Στις 15 Σεπτεμβρίου 2008, η Lehman Brothers κατέθεσε αίτηση πτώχευσης στις ΗΠΑ, σε μία από τις μεγαλύτερες εταιρικές χρεοκοπίες στην ιστορία. Η κατάρρευση της επενδυτικής τράπεζας δεν προκάλεσε την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, η οποία είχε ήδη ξεκινήσει από την αμερικανική αγορά κατοικίας. Αποτέλεσε, όμως, το γεγονός που μετέτρεψε τη χρηματοπιστωτική αναταραχή σε γενικευμένο πανικό, με επιπτώσεις που σύντομα πέρασαν από τις αγορές στην πραγματική οικονομία.
Η κρίση είχε ξεκινήσει από την αγορά κατοικίας
Η χρηματοπιστωτική κρίση είχε αρχίσει να διαμορφώνεται πριν από την κατάρρευση της Lehman, με επίκεντρο την αμερικανική αγορά ακινήτων και τα στεγαστικά δάνεια χαμηλής εξασφάλισης.
Η πτώση των τιμών των κατοικιών αποκάλυψε τις αδυναμίες ενός συστήματος που είχε στηριχθεί σε μεγάλο βαθμό στη συνεχή άνοδο των ακινήτων. Τα στεγαστικά δάνεια είχαν μετατραπεί σε σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα και είχαν διανεμηθεί σε τράπεζες και επενδυτές σε ολόκληρο τον κόσμο.
Όσο οι τιμές των ακινήτων υποχωρούσαν και αυξάνονταν οι αθετήσεις πληρωμών, η πραγματική αξία αυτών των προϊόντων άρχισε να αμφισβητείται. Η εμπιστοσύνη μεταξύ των τραπεζών μειώθηκε και η πρόσβαση στη χρηματοδότηση γινόταν ολοένα δυσκολότερη.
Η Lehman βρέθηκε χωρίς χρηματοδότηση
Η Lehman Brothers είχε μεγάλη έκθεση στην αγορά ακινήτων και σημαντικό όγκο δανεισμού. Η αμφισβήτηση της αξίας των περιουσιακών της στοιχείων επιδείνωσε γρήγορα τη θέση της.
Οι προσπάθειες για την εξεύρεση αγοραστή απέτυχαν. Το τελευταίο Σαββατοκύριακο πριν από την πτώχευση, η Federal Reserve και το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών επιχείρησαν να βρουν λύση μέσω του ιδιωτικού τομέα, χωρίς αποτέλεσμα.
Στις 15 Σεπτεμβρίου η Lehman κατέθεσε αίτηση προστασίας από τους πιστωτές. Η πτώχευση αποτέλεσε το μεγαλύτερο μέχρι τότε σοκ για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και προκάλεσε άμεση επανεκτίμηση του κινδύνου σχεδόν σε κάθε μεγάλη χρηματοπιστωτική αγορά.
Το ντόμινο στις αγορές
Η Lehman δεν ήταν μια απομονωμένη εταιρεία. Είχε εκτεταμένες σχέσεις με τράπεζες, επενδυτικά κεφάλαια, ασφαλιστικές εταιρείες και άλλους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς σε ολόκληρο τον κόσμο.
Μετά την πτώχευση, οι τράπεζες περιόρισαν δραστικά τον μεταξύ τους δανεισμό, καθώς δεν γνώριζαν ποιοι αντισυμβαλλόμενοι είχαν έκθεση σε επισφαλή στοιχεία ενεργητικού. Η αγορά χρήματος αντιμετώπισε σοβαρή κρίση ρευστότητας και το κόστος χρηματοδότησης αυξήθηκε απότομα.
Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του Reserve Primary Fund, ενός μεγάλου money-market fund που είχε στην κατοχή του εμπορικό χρέος της Lehman. Μετά την πτώχευση δεν μπορούσε να διατηρήσει την καθιερωμένη αξία του ενός δολαρίου ανά μετοχή, προκαλώντας μαζικές αναλήψεις.
