Νέο κύμα πωλήσεων κρατικών ομολόγων σαρώνει τις διεθνείς αγορές, με τις αποδόσεις να ανεβαίνουν από τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία έως τη Γερμανία, τη Βρετανία και τη Γαλλία. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι νέες εκτιμήσεις για τα αμερικανικά επιτόκια, η ανθεκτικότητα της οικονομίας των ΗΠΑ και η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, σε μια συγκυρία όπου οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν υψηλές δημοσιονομικές ανάγκες.
Η αναταραχή στην αγορά ομολόγων έρχεται να προσθέσει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας στις διεθνείς αγορές. Η απόδοση ενός ομολόγου κινείται αντίστροφα από την τιμή του και η ταυτόχρονη άνοδος των αποδόσεων σε μεγάλες αγορές σημαίνει ότι οι επενδυτές ζητούν υψηλότερη ανταμοιβή για να διακρατήσουν κρατικό χρέος. Το παγκόσμιο sell-off στα ομόλογα
Στις ΗΠΑ, η απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου εκτινάχθηκε την Τετάρτη κατά 0,15 ποσοστιαίες μονάδες, στο 5,21%, πριν υποχωρήσει προσωρινά στο 5,13% στις ασιατικές συναλλαγές της Πέμπτης. Η κίνηση σηματοδοτεί τη μεγάλη αλλαγή στις προσδοκίες της αγοράς για την πορεία των επιτοκίων.
Την ίδια ώρα, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου λειτουργεί ως επιπλέον καταλύτης. Το Brent κινείται εκ νέου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενισχύοντας τους φόβους ότι οι πληθωριστικές πιέσεις μπορεί να παραμείνουν ισχυρές και να περιορίσουν τα περιθώρια για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Η εικόνα συμπληρώνεται από τις ανησυχίες για το δημόσιο χρέος. Όσο ανεβαίνουν οι αποδόσεις, τόσο αυξάνεται το κόστος με το οποίο τα κράτη αναχρηματοδοτούν τις υποχρεώσεις τους, ιδιαίτερα σε μια περίοδο αυξημένων δαπανών και μεγάλων αναγκών χρηματοδότησης.
Από τις ΗΠΑ ξεκίνησε το κύμα
Στην αμερικανική αγορά, η μεταβολή των προσδοκιών για τη Federal Reserve βρίσκεται στο επίκεντρο. Τα τελευταία στοιχεία για την επιχειρηματική δραστηριότητα δείχνουν επιτάχυνση με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων πέντε ετών, ενισχύοντας την εκτίμηση ότι η αμερικανική οικονομία εξακολουθεί να αντέχει σε υψηλότερο κόστος χρήματος.
Παράλληλα, η άνοδος της ενέργειας δημιουργεί ένα δύσκολο μείγμα για τη Fed. Μια ισχυρή οικονομία περιορίζει την ανάγκη για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, ενώ το ακριβότερο πετρέλαιο αυξάνει τον κίνδυνο νέων πληθωριστικών πιέσεων.
Οι αγορές αποτιμούν πλέον περίπου 70% πιθανότητα αύξησης των αμερικανικών επιτοκίων στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου, έναντι περίπου 50% στην αρχή της εβδομάδας. Η απότομη αλλαγή των προσδοκιών αποτυπώνεται στις αποδόσεις των Treasuries, καθώς οι επενδυτές προσαρμόζουν τις θέσεις τους στο νέο περιβάλλον.
Η Ιαπωνία αντιμέτωπη με το τέλος μιας εποχής
Ιδιαίτερη σημασία έχει η κίνηση στην Ιαπωνία. Η απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου αυξήθηκε κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα, στο 3,079%, το υψηλότερο επίπεδο από το 1996. Η απόδοση του 5ετούς τίτλου ανήλθε παράλληλα στο 2,37%.
Η εξέλιξη είναι σημαντική για μια οικονομία που επί δεκαετίες είχε συνηθίσει σε εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια και αποδόσεις κρατικών τίτλων. Η σταδιακή επιστροφή του κόστους χρήματος σε υψηλότερα επίπεδα αλλάζει τις συνθήκες τόσο για την κυβέρνηση όσο και για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Στο μεταξύ, το γεν κινείται κοντά στα 158 γεν ανά δολάριο. Η αβεβαιότητα γύρω από την πολιτική της Τράπεζας της Ιαπωνίας αυξάνει την πίεση στις αγορές, καθώς οι επενδυτές προσπαθούν να εκτιμήσουν πόσο γρήγορα θα προχωρήσει η ομαλοποίηση της νομισματικής πολιτικής.
