31 Οκτ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • IL Consigliere
  • Τι δεν έδειξε ο χάρτης που παρουσίασε ο Μητσοτάκης στο Συμβούλιο Ασφαλείας

Τι δεν έδειξε ο χάρτης που παρουσίασε ο Μητσοτάκης στο Συμβούλιο Ασφαλείας

Image

Η παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για το τουρκολιβυκό μνημόνιο είχε σαφή διπλωματική στόχευση.

Ο πρωθυπουργός περιέγραψε με γεωγραφικά και νομικά επιχειρήματα την αυθαιρεσία της συμφωνίας Τουρκίας – Λιβύης, υπογράμμισε ότι αγνοεί την παρουσία των ελληνικών νησιών και επιχείρησε να μεταφέρει την ελληνική επιχειρηματολογία στο ανώτατο επίπεδο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Η επιλογή του να παρουσιάσει τον χάρτη της περιοχής ήταν σωστή ως προς την πολιτική σκοπιμότητα. Ωστόσο, η συγκεκριμένη απεικόνιση δημιουργεί ένα σοβαρό ερώτημα: γιατί η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να δείξει μόνο τη γραμμή που αμφισβητεί η Αθήνα και όχι και τις θαλάσσιες ζώνες που, σύμφωνα με την ελληνική θέση, δικαιούνται τα νησιά του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου;

Η διαφορά δεν είναι τεχνική ούτε αφορά μια λεπτομέρεια χαρτογραφικού σχεδιασμού. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα παρουσιάζει διεθνώς τις θέσεις της για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ, την επήρεια των νησιών και το εύρος των δυνητικών θαλάσσιων δικαιωμάτων της.

Η Τουρκία και η Λιβύη δεν έχουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές. Η Ελλάδα, αντίθετα, έχει γεωγραφική συνέχεια και θαλάσσια γειτνίαση με τη Λιβύη, ενώ τα ελληνικά νησιά βρίσκονται ανάμεσα στις ακτές των δύο χωρών. Αυτό ήταν το βασικό επιχείρημα του πρωθυπουργού. Και ήταν ένα επιχείρημα που άξιζε να ακουστεί στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

Η εικόνα, όμως, ενός πρωθυπουργού που κρατά έναν χάρτη μπροστά στα μέλη του Συμβουλίου έχει τη δική της σημασία. Ο χάρτης δεν είναι απλώς εποπτικό υλικό. Είναι μέρος της διπλωματικής επιχειρηματολογίας. Και όταν παρουσιάζεται ως αποτύπωση της γεωγραφικής και νομικής πραγματικότητας, οφείλει να περιλαμβάνει όλα τα κρίσιμα στοιχεία της ελληνικής θέσης.

Ο χάρτης που δεν έδειξε τις ελληνικές διεκδικήσεις

Εδώ βρίσκεται η ουσία της κριτικής. Ο χάρτης που παρουσιάστηκε στον ΟΗΕ αποτύπωνε τη γραμμή του τουρκολιβυκού μνημονίου και τη γεωγραφική θέση των ελληνικών νησιών, χωρίς να αναδεικνύει με αντίστοιχη σαφήνεια τις δυνητικές ελληνικές θαλάσσιες ζώνες. Έτσι, η ελληνική επιχειρηματολογία περιορίστηκε ουσιαστικά στην απόρριψη της τουρκικής χάραξης, χωρίς να συνοδεύεται από μια ολοκληρωμένη παρουσίαση της ελληνικής αντίληψης για την περιοχή.

Η Ελλάδα έχει συγκεκριμένη θέση για τα δικαιώματα των νησιών της. Η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει ότι τα νησιά, με τις εξαιρέσεις που ορίζει, διαθέτουν δικαίωμα σε χωρικά ύδατα, υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Η ακριβής επήρεια κάθε νησιού σε μια οριοθέτηση, ωστόσο, δεν είναι δεδομένη σε όλες τις περιπτώσεις. Κρίνεται με βάση τη γεωγραφία, τις σχετικές περιστάσεις και τη διεθνή νομολογία.

