Δύο διαφορετικές εποχές, δύο σκηνοθέτες και δύο μεγάλα προσκυνήματα της Παναγίας συναντώνται στον ελληνικό κινηματογράφο μέσα από δύο ταινίες που μιλούν για το θαύμα, την πίστη, την υπέρβαση και τη συγχώρεση.
Το «Τελευταίο Ψέμα» του Μιχάλη Κακογιάννη και ο «Δεκαπενταύγουστος» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη μεταφέρουν στη μεγάλη οθόνη τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για ελπίδα, με φόντο την Παναγία της Τήνου και την Παναγία Σουμελά.
Η Παναγία ως κινηματογραφικό σύμβολο
Ο ελληνικός Δεκαπενταύγουστος έχει αποτυπωθεί στον κινηματογράφο με διαφορετικούς τρόπους, όμως δύο ταινίες ξεχωρίζουν για τον τρόπο με τον οποίο συνδέουν τη μεγάλη θρησκευτική γιορτή με την ανθρώπινη αγωνία και την προσδοκία του θαύματος.
Πρόκειται για το «Τελευταίο Ψέμα» του Μιχάλη Κακογιάννη, που γυρίστηκε το 1958 και κυκλοφόρησε το 1959, και τον «Δεκαπενταύγουστο» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, που παρουσιάστηκε το 2001.
Οι δύο ταινίες απέχουν χρονικά περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες και κινηματογραφικά κινούνται σε διαφορετικούς δρόμους. Τις ενώνει, όμως, η Παναγία ως σύμβολο ελπίδας και η αναζήτηση μιας υπέρβασης που μπορεί να αλλάξει τη ζωή των ανθρώπων.
«Δύο είναι οι πιο χαρακτηριστικές ταινίες για τον Δεκαπενταύγουστο στον ελληνικό κινηματογράφο, που πραγματεύονται το θαύμα και την Παναγία», αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η ιστορικός κινηματογράφου και διδάσκουσα στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Λίνα Μυλωνάκη.
Όπως επισημαίνει, το θέμα αγγίζει τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από το αν είναι θρησκευόμενοι ή όχι, καθώς η Παναγία αποτελεί μια οικεία μορφή για την ελληνική κοινωνία. Ταυτόχρονα, όμως, η ίδια ως η πιο ιερή μορφή της Ορθοδοξίας, όπως και ο Δεκαπενταύγουστος, το «Πάσχα του καλοκαιριού», αποτελούν ιδιαίτερα απαιτητικά θέματα για τη μυθοπλασία.
«Το Τελευταίο Ψέμα» και η Παναγία της Τήνου
Στο «Τελευταίο Ψέμα» του Μιχάλη Κακογιάννη, η Έλλη Λαμπέτη υποδύεται τη Χλόη, κόρη μιας ξεπεσμένης μεγαλοαστικής οικογένειας.
Η ηρωίδα είναι υπεροπτική και αλαζονική, εγκλωβισμένη στις κοινωνικές συμβάσεις και στα ψεύδη μιας κοινωνικής τάξης που βρίσκεται σε παρακμή. Οι γονείς της την πιέζουν να παντρευτεί έναν πλούσιο μεσήλικα, προκειμένου να διατηρηθούν οι κοινωνικές ισορροπίες και τα προσχήματα.
Η πορεία της Χλόης αλλάζει όταν η υπηρέτρια του σπιτιού ζητά βοήθεια για το μικρό παιδί της, το οποίο έχει τραυματιστεί και έχει χάσει τη φωνή του. Η μητέρα της Χλόης αντιδρά με σκληρότητα, με αποτέλεσμα η γυναίκα να πεθάνει από ανακοπή.
Το γεγονός λειτουργεί ως καταλύτης. Η Χλόη συνειδητοποιεί την κενότητα του κόσμου στον οποίο ζει, εγκαταλείπει τον γάμο που της επιβάλλουν και αναζητά έναν διαφορετικό δρόμο, στον οποίο κυριαρχούν η εξιλέωση, η συγχώρεση και η ελπίδα.
