Το Βρετανικό Μουσείο επιχειρεί να διατηρήσει ανοικτό τον δίαυλο με την Αθήνα για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, λίγες ώρες μετά τις πληροφορίες περί ουσιαστικού αδιεξόδου στις συνομιλίες των δύο πλευρών.
Εκπρόσωπος του Μουσείου δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι τόσο η θέση του ιδρύματος όσο και η διάθεσή του να καταλήξει σε συμφωνία «παραμένουν αμετάβλητες».
Η δήλωση έρχεται στον απόηχο δημοσιεύματος της Daily Telegraph, σύμφωνα με το οποίο οι διαπραγματεύσεις Ελλάδας και Βρετανικού Μουσείου έχουν ουσιαστικά οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Η βρετανική πλευρά, ωστόσο, δεν επιβεβαιώνει ότι η υπόθεση έχει κλείσει, παραπέμποντας στις πρόσφατες τοποθετήσεις του διευθυντή του Μουσείου, Νίκολας Κάλιναν.
Η εξέλιξη έρχεται μία ημέρα μετά το δημοσίευμα για το αδιέξοδο στις συνομιλίες Ελλάδας-Βρετανίας και την παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη στον Guardian για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα.
Το ζήτημα αποκτά νέο ενδιαφέρον καθώς στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον η διαφορετική ανάγνωση της κατάστασης: η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι οι διαπραγματεύσεις έχουν προσκρούσει στις βασικές διαφωνίες για την κυριότητα και τον δανεισμό, ενώ το Βρετανικό Μουσείο δηλώνει ότι εξακολουθεί να επιδιώκει συμφωνία.
«Η θέση του Μουσείου παραμένει αμετάβλητη»
Απαντώντας σε ερώτηση του ΑΠΕ-ΜΠΕ σχετικά με το εάν συμμερίζεται την εκτίμηση της Daily Telegraph ότι οι συνομιλίες έχουν περιέλθει ουσιαστικά σε αδιέξοδο, εκπρόσωπος του Βρετανικού Μουσείου απέφυγε να σχολιάσει ευθέως τον χαρακτηρισμό.
Η απάντησή του ήταν ότι «η θέση του Μουσείου και η διάθεσή του να καταλήξει σε συμφωνία παραμένουν αμετάβλητες».
Η διατύπωση αυτή αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής επανεκκίνησης της διαδικασίας, χωρίς όμως να διευκρινίζει εάν αυτή τη στιγμή πραγματοποιούνται ενεργές διαπραγματεύσεις με την ελληνική κυβέρνηση.
Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς σύμφωνα με τις πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν στη Βρετανία, οι τακτικές συνομιλίες έχουν σταματήσει και δεν έχει συμφωνηθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την επανέναρξή τους.
Η «αχτίδα ελπίδας» του Κάλιναν
Το Βρετανικό Μουσείο παρέπεμψε στις πρόσφατες δηλώσεις του Νίκολας Κάλιναν στους Financial Times, με αφορμή τη συμφωνία για τη μεταφορά της Ταπισερί της Μπαγιέ από τη Γαλλία στη Βρετανία.
Ο διευθυντής του Μουσείου είχε χαρακτηρίσει τη συμφωνία μια πιθανή «αχτίδα ελπίδας» και για την υπόθεση των Γλυπτών του Παρθενώνα.
«Θα ήλπιζα ότι μπορεί να υπάρξει κάποια απτή πρόοδος. Θα ήταν κάτι υπέροχο», είχε δηλώσει, συνδέοντας την επιτυχία της συμφωνίας για την Ταπισερί με την προοπτική να υπάρξει αντίστοιχη εξέλιξη και στις σχέσεις του Βρετανικού Μουσείου με την Ελλάδα.
Η βρετανική πλευρά φαίνεται έτσι να εξακολουθεί να βλέπει την Ταπισερί ως παράδειγμα μιας συμφωνίας που μπορεί να λειτουργήσει ως βάση για ευρύτερες πολιτιστικές συνεργασίες.
Γιατί η Αθήνα απορρίπτει τη σύγκριση με την Ταπισερί
Η ελληνική πλευρά, ωστόσο, έχει καταστήσει σαφές ότι δεν θεωρεί τις δύο περιπτώσεις αντίστοιχες.
Η Ταπισερί της Μπαγιέ μεταφέρθηκε από τη Γαλλία στη Βρετανία ως ενιαίο έργο και προβλέπεται να επιστρέψει στη Γαλλία. Στην περίπτωση των Γλυπτών, αντίθετα, το ζήτημα αφορά τμήματα ενός ενιαίου μνημείου που βρίσκονται σήμερα σε διαφορετικές χώρες.
