Για δεκαετίες, η σχέση του αλκοόλ με την ανθρώπινη υγεία αποτελούσε αντικείμενο αντιπαράθεσης μεταξύ επιστημόνων, γιατρών και φορέων δημόσιας υγείας. Η εικόνα που είχε διαμορφωθεί στο δημόσιο διάλογο συχνά περιλάμβανε την άποψη ότι η μέτρια κατανάλωση, ιδίως κρασιού, θα μπορούσε να έχει ακόμη και προστατευτική δράση για την καρδιά. Μια νέα, εξαιρετικά εκτεταμένη επιστημονική ανάλυση έρχεται τώρα να προσθέσει κρίσιμες αποχρώσεις σε αυτή τη συζήτηση και να αναδείξει με μεγαλύτερη σαφήνεια τις επιπτώσεις του αλκοόλ στον ανθρώπινο οργανισμό.
Η μελέτη του Ινστιτούτου Μετρήσεων και Αξιολόγησης Υγείας (IHME) του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον, με επικεφαλής την Ελληνίδα ερευνήτρια Εμμανουέλα Γακίδου, δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Health και θεωρείται η πιο ολοκληρωμένη αξιολόγηση των επιπτώσεων της κατανάλωσης αλκοόλ σε 20 σημαντικές παθήσεις και καταστάσεις υγείας.
Οι ερευνητές ανέλυσαν 843 επιστημονικές μελέτες που είχαν δημοσιευθεί έως το 2023, επιχειρώντας να αποτυπώσουν την πιο συντηρητική και αξιόπιστη εκτίμηση των διαθέσιμων δεδομένων.
Ο καρκίνος αποτελεί τη μεγαλύτερη και πιο σταθερή απειλή
Το πιο σαφές και αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα της μελέτης αφορά τη σύνδεση του αλκοόλ με τον καρκίνο.
Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η κατανάλωση αλκοόλ συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο και για τους δέκα τύπους καρκίνου που εξετάστηκαν. Το σημαντικότερο εύρημα είναι ότι η αύξηση του κινδύνου εμφανίζεται ακόμη και σε πολύ χαμηλά επίπεδα κατανάλωσης, κάτω από ένα ποτό ημερησίως ή λιγότερα από δέκα γραμμάρια καθαρού αλκοόλ.
Η συσχέτιση καταγράφηκε για καρκίνους του φάρυγγα, του οισοφάγου, του παχέος εντέρου, του μαστού, του ήπατος, του παγκρέατος και του προστάτη. Ιδιαίτερα ανησυχητικά ήταν τα ευρήματα για τον καρκίνο του φάρυγγα, όπου ο κίνδυνος παρουσίασε αύξηση που ξεπερνά το 100% στα μεσαία επίπεδα κατανάλωσης.
Παράλληλα, οι ερευνητές κατέγραψαν σημαντικές αυξήσεις κινδύνου για καρκίνους του λάρυγγα, της στοματικής κοιλότητας και του παχέος εντέρου, ενώ για άλλες μορφές καρκίνου η επιβάρυνση εμφανίστηκε μικρότερη αλλά σταθερή και διαρκώς αυξανόμενη όσο αυξανόταν η κατανάλωση.
Τα ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επισημαίνει ότι η ενημέρωση των πολιτών σχετικά με τη σχέση αλκοόλ και καρκίνου παραμένει περιορισμένη σε πολλές χώρες.
Το ήπαρ πληρώνει βαρύ τίμημα
Πέρα από τον καρκίνο, η μελέτη επιβεβαιώνει τη σοβαρή επιβάρυνση που προκαλεί το αλκοόλ στο ήπαρ.
Οι ερευνητές κατέγραψαν σημαντική αύξηση του κινδύνου για κίρρωση και άλλες χρόνιες ηπατικές παθήσεις, με τις αυξήσεις να υπερβαίνουν το 40%. Παράλληλα, η παγκρεατίτιδα εμφάνισε αύξηση κινδύνου άνω του 22%.
Οι χρόνιες ηπατικές νόσοι αποτελούν ήδη μία από τις σημαντικότερες αιτίες θανάτου παγκοσμίως. Η αυξανόμενη κατανάλωση αλκοόλ σε αρκετές χώρες έχει οδηγήσει σε άνοδο των περιστατικών ηπατικής ανεπάρκειας και μεταμοσχεύσεων ήπατος, ιδιαίτερα σε νεότερες ηλικίες σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες.
Η περίπλοκη σχέση με την καρδιά και τον εγκέφαλο
Η μελέτη αναδεικνύει παράλληλα μια πιο σύνθετη εικόνα για ορισμένα καρδιομεταβολικά και νευρολογικά νοσήματα.
