Η παρατεταμένη σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν και το αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις επαναφέρουν στο προσκήνιο τον μεγαλύτερο φόβο της ενεργειακής αγοράς: αν η διακοπή των ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ παραταθεί, τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου μπορούν να απορροφήσουν το σοκ ή η αγορά οδηγείται σε νέα εκτίναξη των τιμών;
Έχουν χαθεί 2,6 δισ. βαρέλια πετρελαίου
Η εικόνα στην αγορά πετρελαίου είναι πιο εύθραυστη από όσο δείχνουν οι τιμές. Η πολεμική σύγκρουση έχει ήδη αφαιρέσει περίπου 2,6 δισ. βαρέλια από την παγκόσμια προσφορά, σύμφωνα με υπολογισμούς που επικαλείται το Reuters, καθιστώντας τη διαταραχή μία από τις μεγαλύτερες που έχουν καταγραφεί ποτέ σε σωρευτικούς όρους.
Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί σε περίπου 25 ημέρες παγκόσμιας κατανάλωσης, εάν ως βάση ληφθεί η προπολεμική ζήτηση των περίπου 103 εκατ. βαρελιών ημερησίως.
Το πραγματικό έλλειμμα, ωστόσο, είναι μικρότερο, καθώς η ζήτηση έχει υποχωρήσει, μεταξύ άλλων και λόγω της επιβράδυνσης της κατανάλωσης στην Κίνα. Οι περισσότερες εκτιμήσεις τοποθετούν το ημερήσιο κενό περίπου στα 5 εκατ. βαρέλια, ενώ η Saudi Aramco υπολογίζει ότι οι απώλειες εφοδιασμού από τον Περσικό Κόλπο φθάνουν τα 11 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Η εικόνα επιβαρύνθηκε περαιτέρω τον Ιούλιο, όταν ουκρανικά drones προκάλεσαν διακοπή στον αγωγό CPC του Καζακστάν, μέσω του οποίου διακινούνται περίπου 1,8 εκατ. βαρέλια την ημέρα.
Τα στρατηγικά αποθέματα δεν είναι απεριόριστα
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας διαθέτει ένα από τα βασικά «μαξιλάρια ασφαλείας» της αγοράς. Τα κρατικά και εμπορικά αποθέματα που συνδέονται με τα μέλη του ανέρχονται συνολικά σε περίπου 1,5 δισ. βαρέλια.
Με ένα έλλειμμα της τάξης των 5 εκατ. βαρελιών την ημέρα, η ποσότητα αυτή θεωρητικά αρκεί για περίπου 300 ημέρες. Στην πράξη, όμως, τα εμπορικά αποθέματα δεν είναι διαθέσιμα κατά βούληση. Αφορούν σε μεγάλο βαθμό τις λειτουργικές ανάγκες των εταιρειών και των διυλιστηρίων.
Έτσι, το πραγματικό κρατικό απόθεμα περιορίζεται περίπου στα 900 εκατ. βαρέλια, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 180 ημέρες κάλυψης του σημερινού ελλείμματος.
Και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο: όσο παρατείνεται η διακοπή, τόσο μειώνεται το περιθώριο αντίδρασης της αγοράς.
Τα αμερικανικά αποθέματα στα χαμηλότερα επίπεδα εδώ και δεκαετίες
Ιδιαίτερη σημασία έχει η κατάσταση του αμερικανικού Στρατηγικού Αποθέματος Πετρελαίου (SPR), καθώς περίπου το ένα τρίτο των εναπομεινάντων κρατικών αποθεμάτων βρίσκεται στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τα αποθέματα του SPR έχουν υποχωρήσει σε επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί από τον Ιανουάριο του 1983, επί προεδρίας Ρόναλντ Ρέιγκαν.
Παράλληλα, έχει τεθεί ζήτημα και για τη δυνατότητα άντλησης του συνόλου των διαθέσιμων ποσοτήτων. Αμερικανικές αρχές έχουν προειδοποιήσει για επιδείνωση των υποδομών του SPR, ενώ εκτιμάται ότι περίπου το ένα τέταρτο των αποθεμάτων δεν είναι άμεσα διαθέσιμο.
Εάν τα πραγματικά προσβάσιμα αποθέματα περιορίζονται περίπου στα 200 εκατ. βαρέλια, τότε το αμερικανικό στρατηγικό απόθεμα θα μπορούσε να καλύψει μόλις 40 ημέρες ενός ελλείμματος 5 εκατ. βαρελιών ημερησίως.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το αργό
Η πίεση δεν περιορίζεται στο αργό πετρέλαιο. Τα αποθέματα ντίζελ και καυσίμων αεροσκαφών βρίσκονται κοντά στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας πενταετίας, γεγονός που περιορίζει ακόμη περισσότερο την αντοχή της αγοράς.
Οι πολεμικές επιχειρήσεις έχουν προκαλέσει ζημιές σε διυλιστήρια στη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία, πλήττοντας ιδιαίτερα την παραγωγή προϊόντων διύλισης.
