Η συμφωνία του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για την επαναφορά ρωσικών ποσοτήτων ντίζελ στην αμερικανική και τη διεθνή αγορά ουσιαστικά “αδειάζει” τόσο τους Ευρωπαίους όσο και το Κίεβο.
Ο Αμερικανός πρόεδρος αναζητεί τρόπους να περιορίσει τις τιμές των καυσίμων ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου, ενώ η Μόσχα αποκτά τη δυνατότητα να ενισχύσει τα ενεργειακά της έσοδα, παρά τις κυρώσεις και τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία.
Ο Πούτιν διαβεβαίωσε τον Τραμπ, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας τους την Παρασκευή, ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να προμηθεύσει με πετρέλαιο και πετρελαϊκά προϊόντα τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις διεθνείς αγορές. Την ίδια στιγμή, ο Ρώσος αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Αλεξάντερ Νόβακ ανακοίνωσε ότι η Μόσχα μπορεί να αρχίσει να διαθέτει πρόσθετες ποσότητες ντίζελ από τον Οκτώβριο, με τις εξαγωγές να αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο.
Η εξέλιξη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή κρίση επιβαρύνει την αμερικανική οικονομία και προκαλεί πολιτικές πιέσεις στον Λευκό Οίκο. Παράλληλα, αναζωπυρώνει τη συζήτηση για τις επιπτώσεις των κυρώσεων στη Ρωσία και για το κατά πόσο η ενεργειακή πολιτική της Ουάσιγκτον μπορεί να συμβαδίσει με τον στόχο της οικονομικής αποδυνάμωσης της ρωσικής πολεμικής μηχανής.
Η εκλογική πίεση στον Τραμπ και το στοίχημα των καυσίμων
Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι Αμερικανοί ψηφοφόροι ετοιμάζονται να προσέλθουν στις κάλπες στις 3 Νοεμβρίου για τις ενδιάμεσες εκλογές, ενώ οι υψηλές τιμές των καυσίμων επιβαρύνουν την καθημερινότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Το ντίζελ έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στην αμερικανική οικονομία, καθώς χρησιμοποιείται ευρέως στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία και στη βιομηχανία. Η αύξηση του κόστους του μεταφέρεται στις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών, δημιουργώντας πρόσθετες πιέσεις στους καταναλωτές.
Ο Τραμπ επιχειρεί να παρουσιάσει τη συμφωνία με τη Μόσχα ως παρέμβαση που μπορεί να αυξήσει την προσφορά και να συγκρατήσει τις τιμές. Έχει ήδη αναζητήσει εναλλακτικές λύσεις, από την αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων μέχρι την προσωρινή χαλάρωση φορολογικών επιβαρύνσεων στα καύσιμα.
Ωστόσο, η επιστροφή ρωσικών ποσοτήτων στην αγορά δεν εγγυάται από μόνη της ουσιαστική αποκλιμάκωση των τιμών. Η διαθεσιμότητα των καυσίμων εξαρτάται από τη δυνατότητα παραγωγής των ρωσικών διυλιστηρίων, τις μεταφορές, τη ζήτηση και τις ευρύτερες αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Πόσο μπορεί να βοηθήσει το ρωσικό ντίζελ
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που συνοδεύουν την ανακοίνωση της συμφωνίας, η Ρωσία αναμένεται να διαθέσει περίπου 300.000 τόνους ντίζελ. Πρόκειται για ποσότητα που μπορεί να προσφέρει πρόσθετη τροφοδοσία στην αγορά, αλλά δεν αρκεί για να αλλάξει δραστικά τις ισορροπίες στην αμερικανική κατανάλωση.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες καταναλώνουν περίπου 3,6 εκατομμύρια βαρέλια ντίζελ ημερησίως. Επομένως, ακόμη και η διάθεση εκατοντάδων χιλιάδων τόνων δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αισθητή και διαρκή μείωση των τιμών στην αντλία.
Επιπλέον, η ρωσική παραγωγή αντιμετωπίζει προβλήματα εξαιτίας των ουκρανικών επιθέσεων σε διυλιστήρια και άλλες ενεργειακές εγκαταστάσεις. Οι επιθέσεις έχουν προκαλέσει ζημιές σε μονάδες επεξεργασίας και έχουν περιορίσει την παραγωγική δυνατότητα της Ρωσίας, ενώ η Μόσχα έχει λάβει μέτρα για να διασφαλίσει τον εφοδιασμό της εσωτερικής αγοράς.
Η κατάσταση περιπλέκεται από την κρίση στη Μέση Ανατολή και τις διαταραχές στις διεθνείς ενεργειακές ροές. Η πίεση στις αγορές δεν προέρχεται από έναν μόνο παράγοντα, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα μιας διμερούς συμφωνίας να επιφέρει γρήγορα αποτελέσματα.