Σε χαμηλά έως μέτρια επίπεδα κατανάλωσης, η ανάλυση εντόπισε συσχέτιση με ελαφρώς μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2, νόσου Αλτσχάιμερ, άλλων μορφών άνοιας, ισχαιμικής καρδιοπάθειας και εγκεφαλικού επεισοδίου σε σύγκριση με όσους δεν καταναλώνουν αλκοόλ.
Οι μειώσεις κινδύνου ήταν σχετικά μικρές, αλλά στατιστικά ανιχνεύσιμες. Για παράδειγμα, ο διαβήτης τύπου 2 και η νόσος Αλτσχάιμερ συνδέθηκαν με μείωση κινδύνου κατά περίπου 4,5% και 6,4% αντίστοιχα.
Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει όταν η κατανάλωση αυξάνεται. Σε υψηλότερα επίπεδα πρόσληψης αλκοόλ, τα πιθανά οφέλη εξαφανίζονται και μετατρέπονται σε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης των ίδιων παθήσεων.
Η διαπίστωση αυτή ενισχύει τη θέση πολλών ειδικών ότι τα πιθανά καρδιαγγειακά οφέλη που είχαν περιγραφεί σε παλαιότερες μελέτες δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα υπέρ της κατανάλωσης αλκοόλ.
Δεν υπάρχει ένα «ασφαλές όριο» για όλους
Ένα από τα πιο σημαντικά συμπεράσματα της έρευνας είναι ότι τα επιστημονικά δεδομένα δεν υποστηρίζουν την ύπαρξη ενός ενιαίου και καθολικά ασφαλούς ορίου κατανάλωσης.
Οι ερευνητές δεν εντόπισαν ουσιαστικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα δύο φύλα, ενώ υπογραμμίζουν ότι η επίδραση του αλκοόλ εξαρτάται από το είδος της πάθησης που εξετάζεται.
Η δρ Εμμανουέλα Γακίδου επισημαίνει ότι η συζήτηση δεν πρέπει να περιορίζεται στο ερώτημα αν το αλκοόλ είναι «καλό» ή «κακό», αλλά να βασίζεται στην κατανόηση των διαφορετικών επιπέδων κινδύνου για κάθε νόσημα.
Όπως τονίζει, τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ξεκάθαρα ότι όσον αφορά τον καρκίνο, οποιαδήποτε κατανάλωση αλκοόλ συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο. Για άλλες παθήσεις η εικόνα είναι πιο σύνθετη, χωρίς όμως να δικαιολογεί την προτροπή για κατανάλωση.
Η νέα πρόκληση για τη δημόσια υγεία
Τα συμπεράσματα της μελέτης αναμένεται να τροφοδοτήσουν εκ νέου τη διεθνή συζήτηση γύρω από τις κατευθυντήριες οδηγίες για το αλκοόλ.
Τα τελευταία χρόνια, χώρες όπως ο Καναδάς και η Ιρλανδία έχουν αναθεωρήσει τις συστάσεις τους, υιοθετώντας πιο αυστηρή προσέγγιση και δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στον κίνδυνο καρκίνου. Παράλληλα, αυξάνονται οι φωνές που ζητούν προειδοποιητικές επισημάνσεις στις συσκευασίες αλκοολούχων ποτών αντίστοιχες με εκείνες που υπάρχουν στα προϊόντα καπνού.
Η νέα ανάλυση του IHME δεν καταλήγει σε απλοϊκά συμπεράσματα ούτε επιδιώκει να δαιμονοποιήσει την κατανάλωση αλκοόλ. Αντίθετα, προσφέρει έναν λεπτομερή χάρτη των επιστημονικών δεδομένων, αναδεικνύοντας ότι οι επιδράσεις του αλκοόλ διαφέρουν ανάλογα με τη νόσο, το επίπεδο κατανάλωσης και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ανθρώπου.
Το μήνυμα που προκύπτει είναι σαφές: η βαριά κατανάλωση αλκοόλ συνοδεύεται από σοβαρούς κινδύνους για την υγεία, ενώ ακόμη και οι μικρές ποσότητες δεν είναι απαλλαγμένες από συνέπειες, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την ανάπτυξη καρκίνου. Σε μια εποχή όπου η πρόληψη αποτελεί βασικό εργαλείο της δημόσιας υγείας, η ενημέρωση γύρω από αυτούς τους κινδύνους αποκτά μεγαλύτερη σημασία από ποτέ.






