιοποιηθεί από την τουρκική διπλωματία ως ένδειξη αναγνώρισης ενός ρόλου που η Αθήνα επισήμως απορρίπτει.
Το ερώτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο το εάν θα υπάρξει ενημέρωση, αλλά ποιος θα την αναλάβει, με ποια διατύπωση και κυρίως με ποιο περιεχόμενο. Η Γαλλία έχει δικό της διπλωματικό δίαυλο με την Τουρκία και φαίνεται ότι επιχειρεί να διευκολύνει την επανεκκίνηση χωρίς να δημιουργηθεί προηγούμενο που θα περιπλέξει τη νομική και πολιτική θέση της Ελλάδας.
Η γαλλική διπλωματία και η κινητικότητα της Άγκυρας
Η συνάντηση της Γαλλίδας πρέσβειρας στην Άγκυρα, Ιζαμπέλ Ντιμόν, με τον υφυπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας Μεμέτ Κεμάλ Μποζάι αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη συγκεκριμένη συγκυρία. Δεν υπήρξαν επίσημες ανακοινώσεις για το περιεχόμενό της, ωστόσο η χρονική στιγμή της συνάντησης ενισχύει τις εκτιμήσεις ότι το Παρίσι επιχειρεί να διατηρήσει ανοικτούς τους διαύλους συνεννόησης.
Η γαλλική πλευρά έχει ευρύτερα συμφέροντα στην περιοχή και δεν περιορίζεται στο ζήτημα του καλωδίου. Για την Αθήνα, πάντως, η γαλλική εμπλοκή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα νέα δεδομένα σε σχέση με το καλοκαίρι του 2024.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία αναπτύσσει έντονη διπλωματική δραστηριότητα στον Κόλπο. Ο επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών ΜΙΤ Ιμπραχίμ Καλίν συναντήθηκε στο Αμπού Ντάμπι με τον αντιπρόεδρο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων Μανσούρ μπιν Ζαγιέντ, ενώ ο Χακάν Φιντάν είχε επαφές στην Άγκυρα με την πολιτική ηγεσία του Κατάρ.
Οι κινήσεις αυτές συνδέονται, σύμφωνα με εκτιμήσεις, και με την προσπάθεια της Τουρκίας να βρει διέξοδο στο ζήτημα των ρωσικών S-400 και να διατηρήσει ανοικτή την προοπτική επιστροφής στο πρόγραμμα των αμερικανικών F-35. Η Άγκυρα έχει, συνεπώς, λόγους να αποφύγει μια νέα διεθνή κρίση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εγκαταλείπει τις πάγιες διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο συντονισμός με την Κύπρο και ο κίνδυνος νέου πολέμου NAVTEX
Η επανεκκίνηση των ερευνών δεν αφορά μόνο την ελληνική πλευρά. Καθώς το ερευνητικό πρόγραμμα θα προχωρήσει προς την Κύπρο, απαιτείται αντίστοιχος συντονισμός με τη Λευκωσία για τις θαλάσσιες περιοχές που εμπίπτουν στην κυπριακή δικαιοδοσία.
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης έχει συζητήσει με τον Κύπριο ομόλογό του τις επόμενες κινήσεις και τις διαδικασίες για τη δέσμευση των αντίστοιχων περιοχών. Η έκδοση των σχετικών NAVTEX ενδέχεται να οδηγήσει σε νέα αντιπαράθεση με την Τουρκία, η οποία έχει ήδη δείξει ότι χρησιμοποιεί τις ανταγωνιστικές ναυτικές οδηγίες ως εργαλείο αμφισβήτησης των ελληνικών και κυπριακών θέσεων.
Το προηγούμενο του καλωδίου οπτικών ινών EMC έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι έρευνες για το συγκεκριμένο έργο πραγματοποιήθηκαν χωρίς την ίδια ένταση, παρά την τουρκική αντι-NAVTEX και τις διαφωνίες για τη θαλάσσια δικαιοδοσία. Αυτό δημιουργεί ένα προηγούμενο, αλλά δεν εξασφαλίζει ότι η Άγκυρα θα αντιμετωπίσει με τον ίδιο τρόπο το GSI.
Η διαφορά είναι ότι η ηλεκτρική διασύνδεση έχει πολύ μεγαλύτερο στρατηγικό βάρος. Δεν αφορά μόνο μια υποθαλάσσια τεχνική υποδομή, αλλά τη σύνδεση της Κύπρου με την ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και τη μελλοντική ενεργειακή αρχιτεκτονική της Ανατολικής Μεσογείου.