Το Κρεμλίνο κερδίζει χρόνο και έσοδα
Για τη Μόσχα, η συμφωνία έχει σαφή οικονομική σημασία. Η δυνατότητα εξαγωγής περισσότερων ποσοτήτων ντίζελ δημιουργεί προϋποθέσεις για πρόσθετα έσοδα, σε μια περίοδο κατά την οποία οι δυτικές κυρώσεις αποσκοπούν στον περιορισμό των πόρων που διαθέτει η Ρωσία για τη συνέχιση του πολέμου.
Οι αναλυτές του Ινστιτούτου για τη Μελέτη του Πολέμου (ISW) εκτιμούν ότι η χαλάρωση των περιορισμών στις ρωσικές εξαγωγές καυσίμων μπορεί να ενισχύσει την οικονομική αντοχή του Κρεμλίνου. Τα πρόσθετα έσοδα θα μπορούσαν να στηρίξουν τη χρηματοδότηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, την ώρα που η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι επιδιώκει τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Η απόφαση δημιουργεί, επομένως, μια αντίφαση στην αμερικανική πολιτική. Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να μειώσει το κόστος της ενέργειας για τους Αμερικανούς καταναλωτές, αλλά ταυτόχρονα προσφέρει στη Ρωσία τη δυνατότητα να αυξήσει τις πωλήσεις ενός σημαντικού εξαγωγικού προϊόντος.
Η αντίφαση γίνεται εντονότερη αν ληφθεί υπόψη ότι μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα ο Τραμπ είχε υπογράψει νόμο που προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής νέων κυρώσεων και δασμών σε χώρες που εισάγουν ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Η αντίδραση Ζελένσκι και η πίεση προς το Κίεβο
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι χαρακτήρισε τη συμφωνία άδικη και ανέντιμη, υποστηρίζοντας ότι προσφέρει οικονομική ανάσα στη Ρωσία ενώ οι επιθέσεις κατά της Ουκρανίας συνεχίζονται. Από την πλευρά του Κιέβου, τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές αποτελούν έναν από τους βασικούς πόρους που επιτρέπουν στη Μόσχα να παρατείνει τον πόλεμο.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Axios, η απόφαση του Τραμπ συνδέεται με τη δυσαρέσκεια του Λευκού Οίκου για τις ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια. Αμερικανός αξιωματούχος υποστήριξε ότι ο Ουκρανός πρόεδρος αγνόησε επανειλημμένα αιτήματα της αμερικανικής κυβέρνησης να περιορίσει τα συγκεκριμένα πλήγματα, τα οποία, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, επιδεινώνουν τις ελλείψεις και τις πιέσεις στις τιμές των καυσίμων.
Η αμερικανική πλευρά θεωρεί ότι οι επιθέσεις σε διυλιστήρια επιβαρύνουν όχι μόνο τη Ρωσία, αλλά και τους Αμερικανούς καταναλωτές. Το Κίεβο, ωστόσο, αντιμετωπίζει τις ενεργειακές εγκαταστάσεις ως στρατηγικούς στόχους, καθώς η μείωση της ρωσικής παραγωγής και των εξαγωγών περιορίζει τα διαθέσιμα έσοδα της Μόσχας.
Η διαφωνία αφορά και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να προχωρήσουν οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου. Ο Ζελένσκι έχει δηλώσει ότι η Ουκρανία θα μπορούσε να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικές ενεργειακές υποδομές, εφόσον η Ρωσία δεσμευθεί αντίστοιχα να σταματήσει τα πλήγματα στο ουκρανικό ενεργειακό δίκτυο.
Ο Τραμπ, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, επιδίωκε μια μονομερή παύση των ουκρανικών επιθέσεων, εκτιμώντας ότι αυτό θα συνέβαλλε στην αποκλιμάκωση των τιμών. Η προσέγγιση αυτή προκαλεί ανησυχία στο Κίεβο, καθώς η Ουκρανία καλείται να περιορίσει ένα μέσο στρατιωτικής πίεσης χωρίς να έχει εξασφαλίσει αντίστοιχες δεσμεύσεις από τη Μόσχα.
Το παρασκήνιο των συνομιλιών στο Μαϊάμι
Το δημοσίευμα του Axios αναφέρει ότι πριν από την ανακοίνωση της συμφωνίας πραγματοποιήθηκαν συνομιλίες διάρκειας περίπου οκτώ ωρών στο Μαϊάμι, στις οποίες συμμετείχαν Αμερικανοί και Ουκρανοί αξιωματούχοι.
Στη διάρκεια των επαφών, η ουκρανική πλευρά ενημερώθηκε ότι ο Τραμπ επρόκειτο να συνομιλήσει με τον Πούτιν και να ανακοινώσει την άρση των περιορισμών στις ρωσικές εξαγωγές ντίζελ.
