Η αναφορά του Χακάν Φιντάν σε συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ταγίπ Ερντογάν στη Νέα Υόρκη προκαλεί εύλογα ερωτήματα για το πότε έγινε η συζήτηση και ποια ήταν η πραγματική έκταση των επαφών Αθήνας και Άγκυρας για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου.
Οι δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών στα «Νέα» έφεραν ξανά στο προσκήνιο το διπλωματικό παρασκήνιο του Great Sea Interconnector (GSI), σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας με την Τουρκία παραμένουν ανοικτοί.
Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στη διατύπωση του Φιντάν: ο ίδιος συνέδεσε τις συζητήσεις για το καλώδιο με επαφές του με τον Έλληνα πρωθυπουργό και τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, ενώ απέδωσε στον Ερντογάν την πρωτοβουλία να θέσει το ζήτημα σε συνάντηση με τον Μητσοτάκη στη Νέα Υόρκη. Η αναφορά αυτή αφήνει ανοιχτό το ερώτημα αν περιγράφει μια παλαιότερη συζήτηση ή αν υπήρξε κάποια επαφή που δεν έγινε γνωστή δημοσίως.
Τι ακριβώς είπε ο Χακάν Φιντάν για το καλώδιο
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, απαντώντας σε ερωτήσεις των «Νέων» μετά την ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Πολιτικής (EPC) στις Βρυξέλλες, στις 20 Οκτωβρίου, υποστήριξε ότι η Άγκυρα δεν αντιτίθεται στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου. Έθεσε, ωστόσο, ως προϋπόθεση τη γραπτή ενημέρωση της Τουρκίας για τις θαλάσσιες έρευνες και τις συντεταγμένες των εργασιών.
Ο Φιντάν ανέφερε ότι το ζήτημα έχει συζητηθεί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Εμανουέλ Μακρόν. Στη συνέχεια, πρόσθεσε ότι ο Ερντογάν έθεσε το θέμα στον Έλληνα πρωθυπουργό κατά τη συνάντησή τους στη Νέα Υόρκη, υποστηρίζοντας ότι ο Τούρκος πρόεδρος είχε χαρακτηρίσει το έργο αξιόλογο, προτού προτείνει ως εναλλακτική την προμήθεια ενέργειας από την Τουρκία.
Η τοποθέτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Άγκυρα συνδέει την αποδοχή του έργου με τη διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος στις θαλάσσιες περιοχές όπου υπάρχουν ελληνοτουρκικές διαφορές. Η απαίτηση για γραπτή ενημέρωση γεννά το ερώτημα αν πρόκειται για απλή γνωστοποίηση των εργασιών ή για προσπάθεια να αποκτήσει η Τουρκία λόγο σε μια διαδικασία που η Αθήνα θεωρεί ότι εμπίπτει στη δική της αρμοδιότητα.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο άτυπος διάλογος Φιντάν – Γεραπετρίτη για το καλώδιο αποκτά ξεχωριστή βαρύτητα. Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών έχει επισημάνει ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που καλείται να δώσει άδεια για το έργο και ότι η ενημέρωση για τις έρευνες δεν συνεπάγεται αναγνώριση δικαιώματος αδειοδότησης στην Τουρκία.
Το ερώτημα για τη συνάντηση στη Νέα Υόρκη
Εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Η αναφορά του Φιντάν στον Ερντογάν και στη συνάντηση με τον Μητσοτάκη δημιουργεί μια χρονική ασάφεια που χρειάζεται διευκρίνιση. Η τελευταία δημόσια γνωστή συνάντηση των δύο ηγετών πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2024, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Για το 2025 είχε υπάρξει σχεδιασμός συνάντησης, χωρίς αυτή να πραγματοποιηθεί τελικά, ενώ το 2026 δεν υπήρχε προγραμματισμένο ραντεβού.
Η απουσία προγραμματισμένης συνάντησης το 2026 δεν αποκλείει από μόνη της μια τηλεφωνική επικοινωνία ή μια άτυπη επαφή. Ούτε, όμως, τεκμηριώνει ότι πραγματοποιήθηκε μυστική συνάντηση. Για να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα απαιτούνται συγκεκριμένα στοιχεία: ημερομηνία, τόπος, συμμετέχοντες και επιβεβαίωση από κάποια από τις εμπλεκόμενες πλευρές.