Αυτό δημιουργεί έναν δεύτερο κίνδυνο. Ακόμη και αν υπάρχει διαθέσιμο αργό, δεν σημαίνει ότι υπάρχουν επαρκείς ποσότητες καυσίμων στις κατάλληλες περιοχές για να καλυφθεί η ζήτηση. Η διαθεσιμότητα διυλιστηρίων, οι μεταφορές και η γεωγραφική κατανομή των αποθεμάτων είναι εξίσου σημαντικές με τον συνολικό αριθμό των βαρελιών.
Η Κίνα διαθέτει το μεγάλο άγνωστο απόθεμα
Στην εξίσωση υπάρχει ένας παράγοντας που μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα: η Κίνα.
Το Πεκίνο δεν δημοσιοποιεί πλήρη στοιχεία για τα στρατηγικά και εμπορικά του αποθέματα. Εκτιμήσεις της Energy Aspects ανεβάζουν τα αποθέματα αργού περίπου στα 1,7 δισ. βαρέλια, ενώ άλλες εκτιμήσεις τα τοποθετούν χαμηλότερα, μεταξύ 1 και 1,7 δισ. βαρελιών.
Εάν η υψηλότερη εκτίμηση είναι κοντά στην πραγματικότητα, η Κίνα διαθέτει σημαντικό περιθώριο άμυνας. Τα αποθέματά της θα μπορούσαν να καλύψουν για σχεδόν έναν χρόνο τις προπολεμικές εισαγωγές της μέσω του Ορμούζ, οι οποίες έφθαναν περίπου τα 5,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Ωστόσο, το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος των παγκόσμιων αποθεμάτων βρίσκεται σε μία χώρα δεν σημαίνει ότι μπορεί αυτομάτως να διοχετευθεί στην παγκόσμια αγορά. Το Πεκίνο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει πόσο από αυτό το απόθεμα είναι διατεθειμένο να χρησιμοποιήσει.
Το Ορμούζ παραμένει ο κρίσιμος κόμβος
Στο επίκεντρο βρίσκεται το Στενό του Ορμούζ, από όπου υπό κανονικές συνθήκες διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.
Η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη διατυπώνουν πλέον αντικρουόμενες θέσεις για το ποιος έχει τον έλεγχο της στρατηγικής θαλάσσιας οδού. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν «απόλυτο έλεγχο», ενώ Ιρανοί αξιωματούχοι επιμένουν ότι το Ορμούζ βρίσκεται υπό τον έλεγχο και τη διαχείριση της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Το μήνυμα της Τεχεράνης είναι ότι η πλήρης επαναλειτουργία του Στενού συνδέεται με τις διαπραγματεύσεις και την εκπλήρωση των όρων που θεωρεί ότι έχουν συμφωνηθεί.
Αδιέξοδο στις συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν
Το πρόβλημα είναι ότι οι συνομιλίες δεν φαίνεται να οδηγούν σε άμεση λύση.
Πηγή με γνώση των διαπραγματεύσεων δήλωσε στο Reuters ότι δεν έχει σημειωθεί πρόοδος στις προσπάθειες αναβίωσης της προσωρινής συμφωνίας που είχε επιτευχθεί τον Ιούνιο. Η Τεχεράνη ζητά, μεταξύ άλλων, επιστροφή των ΗΠΑ στη συμφωνία και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των δεσμεύσεων.
Παράλληλα, οι δύο πλευρές αλληλοκατηγορούνται για παραβίαση της συμφωνίας, ενώ ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι αυτή έχει πλέον τελειώσει.
Η παράταση της αβεβαιότητας είναι αυτή που ανησυχεί περισσότερο τις αγορές. Γιατί κάθε ημέρα χωρίς πλήρη αποκατάσταση των ροών δεν σημαίνει απλώς μία ακόμη ημέρα χαμηλότερης προσφοράς. Σημαίνει και μία ακόμη ημέρα κατά την οποία καταναλώνονται τα αποθέματα ασφαλείας.
Η δεύτερη ενεργειακή κρίση αφορά το φυσικό αέριο
Η ίδια σύγκρουση δημιουργεί παράλληλα σοβαρό πρόβλημα στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου.
Στις 10 Αυγούστου, τα αποθέματα φυσικού αερίου της Ευρώπης βρίσκονταν μόλις στο 59% της χωρητικότητας, το χαμηλότερο εποχικό επίπεδο από το 2009.
Η συγκυρία είναι ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς η Ευρώπη πλησιάζει στην περίοδο κατά την οποία η κατανάλωση αυξάνεται κατακόρυφα για θέρμανση και ηλεκτροπαραγωγή.
Το Ορμούζ αποτελεί κρίσιμο πέρασμα και για το LNG. Οι περιορισμοί στις μεταφορές έχουν επηρεάσει ιδιαίτερα τις εξαγωγές του Κατάρ, ενός από τους μεγαλύτερους παραγωγούς υγροποιημένου φυσικού αερίου στον κόσμο.