Στις συνομιλίες συμμετείχαν, σύμφωνα με τις πληροφορίες, οι απεσταλμένοι του Αμερικανού προέδρου Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ. Το Axios μετέδωσε ότι οι δύο άνδρες παρουσίασαν επίσης την προοπτική ενεργειακών συμφωνιών με τη Ρωσία, οι οποίες θα μπορούσαν να συμβάλουν στη μείωση των διεθνών τιμών και να δημιουργήσουν κίνητρα για διπλωματικές παραχωρήσεις από τη Μόσχα.
Υπήρξαν, παράλληλα, αναφορές για πιθανές προειδοποιήσεις προς την Ουκρανία σχετικά με τη συνέχιση της αμερικανικής υποστήριξης, μεταξύ άλλων στον τομέα των πληροφοριών. Αμερικανός αξιωματούχος διέψευσε ότι διατυπώθηκε απειλή διακοπής της πρόσβασης της Ουκρανίας σε αμερικανικές πληροφορίες.
Οι απεσταλμένοι του Τραμπ φέρονται να εξετάζουν επισκέψεις στη Μόσχα και στο Κίεβο για τη συζήτηση προτάσεων ειρήνης. Ωστόσο, η ένταση που προκάλεσε η συμφωνία για το ντίζελ περιπλέκει τις προσπάθειες και αναδεικνύει τις διαφορετικές προτεραιότητες των εμπλεκόμενων πλευρών.
Χωρίς δέσμευση Πούτιν για επανέναρξη των συνομιλιών
Παρά την τηλεφωνική επικοινωνία με τον Τραμπ, ο Πούτιν δεν δεσμεύθηκε για την άμεση επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών με την Ουκρανία, σύμφωνα με τον σύμβουλό του για θέματα εξωτερικής πολιτικής, Γιούρι Ουσάκοφ.
Ο Ρώσος αξιωματούχος υποστήριξε ότι τα ουκρανικά πλήγματα στη Μόσχα και σε άλλες ρωσικές πόλεις κατά τη διάρκεια των εκλογών ματαίωσαν τις προοπτικές άμεσης επανέναρξης της διαπραγματευτικής διαδικασίας.
Η στάση αυτή δημιουργεί ένα επιπλέον πρόβλημα για την Ουάσιγκτον. Η αμερικανική κυβέρνηση προχωρά σε μια κίνηση που μπορεί να ωφελήσει οικονομικά τη Ρωσία, χωρίς να έχει εξασφαλίσει δημόσια δέσμευση του Κρεμλίνου για συγκεκριμένα βήματα προς την ειρήνη.
Το ερώτημα είναι αν η ενεργειακή συνεργασία μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης προς τον Πούτιν ή αν θα προσφέρει στη Μόσχα οικονομικό περιθώριο χωρίς αντίστοιχες υποχωρήσεις.
Περιορισμένα τα περιθώρια άμεσης αποκλιμάκωσης
Οι λεπτομέρειες της συμφωνίας παραμένουν ασαφείς. Δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως ο τρόπος με τον οποίο θα διοχετευθούν οι πρόσθετες ποσότητες ρωσικού ντίζελ στην αμερικανική και τη διεθνή αγορά, ούτε το εύρος των περιορισμών που θα αρθούν και η διάρκεια της σχετικής ρύθμισης.
Η αντίδραση της αγοράς αναμένεται να εξαρτηθεί από το πότε θα φθάσουν τα καύσιμα στους αγοραστές και από το αν η Ρωσία θα μπορέσει να αυξήσει την παραγωγή της, δεδομένων των ζημιών στα διυλιστήριά της.
Ακόμη και αν οι εξαγωγές αυξηθούν τους επόμενους μήνες, η επίδραση στις τιμές ενδέχεται να είναι περιορισμένη. Η παγκόσμια αγορά παραμένει ευάλωτη στις γεωπολιτικές εξελίξεις, ενώ οι διαταραχές στην παραγωγή και στις μεταφορές καυσίμων δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποκλειστικά μέσω μιας συμφωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Για τον Τραμπ, το ζητούμενο είναι να εμφανίσει αποτελέσματα πριν από τις εκλογές, μειώνοντας την οικονομική πίεση στους ψηφοφόρους. Για τον Πούτιν, η πρόσβαση στις διεθνείς αγορές μπορεί να προσφέρει έσοδα και χρόνο για την αποκατάσταση της παραγωγικής ικανότητας. Για τον Ζελένσκι, η εξέλιξη δημιουργεί τον κίνδυνο να περιοριστεί η στρατιωτική πίεση προς τη Ρωσία χωρίς να εξασφαλιστεί ουσιαστική αλλαγή στη συμπεριφορά της.
Η συμφωνία θα κριθεί τελικά τόσο από την επίδρασή της στις τιμές των καυσίμων όσο και από το αν θα οδηγήσει σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου. Μέχρι τότε, η επιστροφή του ρωσικού ντίζελ στην αγορά παραμένει μια κίνηση με σαφή οικονομικά οφέλη για τη Μόσχα, αβέβαιο αντίκτυπο στους Αμερικανούς καταναλωτές και σημαντικό διπλωματικό κόστος για τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ουκρανία.






