24 Σεπ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • To the Point
  • Αποταμίευση νοικοκυριών: Η Ελλάδα 17 μονάδες κάτω από την ΕΕ

Αποταμίευση νοικοκυριών: Η Ελλάδα 17 μονάδες κάτω από την ΕΕ

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Η αποταμίευση των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει ένα από τα πιο αδύναμα σημεία της οικονομίας, καθώς η χώρα εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το 2024 το ακαθάριστο ποσοστό αποταμίευσης στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο -2,5%, έναντι 14,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ τα νεότερα στοιχεία για το πρώτο τρίμηνο του 2026 δείχνουν νέα επιδείνωση.

Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ζωής εξακολουθεί να πιέζει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Η αποταμίευση δεν αποτελεί απλώς έναν μακροοικονομικό δείκτη. Αποτυπώνει το περιθώριο που έχει ένα νοικοκυριό για να αντιμετωπίσει μια απώλεια εισοδήματος, μια έκτακτη δαπάνη ή μια περίοδο οικονομικής αβεβαιότητας.

Στην Ελλάδα, το περιθώριο αυτό παραμένει περιορισμένο. Από το 2014 έως και το 2019 το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών ήταν αρνητικό. Η προσωρινή αλλαγή κατά τη διάρκεια της πανδημίας δεν άλλαξε τη συνολική εικόνα, καθώς μετά το 2021 ο δείκτης επέστρεψε σε αρνητικό έδαφος.

Η εξέλιξη συνδέεται με την επίμονη πίεση που ασκούν οι βασικές δαπάνες. Η ακρίβεια σε τρόφιμα, ενέργεια και υπηρεσίες, αλλά και το αυξημένο κόστος στέγασης, απορροφούν σημαντικό μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος, περιορίζοντας το ποσό που μπορεί να μείνει στην άκρη.

17 μονάδες η απόσταση από την Ευρωπαϊκή Ένωση

Τα στοιχεία για την περίοδο 2014-2024 δείχνουν μια σταθερή απόκλιση της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η διαφορά δεν είναι αποτέλεσμα μιας μεμονωμένης χρονιάς, αλλά χαρακτηριστικό που διατρέχει ολόκληρη τη δεκαετία.

Το 2020 και το 2021, το ποσοστό αποταμίευσης πέρασε προσωρινά σε θετικό έδαφος. Οι περιορισμοί της πανδημίας περιόρισαν την κατανάλωση και, σε συνδυασμό με τις μεταβολές στα εισοδήματα και τις κρατικές ενισχύσεις, δημιούργησαν προσωρινά μεγαλύτερο περιθώριο αποταμίευσης.

Με την επιστροφή στην κανονικότητα, όμως, η εικόνα αντιστράφηκε. Το ποσοστό αποταμίευσης υποχώρησε στο -5% το 2022, στο -2,4% το 2023 και στο -2,5% το 2024.

Την ίδια περίοδο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση η αποταμίευση κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Από 12,7% το 2022 αυξήθηκε στο 14,5% το 2024. Έτσι, μέσα σε μία διετία η απόσταση διευρύνθηκε και το 2024 έφτασε τις 17 ποσοστιαίες μονάδες.

Το πρώτο τρίμηνο του 2026 η εικόνα επιδεινώθηκε

Τα τριμηνιαία στοιχεία για το 2026 δείχνουν ότι η αρνητική εικόνα δεν έχει ανατραπεί. Αντίθετα, το πρώτο τρίμηνο καταγράφηκε μια εξέλιξη ιδιαίτερα δυσμενής για τη δυνατότητα αποταμίευσης.

Το διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών μειώθηκε κατά 2,5% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, την ώρα που η καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 1,2%.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνέβη το αντίστροφο: το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 0,9%, ενώ η κατανάλωση αυξήθηκε κατά 0,6%.

Η σχέση ανάμεσα στα δύο μεγέθη είναι κρίσιμη. Όταν το εισόδημα υποχωρεί και η κατανάλωση αυξάνεται, το ποσό που απομένει για αποταμίευση περιορίζεται. Το πρώτο τρίμηνο του 2026 το ποσοστό αποταμίευσης στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 3,7 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε κατά 0,2 μονάδες.

Τα τριμηνιαία στοιχεία, βεβαίως, επηρεάζονται από εποχικούς και συγκυριακούς παράγοντες και δεν αρκούν από μόνα τους για να τεκμηριώσουν μια νέα μακροχρόνια τάση. Ενισχύουν όμως μια εικόνα που ήδη καταγράφεται επί σειρά ετών.