Αυτό ήταν και το βασικό επιχείρημα του Κυριάκου Μητσοτάκη στο άρθρο του στον Guardian. Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι ο Παρθενώνας αποτελεί «συγκεκριμένη και εξαιρετική περίπτωση» και ότι η Ελλάδα δεν ζητά απλώς τη μεταφορά έργων από ένα μουσείο σε άλλο, αλλά την αποκατάσταση της ενότητας του μνημείου.
Η Αθήνα επιμένει παράλληλα ότι δεν μπορεί να αποδεχθεί μια συμφωνία που θα προϋπέθετε αναγνώριση της κυριότητας του Βρετανικού Μουσείου επί των Γλυπτών.
Το σημείο σύγκρουσης: δανεισμός ή επανένωση
Στην καρδιά της διαφωνίας βρίσκεται η διαφορετική αφετηρία των δύο πλευρών.
Το Βρετανικό Μουσείο έχει υποστηρίξει ότι το βρετανικό νομικό πλαίσιο δεν του επιτρέπει να παραχωρήσει οριστικά αντικείμενα της συλλογής του. Για τον λόγο αυτό έχει εξετάσει λύσεις που θα μπορούσαν να βασιστούν σε έναν μακροχρόνιο δανεισμό ή σε μια άλλη συμφωνία πολιτιστικής συνεργασίας.
Η Ελλάδα, από την πλευρά της, δεν αποδέχεται ότι τα Γλυπτά αποτελούν αντικείμενα που το Βρετανικό Μουσείο μπορεί να «δανείσει» στην Ελλάδα. Το ελληνικό αίτημα αφορά την επανένωσή τους με το μνημείο και συνδέεται άμεσα με το ζήτημα της κυριότητας.
Η διαφορά αυτή παραμένει το βασικό εμπόδιο για μια συμφωνία, παρά τις προσπάθειες που έγιναν τα τελευταία χρόνια για την εξεύρεση μιας ενδιάμεσης φόρμουλας.
Από το 2021 στις σημερινές δυσκολίες
Οι απευθείας επαφές Ελλάδας και Βρετανικού Μουσείου είχαν επανέλθει στο προσκήνιο το 2021, με στόχο να διερευνηθεί εάν υπήρχε τρόπος να επιτευχθεί μια συμφωνία που θα επέτρεπε την επιστροφή των Γλυπτών στην Αθήνα χωρίς να παραβιαστεί το βρετανικό νομικό πλαίσιο.
Το 2024 οι συζητήσεις είχαν φτάσει σε σημείο όπου υπήρχαν δημόσιες αναφορές για πιθανή συμφωνία. Εξετάστηκαν διάφορες φόρμουλες, μεταξύ άλλων μακροχρόνιες επιστροφές, πολιτιστικές ανταλλαγές και ένα ευρύτερο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ ελληνικών και βρετανικών μουσείων.
Οι σημερινές πληροφορίες δείχνουν ότι η προσπάθεια έχει προσκρούσει ξανά στο ζήτημα της κυριότητας και στη διαφορετική ερμηνεία του τι θα συνιστούσε αποδεκτή συμφωνία.
Το Βρετανικό Μουσείο, πάντως, δεν χαρακτηρίζει την υπόθεση λήξασα. Η φράση ότι η «διάθεση για συμφωνία παραμένει αμετάβλητη» αφήνει ανοικτό έναν μελλοντικό νέο κύκλο επαφών.
Η επόμενη μέρα μετά την παρέμβαση Μητσοτάκη
Η δήλωση του Βρετανικού Μουσείου αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή ακολουθεί την παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη στον Guardian. Ο πρωθυπουργός έθεσε δημοσίως τις ελληνικές «κόκκινες γραμμές», απορρίπτοντας τη λογική ενός δανεισμού που θα αναγνώριζε, άμεσα ή έμμεσα, τη βρετανική κυριότητα.
Από την άλλη πλευρά, το Βρετανικό Μουσείο επιλέγει να μην κλείσει την πόρτα. Η αναφορά στην Ταπισερί της Μπαγιέ δείχνει ότι το ίδρυμα εξακολουθεί να θεωρεί τις συμφωνίες πολιτιστικών ανταλλαγών ένα πιθανό εργαλείο για την επίλυση σύνθετων διαφορών.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι εάν υπάρχει διάθεση για διάλογο. Το ίδιο το Βρετανικό Μουσείο λέει ότι αυτή παραμένει. Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν μπορεί να βρεθεί κοινή φόρμουλα που θα γεφυρώσει τη βασική διαφορά: την ελληνική απαίτηση για επανένωση των Γλυπτών και τη βρετανική θέση που κινείται στο πλαίσιο των δυνατοτήτων του Μουσείου και του ισχύοντος νομικού καθεστώτος.






