15 Σεπ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Spots
  • Γιαννούλης Χαλεπάς: Η ζωή, η τέχνη και η δεσποτική μητέρα του

Γιαννούλης Χαλεπάς: Η ζωή, η τέχνη και η δεσποτική μητέρα του

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Στα επτά του χρόνια ο Γιαννούλης Χαλεπάς κρύβεται σε μια γωνιά του μαρμαράδικου του πατέρα του στον Πύργο της Τήνου. Θέλει να δει πώς το μάρμαρο μεταμορφώνεται κάτω από τη σμίλη.

Η μητέρα του τον ανακαλύπτει, τον τραβάει στο σπίτι και τον ξυλοφορτώνει. Για εκείνη, ο μεγαλύτερος γιος της δεν πρέπει να γίνει γλύπτης. Για τον ίδιο, όμως, εκείνη η απαγορευμένη είσοδος στο εργαστήριο μοιάζει με την πρώτη είσοδο στον κόσμο στον οποίο ανήκει.

Πώς ένα παιδί ανακάλυψε τόσο νωρίς τον δρόμο του;

Το περιστατικό τοποθετείται στο 1858. Ο επτάχρονος Γιαννούλης είναι ο μεγαλύτερος γιος του μαρμαρογλύπτη Γιάννη Χαλεπά και της Ειρήνης. Ο πατέρας του εργάζεται το μάρμαρο στον Πύργο της Τήνου και ο μικρός παρακολουθεί κρυφά τη δουλειά του.

Η μητέρα του έχει διαφορετικά σχέδια. Δεν θέλει να δει τον γιο της να ακολουθεί το επάγγελμα του πατέρα του. Η μαρμαρόσκονη, η σκληρή δουλειά και η ζωή στο εργαστήριο δεν της φαίνονται κατάλληλες για το παιδί της. Τον προορίζει για το εμπόριο, έναν επαγγελματικό δρόμο που θεωρεί ασφαλέστερο και κοινωνικά καταξιωμένο.

Ο Γιαννούλης, όμως, επιστρέφει ξανά και ξανά στη γλυπτική. Το μάρμαρο έχει ήδη γίνει για εκείνον κάτι περισσότερο από οικογενειακή δουλειά. Είναι ο κόσμος που θέλει να κατακτήσει.

Πότε κατάλαβε ο πατέρας του ότι δεν μπορούσε να τον απομακρύνει από τη γλυπτική;

Το 1869 η οικογένεια εγκαθίσταται στην Αθήνα. Προηγείται μια ακόμη προσπάθεια να στραφεί ο νεαρός Γιαννούλης στο εμπόριο. Στέλνεται στη Σύρο, όμως η προσπάθεια αποτυγχάνει.

Ο πατέρας του αντιλαμβάνεται πλέον ότι ο γιος του δεν πρόκειται να γίνει έμπορος. Το 1872 ο Γιαννούλης γράφεται στο Σχολείο των Τεχνών, όπου διδάσκεται ζωγραφική από τον Νικηφόρο Λύτρα και γλυπτική από τον Λεωνίδα Δρόση.

Την ίδια χρονιά, με υποτροφία του Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας της Τήνου, φεύγει για το Μόναχο. Εκεί σπουδάζει στην Ακαδημία Καλών Τεχνών κοντά στον γλύπτη Μαξ φον Βίντμαν.

Ο νεαρός Τήνιος αποδεικνύει γρήγορα ότι η επιλογή της γλυπτικής δεν είναι μια παιδική εμμονή. Είναι το μεγάλο του ταλέντο.

Πώς ένας νεαρός γλύπτης έγινε αντικείμενο θαυμασμού και αμφισβήτησης;

Η περίοδος του Μονάχου και τα πρώτα χρόνια μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα φέρνουν διακρίσεις. Η «Κοιμωμένη», ο «Σάτυρος που παίζει με τον έρωτα» και το «Κεφάλι σατύρου» συγκαταλέγονται στα έργα που αναδεικνύουν το ταλέντο του.

Η «Κοιμωμένη», το γλυπτό που φιλοτεχνεί για τον τάφο της νεαρής Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, θα γίνει αργότερα ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα της νεοελληνικής γλυπτικής.

Η αναγνώριση, ωστόσο, δεν έρχεται με τον ίδιο τρόπο από παντού. Ο Χαλεπάς αισθάνεται ότι στην Ελλάδα το έργο του αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη. Και στο σπίτι του η επιφύλαξη έχει ακόμη μεγαλύτερο βάρος.

Η μητέρα του εξακολουθεί να θεωρεί τη γλυπτική λανθασμένη επιλογή. Για την Ειρήνη, η τέχνη που είχε επιλέξει ο γιος της δεν είναι ο δρόμος προς την καταξίωση αλλά η αιτία της δυστυχίας του.