Οι ασιατικοί αγοραστές, που είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στην απώλεια των φορτίων του Περσικού Κόλπου, ανταγωνίζονται πλέον την Ευρώπη για τις διαθέσιμες ποσότητες.
Η Ευρώπη έχει αποθέματα, αλλά όχι μεγάλο περιθώριο ασφαλείας
Οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης καλύπτουν συνήθως περίπου το 30% των χειμερινών αναγκών της και περισσότερο από το 50% κατά τις ψυχρότερες ημέρες.
Το πρόβλημα είναι ότι η φετινή περίοδος αναπλήρωσης ξεκίνησε από χαμηλότερη βάση.
Η Ευρώπη βγήκε από έναν δύσκολο χειμώνα με περιορισμένα αποθέματα και χρειάστηκε να αγοράσει μεγάλες ποσότητες για να αποκαταστήσει το ενεργειακό της «μαξιλάρι». Η αναταραχή στη Μέση Ανατολή ήρθε σε μια στιγμή κατά την οποία η αγορά δεν είχε ακόμη αποκαταστήσει πλήρως την άνεσή της.
Εάν οι εισαγωγές LNG παραμείνουν περιορισμένες, οι ευρωπαϊκές χώρες θα πρέπει να ανταγωνιστούν ακόμη πιο επιθετικά για τα διαθέσιμα φορτία. Αυτό μεταφράζεται σε υψηλότερες τιμές, όχι κατ’ ανάγκη σε φυσική έλλειψη καυσίμου.
Το δίλημμα των κυβερνήσεων
Οι κυβερνήσεις βρίσκονται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα.
Μπορούν να παρέμβουν για να ενισχύσουν τις αγορές φυσικού αερίου και να γεμίσουν τα αποθέματα τώρα, εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη ασφάλεια για τον χειμώνα. Όμως, εάν η κρίση αποκλιμακωθεί και οι τιμές υποχωρήσουν, θα έχουν αγοράσει ακριβό αέριο με κόστος που τελικά θα μετακυλιστεί στην οικονομία.
Από την άλλη πλευρά, η αναμονή εγκυμονεί τον κίνδυνο να χρειαστεί η Ευρώπη να αγοράσει πολύ ακριβότερα καύσιμα μέσα στον χειμώνα.
Η Ιταλία και η Ολλανδία έχουν ήδη λάβει μέτρα στήριξης της αποθήκευσης, ενώ η Γερμανία μέχρι σήμερα έχει αποφύγει αντίστοιχη παρέμβαση, θεωρώντας ότι η αγορά μπορεί να αναπληρώσει τα αποθέματα.
Το τέλος του πολέμου δεν θα έφερνε άμεση ενεργειακή ομαλοποίηση
Μία συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν και η επαναλειτουργία του Ορμούζ θα αποτελούσαν αναμφίβολα το ισχυρότερο σήμα αποκλιμάκωσης για τις αγορές.
Δεν θα έλυναν όμως το πρόβλημα από τη μία ημέρα στην άλλη.
Τα δεξαμενόπλοια χρειάζονται περίπου δύο εβδομάδες ή περισσότερο για να μεταφέρουν LNG από το Κατάρ προς τα ευρωπαϊκά λιμάνια. Παράλληλα, η παραγωγή στο Ras Laffan, τη μεγαλύτερη εγκατάσταση LNG στον κόσμο, έχει περιοριστεί από τις επιθέσεις.
Χρειάζεται επομένως χρόνος για να αποκατασταθεί όχι μόνο η ναυσιπλοΐα αλλά και η παραγωγή, η φόρτωση, η μεταφορά και η ασφαλιστική κάλυψη των φορτίων.
Το πραγματικό ρίσκο είναι ο χρόνος
Η ενεργειακή αγορά δεν αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή ένα πρόβλημα απόλυτης έλλειψης πετρελαίου ή φυσικού αερίου. Αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα χρόνου, διαθεσιμότητας και γεωγραφικής κατανομής των αποθεμάτων.
Υπάρχουν ακόμη μεγάλες ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο. Όμως δεν είναι όλες άμεσα διαθέσιμες, δεν βρίσκονται όλες στις σωστές αγορές και δεν μπορούν όλες να χρησιμοποιηθούν χωρίς πολιτικές ή οικονομικές συνέπειες.
Αυτό εξηγεί και τον κίνδυνο μιας απότομης μεταβολής στις τιμές. Όσο τα αποθέματα μειώνονται, τόσο μικραίνει το περιθώριο για ένα νέο σοκ.
Εάν το Ορμούζ παραμείνει ουσιαστικά κλειστό και οι συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν συνεχίσουν να βρίσκονται σε αδιέξοδο, η αγορά θα πλησιάζει σταδιακά σε ένα σημείο όπου οι διαθέσιμες ποσότητες δεν θα επαρκούν πλέον για να λειτουργήσει ως αποτελεσματικό «μαξιλάρι» ασφαλείας.
Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι πλέον πόσο πετρέλαιο υπάρχει στον κόσμο, αλλά πόσο από αυτό μπορεί να φτάσει εγκαίρως εκεί όπου χρειάζεται.