Παίρνει μαζί της το παιδί, τον ρόλο του οποίου υποδύεται ο Βασίλης Καΐλας στην πρώτη κινηματογραφική εμφάνισή του, και κατευθύνεται στην Παναγία της Τήνου.
Εκεί βρίσκεται η κορύφωση της ταινίας.
Η ιστορική λιτανεία της Μεγαλόχαρης
Η σκηνή της Τήνου αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές του «Τελευταίου Ψέματος» και παράλληλα ένα σημαντικό κινηματογραφικό ντοκουμέντο.
Ο Κακογιάννης καταγράφει μια πραγματική λιτανεία της εικόνας της Μεγαλόχαρης, τοποθετώντας την Έλλη Λαμπέτη ανάμεσα σε χιλιάδες προσκυνητές.
Η Χλόη ζητά συγχώρεση και αναζητά το θαύμα. Όταν αυτό συμβαίνει και το παιδί ξαναβρίσκει τη φωνή του, η ηρωίδα αναλαμβάνει η ίδια την προστασία του. Η πράξη αυτή αποτελεί και τη δραματική ολοκλήρωση της διαδρομής της: από την εγωκεντρική κόρη μιας προνομιούχας οικογένειας μετατρέπεται σε μια γυναίκα που αναλαμβάνει τον ρόλο της μητέρας.
«Σε αυτή τη συγκλονιστική σκηνή, που θεωρείται κλασική στη φιλμογραφία του σκηνοθέτη, ο Μιχάλης Κακογιάννης παρουσιάζει μια πραγματική λιτανεία της εικόνας της Μεγαλόχαρης της Τήνου, τοποθετώντας τη Λαμπέτη ανάμεσα σε χιλιάδες προσκυνητές», σημειώνει η Λίνα Μυλωνάκη.
Η συγκεκριμένη σκηνή μεταφέρει στον θεατή την κατανυκτική ατμόσφαιρα του Δεκαπενταύγουστου στην Τήνο στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και ταυτόχρονα καταγράφει μια πραγματική εικόνα της θρησκευτικής ζωής της εποχής.
Η ερμηνεία της Έλλης Λαμπέτη θεωρείται από τις κορυφαίες της καριέρας της και της χάρισε υποψηφιότητα για βρετανικό βραβείο BAFTA.
Το «Τελευταίο Ψέμα» απέσπασε εγκωμιαστικές κριτικές και προβλήθηκε στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Καννών, αλλά και σε άλλα διεθνή φεστιβάλ.
Ο «Δεκαπενταύγουστος» του Γιάνναρη και η Παναγία Σουμελά
Τέσσερις και πλέον δεκαετίες αργότερα, ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης προσεγγίζει τον Δεκαπενταύγουστο από εντελώς διαφορετική οπτική.
Στον «Δεκαπενταύγουστο» του 2001, η ιστορία ξεκινά από μια άδεια Αθήνα. Είναι Αύγουστος και η πόλη έχει αδειάσει από τους κατοίκους της, αφήνοντας πίσω ένα ετερόκλητο πλήθος ανθρώπων.
Ο Γιάνναρης αναπτύσσει τρεις παράλληλες ιστορίες, με μία από τις πιο χαρακτηριστικές να αφορά ένα ζευγάρι, τους χαρακτήρες που υποδύονται η Ελένη Καστάνη και ο Ακύλλας Καραζήσης.
Το παιδί τους πάσχει από καρκίνο και οι γονείς ξεκινούν ένα ταξίδι από την Αθήνα με προορισμό την Παναγία Σουμελά.
Όπως και στην ταινία του Κακογιάννη, η ημέρα της Κοίμησης της Θεοτόκου γίνεται το σημείο όπου η απόγνωση συναντά το μεταφυσικό και η ανθρώπινη ανάγκη για σωτηρία μετατρέπεται σε προσδοκία θαύματος.