Η σχετική αναφορά του Φιντάν μπορεί να αφορά τη συνάντηση του 2024 και μια συζήτηση που έγινε τότε. Μπορεί επίσης να περιγράφει με συνοπτικό τρόπο διαβουλεύσεις που εξελίχθηκαν σε διαφορετικό χρόνο. Χωρίς πρόσθετες διευκρινίσεις, καμία από αυτές τις εκδοχές δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη.
Η χρονική αυτή ασάφεια είναι ακόμη πιο αξιοσημείωτη επειδή, τον Σεπτέμβριο του 2026, ο Μητσοτάκης είχε δηλώσει ότι δεν προβλεπόταν συνάντηση με τον Ερντογάν στη Νέα Υόρκη. Όπως είχε μεταδώσει το Libre.gr για το πρόγραμμα του πρωθυπουργού στη Νέα Υόρκη, οι δύο ηγέτες δεν είχαν προγραμματισμένο ραντεβού στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.
Οι διαβουλεύσεις Αθήνας – Άγκυρας – Παρισιού
Πέρα από το ζήτημα της συνάντησης, οι δηλώσεις του Τούρκου υπουργού αποτυπώνουν ότι το καλώδιο έχει ενταχθεί σε μια ευρύτερη διπλωματική συζήτηση. Η αναφορά του σε επαφές με τον Μητσοτάκη και τον Μακρόν υποδηλώνει ότι το έργο απασχολεί περισσότερα από δύο μέρη, καθώς η Γαλλία έχει ισχυρό ενδιαφέρον για την υλοποίησή του.
Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου αποτελεί έργο ευρωπαϊκής σημασίας, με στρατηγικές και οικονομικές διαστάσεις. Η υλοποίησή της συνδέεται με την ενεργειακή ασφάλεια, την ενίσχυση των διασυνδέσεων στην Ανατολική Μεσόγειο και την αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων. Παράλληλα, η Τουρκία επιχειρεί να εντάξει τις έρευνες και τις εργασίες πόντισης του καλωδίου στο πλαίσιο των δικών της διεκδικήσεων για τις θαλάσσιες αρμοδιότητες.
Η δημόσια τοποθέτηση του Φιντάν, επομένως, δεν αποτελεί απλώς μια δήλωση για ένα ενεργειακό έργο. Συνδέει την πορεία του GSI με την ευρύτερη διαχείριση των ελληνοτουρκικών διαφορών και με την επιδίωξη της Άγκυρας να διατηρήσει τον έλεγχο της διπλωματικής ατζέντας στην περιοχή.
Τι λέει η Αθήνα και τι μένει να διευκρινιστεί
Η ελληνική πλευρά έχει διαχωρίσει την ενημέρωση για τις θαλάσσιες εργασίες από την αδειοδότηση του έργου, επιμένοντας ότι η αρμοδιότητα ανήκει στην Ελλάδα. Η θέση αυτή αποτυπώθηκε και στις δηλώσεις του κυβερνητικού βουλευτή Χαράλαμπου Χατζηβασιλείου, σύμφωνα με τις οποίες η Ελλάδα είναι η μόνη αρμόδια χώρα για την αδειοδότηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης.
Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει υποστηρίξει ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας με την Τουρκία παραμένουν ανοικτοί, ακόμη και όταν οι δύο πλευρές διαφωνούν σε κρίσιμα ζητήματα. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός, σε πρόσφατη συνέντευξή του, είχε αναφέρει ότι δεν υπήρχε προγραμματισμένη συνάντηση με τον Ερντογάν, χωρίς να αποκλείσει το ενδεχόμενο μιας επαφής της τελευταίας στιγμής.
Το ζητούμενο τώρα είναι αν το Μέγαρο Μαξίμου θα διευκρινίσει σε ποια συνάντηση αναφερόταν ο Φιντάν και αν το θέμα του καλωδίου είχε τεθεί τότε από τον Τούρκο πρόεδρο. Μια σαφής απάντηση θα ξεκαθάριζε αν πρόκειται για αναφορά σε γνωστή διπλωματική επαφή ή για μια διαφορετική επικοινωνία που δεν είχε δημοσιοποιηθεί.
Μέχρι να υπάρξει αυτή η διευκρίνιση, η συζήτηση για μυστική συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν παραμένει ένα ερώτημα που γεννήθηκε από τις δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών. Η πολιτική σημασία της υπόθεσης βρίσκεται κυρίως στο τι συζητήθηκε για το καλώδιο, ποιοι συμμετείχαν στις διαβουλεύσεις και αν η Αθήνα και η Άγκυρα έχουν συμφωνήσει σε κάποιο πλαίσιο συνεννόησης που δεν έχει ακόμη παρουσιαστεί δημόσια.