Η ελληνική θέση για το Καστελλόριζο και την επήρεια των νησιών αποτελεί κεντρικό στοιχείο αυτής της επιχειρηματολογίας. Το νησιωτικό σύμπλεγμα δεν μπορεί να εξαφανίζεται από τους χάρτες που σχεδιάζουν τρίτες χώρες. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μια ελληνική απεικόνιση πρέπει να εμφανίζει ως ήδη οριοθετημένη και διεθνώς κατοχυρωμένη κάθε δυνητική έκταση θαλάσσιας δικαιοδοσίας.

Ακριβώς εδώ θα μπορούσε να υπάρχει μια πληρέστερη διπλωματική παρουσίαση: δύο χάρτες, ο ένας με την αμφισβητούμενη τουρκολιβυκή γραμμή και ο δεύτερος με τις ελληνικές θέσεις για τις θαλάσσιες ζώνες, τις οποίες η Αθήνα θεωρεί ότι απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο. Με αυτόν τον τρόπο, τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας θα είχαν μπροστά τους τόσο την καταγγελία όσο και την ελληνική αντιπρόταση.

Η συζήτηση για τους διαφορετικούς χάρτες Αθήνας και Άγκυρας δεν είναι καινούργια. Η Τουρκία επιχειρεί να παγιώσει τη δική της αντίληψη για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες, ενώ η Ελλάδα καλείται να αντιπαραθέτει συστηματικά τη δική της νομική και γεωγραφική τεκμηρίωση.

Τι ισχύει με τον χάρτη της Σεβίλλης

Στο ίδιο πλαίσιο επανέρχεται και ο περίφημος χάρτης της Σεβίλλης, ο οποίος χρησιμοποιείται συχνά στην ελληνική δημόσια συζήτηση ως αποτύπωση των δυνητικών θαλάσσιων δικαιωμάτων της χώρας. Ο χάρτης αυτός έχει πράγματι πολιτική και χαρτογραφική σημασία, αλλά χρειάζεται προσοχή στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται.

Δεν αποτελεί δεσμευτική ευρωπαϊκή πράξη, ούτε έχει υιοθετηθεί ως επίσημος χάρτης οριοθέτησης της ΑΟΖ από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει διευκρινίσει ότι η θέσπιση και η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών ανήκουν στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών και ότι ο χάρτης της Σεβίλλης δεν έχει νομική ισχύ.

Αυτό δεν ακυρώνει τη σημασία του ως εργαλείου απεικόνισης μιας συγκεκριμένης προσέγγισης. Ακυρώνει, όμως, την εύκολη επίκλησή του ως χάρτη που έχει ήδη κατοχυρώσει διεθνώς τα ελληνικά θαλάσσια δικαιώματα. Η Ελλάδα χρειάζεται να παρουσιάζει τις θέσεις της με νομική ακρίβεια και όχι να στηρίζεται σε πολιτικούς συμβολισμούς.

Τα έξι μίλια δεν είναι το σύνολο των ελληνικών θαλάσσιων δικαιωμάτων

Ένα ακόμη ζήτημα που χρειάζεται αποσαφήνιση είναι η αναφορά στα έξι ναυτικά μίλια. Σήμερα, στο Αιγαίο, η ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη εκτείνεται στα έξι ναυτικά μίλια. Στο Ιόνιο έχει ήδη επεκταθεί στα 12 ναυτικά μίλια, ενώ η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμα επέκτασης και σε άλλες περιοχές.

Η αιγιαλίτιδα ζώνη, όμως, δεν πρέπει να συγχέεται με την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ. Στα χωρικά ύδατα το κράτος ασκεί κυριαρχία. Στην ΑΟΖ ασκεί συγκεκριμένα κυριαρχικά δικαιώματα και δικαιοδοσία, ενώ στην υφαλοκρηπίδα διαθέτει αποκλειστικά δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους.

Τα δικαιώματα αυτά στην υφαλοκρηπίδα υφίστανται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται ανακήρυξη ή προηγούμενη πραγματική άσκησή τους. Επομένως, η εικόνα μιας θάλασσας πέρα από τα έξι μίλια ως μιας περιοχής στην οποία η Ελλάδα δεν έχει κανένα δικαίωμα θα ήταν νομικά εσφαλμένη.