Πότε η σύγκρουση με τη μητέρα του μετατράπηκε σε τραγωδία;

Στα 27 του ο Χαλεπάς εμφανίζει τα πρώτα σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας. Η κατάσταση επιδεινώνεται και περίπου μία δεκαετία αργότερα οδηγείται στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας.

Παραμένει εκεί για τέσσερα χρόνια. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του τον παίρνει από την Κέρκυρα και τον επιστρέφει στον Πύργο της Τήνου.

Η ζωή του αλλάζει δραματικά.

Ο Χαλεπάς απομονώνεται. Η κοινωνική του ζωή περιορίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά και η γλυπτική, που για εκείνον είχε αποτελέσει από παιδί καταφύγιο και προορισμό, βρίσκεται πλέον υπό τον ασφυκτικό έλεγχο της μητέρας του.

Η Ειρήνη θεωρεί ότι η τέχνη έχει συμβάλει στην ψυχική του κατάσταση. Καταστρέφει έργα που δημιουργεί ο γιος της, στερώντας του ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να εκφράσει τον εαυτό του.

Ο Χαλεπάς απομακρύνεται από τη γλυπτική και καταλήγει να βόσκει ζώα, ζώντας σε συνθήκες απομόνωσης.

Ο Κωστής Παλαμάς θα περιγράψει αργότερα αυτή την περίοδο με μια από τις πιο σκληρές εικόνες που γράφτηκαν για τη ζωή του γλύπτη: «Απέμεινε ζωντανόνεκρος να βόσκει γίδια».

Τι συνέβη όταν πέθανε η μητέρα του;

Ο θάνατος της Ειρήνης σηματοδοτεί μια απρόσμενη αλλαγή. Ο Χαλεπάς στέκεται αρχικά σιωπηλός και απαθής δίπλα στη σορό της. Ύστερα εξαφανίζεται.

Οι ανιψιές του τον αναζητούν και τον βρίσκουν στο υπόγειο του σπιτιού να πλάθει πηλό.

Είναι πλέον ελεύθερος.

Η σμίλη, το καλέμι και ο πηλός επιστρέφουν στη ζωή του. Ο άνθρωπος που είχε περάσει δεκαετίες μακριά από τη δημιουργία ξαναπιάνει το νήμα που είχε κοπεί.

Και μαζί με αυτό επιστρέφει και η τέχνη του.

Μπορούσε ο Χαλεπάς να κερδίσει στο τέλος τη μάχη με τον χρόνο;

Η δεύτερη περίοδος της δημιουργίας του Χαλεπά δεν αποτελεί απλώς μια επιστροφή στην τέχνη. Είναι η ανασύνθεση ενός καλλιτέχνη που είχε περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του στο περιθώριο.

Τα έργα της ώριμης περιόδου του θα αλλάξουν την εικόνα που είχε διαμορφωθεί για εκείνον. Η αναγνώριση έρχεται όταν ο ίδιος έχει ήδη διανύσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.

Στα 76 του γνωρίζει την ευρύτερη δημόσια αποδοχή.

«Όλα ήρθαν καθυστερημένα», θα πει ο ίδιος.

Η φράση συμπυκνώνει ολόκληρη την πορεία του. Η παιδική επιθυμία που αντιμετωπίστηκε ως παραστράτημα, οι σπουδές, οι διακρίσεις, η ψυχική ασθένεια, η μακρά απομόνωση, η καταστροφή έργων του και τελικά η επιστροφή στη δημιουργία.

Ο Χαλεπάς δεν πρόλαβε να ζήσει την αναγνώριση για την οποία είχε αγωνιστεί σε όλη του τη ζωή όπως θα την είχε ζήσει ένας καλλιτέχνης που δικαιώθηκε νωρίς. Όμως πρόλαβε να ξαναβρεί τη γλυπτική.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 1938, ο Γιαννούλης Χαλεπάς πεθαίνει στην Αθήνα, σε ηλικία 86 ετών.

Η ιστορία του έχει μείνει συνδεδεμένη με τη «Κοιμωμένη», με τον Πύργο της Τήνου, με τη μεγάλη ελληνική γλυπτική. Έχει μείνει όμως και με μια άλλη, πιο σκληρή εικόνα: εκείνη του παιδιού που κάποτε κρύφτηκε στο εργαστήριο του πατέρα του για να δει πώς γεννιέται ένα γλυπτό.

Εκείνο το παιδί είχε ήδη επιλέξει τον δρόμο του. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να μπορέσει να τον ακολουθήσει ελεύθερα.

Δείτε επίσης