Δύο εποχές, δύο διαφορετικές ματιές
Οι δύο ταινίες αποτυπώνουν δύο διαφορετικές περιόδους του ελληνικού κινηματογράφου και δύο διαφορετικές κινηματογραφικές αντιλήψεις.
«Στην αυγή της μεταπολεμικής ακμής του, ο Κακογιάννης επιλέγει να αναδείξει εικόνες με ελληνικό χρώμα – ανάμεσά τους και αυτή του Δεκαπενταύγουστου στην Τήνο», εξηγεί η Λίνα Μυλωνάκη.
Ο σκηνοθέτης παρουσιάζει την ελληνική κοινωνία μιας εποχής που βρίσκεται σε διαδικασία μεταμόρφωσης, χρησιμοποιώντας το θρησκευτικό στοιχείο ως κομμάτι της πολιτιστικής ταυτότητας και ως χώρο όπου μπορεί να συντελεστεί η προσωπική λύτρωση.
Ο Γιάνναρης, αντίθετα, τέσσερις δεκαετίες αργότερα, προσεγγίζει τον Δεκαπενταύγουστο με μια περισσότερο γήινη και διεισδυτική ματιά.
Ο «Δεκαπενταύγουστος» είναι μια ταινία δρόμου που ακολουθεί καθημερινούς ανθρώπους, τις αγωνίες, τις επιθυμίες και τα αδιέξοδά τους. Το θρησκευτικό στοιχείο δεν λειτουργεί απλώς ως φόντο, αλλά ως καταλύτης για την αναζήτηση μιας λύσης σε προβλήματα που μοιάζουν ανυπέρβλητα.
Το τάμα, η προσευχή και η προσδοκία του θαύματος
Παρά τις μεγάλες διαφορές τους, οι δύο ταινίες συναντώνται σε έναν κοινό πυρήνα: την ανάγκη του ανθρώπου να πιστέψει ότι υπάρχει μια δύναμη ικανή να υπερβεί τα όρια της καθημερινότητας.
Η Παναγία εμφανίζεται ως η οικουμενική μητέρα, στην οποία οι άνθρωποι εναποθέτουν τις ελπίδες τους. Το τάμα, η προσευχή και η προσδοκία της μεσιτείας συνυπάρχουν ως μια γέφυρα ανάμεσα στον ανθρώπινο κόσμο και το θείο.
Στο «Τελευταίο Ψέμα», το θαύμα έρχεται ως επισφράγιση μιας προσωπικής μεταμόρφωσης. Στον «Δεκαπενταύγουστο», έρχεται μέσα από την απόγνωση μιας οικογένειας που αναζητά απεγνωσμένα μια διέξοδο.
Και στις δύο περιπτώσεις, ο Δεκαπενταύγουστος δεν είναι απλώς το ημερολογιακό πλαίσιο της ιστορίας. Είναι ο χρόνος κατά τον οποίο οι άνθρωποι στρέφονται προς κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό τους.
Από την Τήνο στη Σουμελά, το θαύμα παραμένει στον κινηματογράφο
Με διαφορά δεκαετιών, διαφορετική αισθητική και διαφορετικές κοινωνικές αναφορές, το «Τελευταίο Ψέμα» και ο «Δεκαπενταύγουστος» εξακολουθούν να συνομιλούν με ένα από τα πιο σταθερά στοιχεία της ελληνικής κοινωνικής και θρησκευτικής παράδοσης.
Η Τήνος του Κακογιάννη και η Σουμελά του Γιάνναρη γίνονται τόποι προσδοκίας. Εκεί όπου η ανθρώπινη αδυναμία συναντά την πίστη και η αγωνία μετατρέπεται σε ελπίδα.
Από τη συγκλονιστική λιτανεία της Μεγαλόχαρης στην Τήνο έως το ταξίδι προς την Παναγία Σουμελά, ο ελληνικός κινηματογράφος αποτυπώνει με διαφορετικό τρόπο μια διαχρονική ανάγκη: την ελπίδα ότι, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές, το θαύμα μπορεί να είναι δυνατό.