Περισσότερα από 400 δισ. δολάρια αποσύρθηκαν από αμερικανικά prime money-market funds, εντείνοντας την πίεση στη ρευστότητα και ενισχύοντας τον φόβο ότι το πρόβλημα θα μεταδιδόταν σε ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Από τη Wall Street στην πραγματική οικονομία
Η χρηματοπιστωτική κρίση μεταφέρθηκε γρήγορα στην πραγματική οικονομία. Οι επιχειρήσεις αντιμετώπισαν δυσκολίες στην εξασφάλιση δανείων για επενδύσεις και κεφάλαιο κίνησης, ενώ τα νοικοκυριά περιόρισαν την κατανάλωσή τους.
Η αμερικανική ύφεση είχε αρχίσει τον Δεκέμβριο του 2007, όμως το φθινόπωρο του 2008 η συρρίκνωση επιταχύνθηκε. Από το υψηλότερο έως το χαμηλότερο σημείο της, η αμερικανική οικονομία συρρικνώθηκε περίπου 4,3%, ενώ η ανεργία αυξήθηκε από επίπεδα κάτω του 5% σε περίπου 10%.
Συνολικά, από την έναρξη της ύφεσης έως το χαμηλότερο σημείο της απασχόλησης χάθηκαν περίπου 8,5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ. Μετά την κατάρρευση της Lehman, οι απώλειες θέσεων εργασίας αυξήθηκαν απότομα, ξεπερνώντας κατά μέσο όρο τις 750.000 τον μήνα από τον Νοέμβριο του 2008 έως τον Μάρτιο του 2009.
Οι συνέπειες επεκτάθηκαν και εκτός ΗΠΑ. Το διεθνές εμπόριο και οι διασυνοριακές ροές κεφαλαίων μειώθηκαν απότομα, ενώ η παγκόσμια παραγωγή και η απασχόληση υποχώρησαν συγχρονισμένα. Το 2009 το παγκόσμιο ΑΕΠ μειώθηκε, με τις προηγμένες οικονομίες να καταγράφουν ιδιαίτερα μεγάλη συρρίκνωση.
Η πρωτοφανής κρατική παρέμβαση
Η πτώχευση της Lehman ανέδειξε το πρόβλημα των χρηματοπιστωτικών οργανισμών που θεωρούνταν «πολύ μεγάλοι για να καταρρεύσουν». Είχε προηγηθεί η κρατικά υποστηριζόμενη διάσωση της Bear Stearns και ακολούθησε η στήριξη της ασφαλιστικής AIG.
Η αμερικανική κυβέρνηση και η Federal Reserve προχώρησαν σε πρωτοφανή μέτρα για να αποτρέψουν μια γενικευμένη κατάρρευση. Τα επιτόκια μειώθηκαν σχεδόν στο μηδέν και δημιουργήθηκαν ειδικοί μηχανισμοί παροχής ρευστότητας στις αγορές.
Στη συνέχεια εφαρμόστηκαν προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης, με τη Federal Reserve να αγοράζει μεγάλες ποσότητες κρατικών και στεγαστικών τίτλων. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις προχώρησαν σε δημοσιονομικά μέτρα στήριξης και ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών.
Η κληρονομιά της Lehman
Η κρίση οδήγησε σε σημαντικές αλλαγές στη χρηματοπιστωτική εποπτεία. Στις ΗΠΑ, ο νόμος Dodd-Frank του 2010 ενίσχυσε το πλαίσιο εποπτείας των συστημικά σημαντικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών και τις απαιτήσεις για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η κρίση άφησε, παράλληλα, υψηλότερο δημόσιο χρέος, ενισχυμένο ρόλο των κεντρικών τραπεζών και βαθιά δυσπιστία απέναντι στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι συνέπειές της παρέμειναν ορατές για χρόνια, καθώς πολλές οικονομίες συνέχισαν να κινούνται κάτω από την αναπτυξιακή τάση που είχαν πριν από την κρίση.
Η 15η Σεπτεμβρίου 2008 έμεινε στην οικονομική ιστορία ως το σημείο καμπής μιας κρίσης που είχε ξεκινήσει από την αγορά ακινήτων. Η Lehman Brothers δεν δημιούργησε τη χρηματοπιστωτική φούσκα. Η πτώχευσή της αποκάλυψε, όμως, τον βαθμό διασύνδεσης του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και έδειξε πόσο γρήγορα μια κρίση στις αγορές μπορούσε να μετατραπεί σε ύφεση, ανεργία και απώλειες για επιχειρήσεις και νοικοκυριά σε ολόκληρο τον κόσμο.