Ένα έργο σχεδόν δεκαετούς καθυστέρησης
Ο Great Sea Interconnector έχει πίσω του μια μακρά και περίπλοκη ιστορία. Με τις προηγούμενες ονομασίες και τις διαδοχικές αλλαγές στον σχεδιασμό του, η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου εκκρεμεί ουσιαστικά εδώ και σχεδόν μία δεκαετία.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναγνωρίσει τη στρατηγική σημασία του έργου και έχει διαθέσει περίπου 658 εκατ. ευρώ μέσω του μηχανισμού Connecting Europe Facility. Η διασύνδεση προβλέπεται να καλύψει απόσταση περίπου 898 χιλιομέτρων μεταξύ Κρήτης και Κύπρου, δημιουργώντας μια νέα ενεργειακή δίοδο για το νησί, το οποίο παραμένει το τελευταίο κράτος-μέλος της ΕΕ χωρίς ηλεκτρική διασύνδεση με άλλο κράτος της Ένωσης.
Η οικονομική διάσταση, ωστόσο, παραμένει ανοικτή. Η εκτίμηση του κόστους έχει ήδη δημιουργήσει προβληματισμό στην Κύπρο, ενώ η επικαιροποίηση της μελέτης βιωσιμότητας από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων αναμένεται να επηρεάσει τις επόμενες αποφάσεις για τη χρηματοδότηση και τη συμμετοχή των εμπλεκόμενων πλευρών.
Η είσοδος της Meridiam στο μετοχικό σχήμα τον Αύγουστο του 2026 αποτέλεσε σημαντική εξέλιξη, καθώς έφερε έναν ισχυρό γαλλικό επενδυτικό οργανισμό στη θέση του πλειοψηφικού μετόχου. Δεν εξαφανίζει, όμως, τις χρηματοδοτικές και γεωπολιτικές εκκρεμότητες.
Το κόστος της αναμονής και η πολιτική πίεση
Κάθε ημέρα καθυστέρησης έχει πλέον και άμεσο οικονομικό αντίκτυπο. Το Abeille Marengo βρίσκεται στο λιμάνι του Ηρακλείου από τις 27 Οκτωβρίου και το ημερήσιο κόστος ενός εξειδικευμένου ερευνητικού πλοίου αυτού του τύπου εκτιμάται, σύμφωνα με δημοσιευμένες εκτιμήσεις της αγοράς, ότι μπορεί να φτάνει τις 200.000 ευρώ.
Παράλληλα, η παρατεταμένη εκκρεμότητα επιβαρύνει το χρονοδιάγραμμα του έργου και δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα για τις εταιρείες που έχουν αναλάβει την υλοποίησή του.
Στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο, η κυβέρνηση δέχεται πιέσεις από την αντιπολίτευση, η οποία ζητά εξηγήσεις για τις καθυστερήσεις και τους χειρισμούς απέναντι στην Τουρκία. Το ζήτημα έχει αποκτήσει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς η επανέναρξη των ερευνών συνδέεται με την άσκηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και την αξιοπιστία της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η έκδοση της NAVTEX, εφόσον ολοκληρωθεί μέσα στην Παρασκευή ή το αμέσως επόμενο διάστημα, θα αποτελέσει το πρώτο ουσιαστικό βήμα για την επιστροφή του έργου σε τροχιά υλοποίησης. Δεν θα είναι, όμως, και το δυσκολότερο.
Η πραγματική δοκιμασία αρχίζει στη θάλασσα
Το καθοριστικό σημείο θα είναι η στιγμή που το Abeille Marengo θα εγκαταλείψει το Ηράκλειο και θα κινηθεί προς την περιοχή των ερευνών. Εκεί θα αποτυπωθεί η πραγματική στάση της Τουρκίας, πέρα από τις διπλωματικές διαβεβαιώσεις και τις δημόσιες δηλώσεις.
Η Αθήνα ποντάρει στη γαλλική συμμετοχή, στην ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και στη διεθνή συγκυρία για να περιορίσει τα περιθώρια μιας νέας τουρκικής παρέμβασης. Η Άγκυρα, από την πλευρά της, έχει κάθε λόγο να διατηρήσει ζωντανές τις διεκδικήσεις της, χωρίς απαραίτητα να επιλέξει αυτή τη φορά μια μετωπική σύγκρουση.
Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν η Ελλάδα και η Κύπρος θα μπορέσουν να προχωρήσουν ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό έργο χωρίς να δημιουργηθεί προηγούμενο τουρκικής συναίνεσης για δραστηριότητες στις θαλάσσιες περιοχές που θεωρούν ότι εμπίπτουν στη δικαιοδοσία τους. Και αυτή είναι μια δοκιμασία που δεν θα κριθεί στα διπλωματικά γραφεία, αλλά από όσα θα συμβούν τις επόμενες ημέρες στη θάλασσα.
Great Sea Interconnector: Το καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου και το κρίσιμο τεστ με τη NAVTEX
Τουρκικές παραβιάσεις: Αύξηση 44% τον Οκτώβριο ενόψει των ερευνών