Ευρώπη: άνοδος αποδόσεων σε Γερμανία, Γαλλία και Βρετανία
Το sell-off δεν έμεινε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Κρατικά ομόλογα της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Βρετανίας βρέθηκαν επίσης υπό πίεση, σε μια ένδειξη ότι η άνοδος του κόστους χρήματος μεταδίδεται από τη μία μεγάλη αγορά στην άλλη.
Η Γερμανία βρίσκεται αντιμέτωπη με υψηλότερο κόστος δανεισμού την ίδια στιγμή που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις χρειάζονται περισσότερους πόρους για άμυνα, ενέργεια και επενδύσεις. Αντίστοιχα, η Γαλλία και η Βρετανία καλούνται να διαχειριστούν υψηλές χρηματοδοτικές ανάγκες σε ένα περιβάλλον αυξημένων αποδόσεων.
Η εξέλιξη αυτή περιορίζει τα περιθώρια των κυβερνήσεων. Η αύξηση των επιτοκίων δεν μεταφράζεται μόνο σε υψηλότερες αποδόσεις για τους επενδυτές, αλλά και σε αυξημένες δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους για τα κράτη.
Πετρέλαιο, πληθωρισμός και γεωπολιτική
Στην εξίσωση έχει επιστρέψει δυναμικά και το πετρέλαιο. Το Brent έχει ξεπεράσει ξανά τα 100 δολάρια, δημιουργώντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις σε μια περίοδο κατά την οποία οι κεντρικές τράπεζες προσπαθούν να διαπιστώσουν εάν η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού μπορεί να συνεχιστεί.
Η ένταση στις σχέσεις ΗΠΑ και Ιράν προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας στις ενεργειακές αγορές. Εάν οι υψηλές τιμές πετρελαίου διατηρηθούν, οι κεντρικές τράπεζες θα βρεθούν μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: από τη μία πλευρά η ανάγκη να περιορίσουν τον πληθωρισμό και από την άλλη ο κίνδυνος να επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα με υψηλότερα επιτόκια.
Την ίδια στιγμή, μέρος της αγοράς συνδέει τις υψηλές αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων και με τις προσδοκίες για ισχυρότερη ανάπτυξη που δημιουργούν οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και με τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα των ΗΠΑ.
Το κόστος του χρέους επιστρέφει στο επίκεντρο
Η σημαντικότερη συνέπεια της νέας αναταραχής βρίσκεται πέρα από τις καθημερινές διακυμάνσεις των αγορών. Οι υψηλότερες αποδόσεις σημαίνουν ακριβότερο νέο δανεισμό και σταδιακά αυξημένο κόστος αναχρηματοδότησης του υφιστάμενου χρέους.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς οι μεγάλες οικονομίες αυξάνουν τις δαπάνες τους, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζουν υψηλά επίπεδα χρέους. Το πρόβλημα γίνεται πιο έντονο όταν η άνοδος των αποδόσεων δεν περιορίζεται σε μία χώρα αλλά εμφανίζεται ταυτόχρονα στις μεγαλύτερες αγορές κρατικού χρέους.
Για την Ελλάδα, η διεθνής εικόνα έχει ιδιαίτερη σημασία, ακόμη και αν η χώρα διαθέτει διαφορετική σύνθεση χρέους και διαφορετικό προφίλ λήξεων από άλλες μεγάλες οικονομίες. Η πρόσφατη αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους και οι θετικές κινήσεις στις πιστοληπτικές αξιολογήσεις αποτελούν διαφορετικό σημείο εκκίνησης, δεν απομονώνουν όμως την ελληνική αγορά από τις διεθνείς συνθήκες χρηματοδότησης. Οι τελευταίες αξιολογήσεις για την ελληνική οικονομία και το χρέος
Η αγορά ομολόγων βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα νέο μείγμα παραγόντων: ισχυρότερη αμερικανική οικονομία, υψηλότερο πετρέλαιο, αυξημένες πληθωριστικές πιέσεις, αβεβαιότητα για τα επιτόκια και μεγάλες δημοσιονομικές ανάγκες. Το αποτέλεσμα είναι μια συγχρονισμένη άνοδος των αποδόσεων που αυξάνει το κόστος χρήματος σχεδόν παντού.