Τι σημαίνει αρνητική αποταμίευση για τα νοικοκυριά

Αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης σημαίνει ότι, συνολικά, τα νοικοκυριά δαπανούν περισσότερα από το διαθέσιμο εισόδημά τους. Η διαφορά μπορεί να καλύπτεται από αποταμιεύσεις προηγούμενων ετών, από τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων ή από δανεισμό.

Δεν σημαίνει ότι κάθε ελληνικό νοικοκυριό βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση. Ο μέσος όρος μιας οικονομίας μπορεί να κρύβει μεγάλες διαφορές μεταξύ εισοδηματικών ομάδων. Υπάρχουν νοικοκυριά που αυξάνουν τις καταθέσεις και την περιουσία τους και άλλα που καταναλώνουν παλαιότερες αποταμιεύσεις ή δεν έχουν τη δυνατότητα να αποταμιεύσουν.

Αυτό είναι και το κρίσιμο σημείο της ελληνικής εικόνας: η αρνητική αποταμίευση δεν αποτελεί μόνο ένδειξη χαμηλού διαθέσιμου εισοδήματος, αλλά και ένδειξη περιορισμένης οικονομικής ανθεκτικότητας.

Η ακρίβεια τρώει το περιθώριο για αποταμίευση

Η πίεση γίνεται περισσότερο κατανοητή αν εξεταστεί η διάρθρωση των οικογενειακών δαπανών. Όταν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος κατευθύνεται σε ανελαστικές ανάγκες, όπως η στέγαση, η ενέργεια και τα τρόφιμα, μειώνεται το ποσό που μπορεί να μετατραπεί σε αποταμίευση.

Η εικόνα του 2026 δείχνει ότι οι πιέσεις αυτές εξακολουθούν να υπάρχουν. Οι αυξήσεις στη στέγαση, στα καύσιμα, στην ενέργεια και σε βασικές κατηγορίες τροφίμων περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα που μπορεί να κατευθυνθεί σε καταθέσεις ή άλλες μορφές αποταμίευσης.

Έτσι, ακόμη και όταν τα ονομαστικά εισοδήματα αυξάνονται, το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσα χρήματα απομένουν μετά την κάλυψη των βασικών αναγκών.

Και η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει αρνητική αποταμίευση

Μια διαφορετική μέτρηση της Τράπεζας της Ελλάδος, που εκφράζει την αποταμίευση των νοικοκυριών ως ποσοστό του ΑΕΠ, οδηγεί επίσης σε αρνητικό αποτέλεσμα. Με βάση αυτή την προσέγγιση, η αποταμίευση διαμορφώθηκε στο -1,5% του ΑΕΠ τόσο το 2024 όσο και το 2025.

Η εικόνα αυτή συνδέεται με τις πληθωριστικές πιέσεις, την αυξημένη κατανάλωση και το βάρος των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων.

Οι δύο δείκτες δεν είναι απολύτως συγκρίσιμοι, καθώς χρησιμοποιούν διαφορετικούς ορισμούς και μεθοδολογίες. Συγκλίνουν, ωστόσο, στο βασικό συμπέρασμα: η ελληνική οικονομία δυσκολεύεται να δημιουργήσει ένα σταθερό αποταμιευτικό απόθεμα στα νοικοκυριά.

Το πραγματικό ζητούμενο είναι το διαθέσιμο εισόδημα

Η εξέλιξη της αποταμίευσης δείχνει γιατί η ονομαστική αύξηση των μισθών και των εισοδημάτων δεν αρκεί από μόνη της για να αποτυπώσει την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών.

Αν η αύξηση του εισοδήματος απορροφάται από υψηλότερα ενοίκια, λογαριασμούς ενέργειας, τρόφιμα, μετακινήσεις και άλλες βασικές δαπάνες, το ποσό που απομένει στο τέλος του μήνα μπορεί να μην αυξάνεται.

Για τα ελληνικά νοικοκυριά, επομένως, το κρίσιμο μέγεθος δεν είναι μόνο πόσο αυξάνεται το εισόδημα, αλλά πόσο από αυτό μπορεί να παραμείνει διαθέσιμο μετά την κάλυψη των βασικών αναγκών.

Η επίμονη αρνητική αποταμίευση αποτελεί έτσι έναν από τους πιο καθαρούς δείκτες της οικονομικής πίεσης που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα μεγάλο μέρος των νοικοκυριών. Η δυνατότητα δημιουργίας ενός αποθέματος ασφαλείας είναι τελικά αυτή που καθορίζει πόσο εύκολα μπορεί μια οικογένεια να αντιμετωπίσει μια απρόβλεπτη δαπάνη ή μια μελλοντική μείωση του εισοδήματός της.

Δείτε επίσης