Το ίδιο ισχύει και για τον χαρακτηρισμό όλων αυτών των περιοχών ως «διεθνών υδάτων». Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας δεν εξαφανίζει τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους στην υφαλοκρηπίδα ή την ΑΟΖ. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, ειδικά όταν η Τουρκία επιχειρεί να εμφανίσει την παρουσία της σε περιοχές ελληνικού ενδιαφέροντος ως αυτονόητη.

Η Αθήνα έχει άλλωστε βρεθεί επανειλημμένα αντιμέτωπη με τέτοιες πρακτικές, από τις τουρκικές NAVTEX μέχρι τις μονομερείς θαλάσσιες χωροθετήσεις. Η υπόθεση των τουρκικών θαλάσσιων πάρκων είναι ένα ακόμη παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η Άγκυρα επιχειρεί να δημιουργήσει νέα δεδομένα μέσα από διαδοχικές κινήσεις.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι η στρατηγική της Αθήνας

Υπάρχει, ωστόσο, και μια βαθύτερη διάσταση. Η Ελλάδα δεν μπορεί να περιορίζεται στην καταγγελία των τουρκικών διεκδικήσεων. Χρειάζεται να διαμορφώνει και να παρουσιάζει με συνέπεια τη δική της στρατηγική για τις θαλάσσιες ζώνες, με σαφή νομική βάση, χαρτογραφική τεκμηρίωση και συγκεκριμένες διπλωματικές πρωτοβουλίες.

Το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 παραμένει ένα σοβαρό πρόβλημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Η πρόσφατη επικύρωσή του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης και η επιμονή της Άγκυρας να το χρησιμοποιεί ως βάση των διεκδικήσεών της καθιστούν ακόμη πιο αναγκαία μια ενεργητική ελληνική παρουσία. Η διπλωματική αντιπαράθεση στον ΟΗΕ έδειξε ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να εγκαταλείψει εύκολα αυτή τη γραμμή.

Ο Τούρκος μόνιμος αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ, Αχμέτ Γιλντίζ, έσπευσε μάλιστα να απαντήσει ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν είναι δικαστήριο οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών και ότι ένας χάρτης απεικονίζει έναν ισχυρισμό, αλλά δεν μπορεί να τον κρίνει. Η τοποθέτηση αυτή δεν αναιρεί την ελληνική επιχειρηματολογία. Υπενθυμίζει, όμως, ότι η παρουσίαση ενός χάρτη δεν υποκαθιστά τη νομική διαδικασία και την πολιτική στρατηγική.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε κάθε λόγο να αναδείξει το τουρκολιβυκό μνημόνιο στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Η ελληνική προεδρία του οργάνου προσέφερε μια σημαντική ευκαιρία διεθνοποίησης του ζητήματος. Η ομιλία του είχε σαφή επιχειρήματα και η επιλογή του να αναδείξει τη γεωγραφική αυθαιρεσία της συμφωνίας ήταν εύστοχη.

Το πρόβλημα βρίσκεται στην εικόνα που συνόδευσε την ομιλία. Εάν η κυβέρνηση ήθελε να παρουσιάσει ολοκληρωμένα την ελληνική θέση, όφειλε να έχει προετοιμάσει έναν χάρτη που να δείχνει όχι μόνο τι διεκδικούν Τουρκία και Λιβύη, αλλά και τι διεκδικεί η Ελλάδα βάσει του Διεθνούς Δικαίου.

Και αυτό δεν είναι δουλειά ενός γραφίστα ή ενός χαρτογράφου. Είναι ζήτημα εξωτερικής πολιτικής. Η ευθύνη ανήκει πρωτίστως στην πολιτική ηγεσία και στους συμβούλους που προετοίμασαν την παρέμβαση, με αυτονόητο ρόλο του υπουργείου Εξωτερικών.

Στον ΟΗΕ ο πρωθυπουργός εκπροσώπησε την Ελλάδα, όχι απλώς την κυβέρνηση. Γι’ αυτό και κάθε χάρτης που παρουσιάζεται εκεί οφείλει να αποτυπώνει με ακρίβεια το σύνολο των ελληνικών θέσεων. Η διπλωματική επιτυχία δεν μετριέται μόνο από τις σωστές δηλώσεις, αλλά και από την πληρότητα των επιχειρημάτων που τις συνοδεύουν.

Δείτε επίσης