31 Οκτ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • To the Point
  • Explainer: Τρία σενάρια για τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ- Θα αποδυναμωθεί ο Τραμπ ή θα παραμείνει ανεξέλεγκτος;

Explainer: Τρία σενάρια για τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ- Θα αποδυναμωθεί ο Τραμπ ή θα παραμείνει ανεξέλεγκτος;

Image

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου δεν θα κρίνουν μόνο ποιος θα ελέγχει το Κογκρέσο. Θα καθορίσουν τα περιθώρια κινήσεων του Ντόναλντ Τραμπ έως το 2028, τις σχέσεις της Ουάσιγκτον με την Ευρώπη, τη στάση της απέναντι στη Ρωσία και την Κίνα και τη διαχείριση των κρίσεων στη Μέση Ανατολή. Οι αναλύσεις του Reuters, του Brookings Institution και του Council on Foreign Relations που επεξεργάσθηκε και παραθέτει το anatropinews συγκλίνουν σε μία βασική εκτίμηση: μια εκλογική ήττα μπορεί να περιορίσει την εσωτερική ισχύ του Αμερικανού προέδρου, χωρίς απαραιτήτως να τον κάνει πιο μετριοπαθή διεθνώς.

Τρεις ημέρες πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, το ερώτημα δεν είναι απλώς αν οι Ρεπουμπλικανοί θα χάσουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων ή ακόμη και τη Γερουσία. Είναι τι θα κάνει ο Ντόναλντ Τραμπ εάν διαπιστώσει ότι οι Αμερικανοί ψηφοφόροι αποδοκιμάζουν την πολιτική του, δύο χρόνια μετά τη θριαμβευτική επιστροφή του στον Λευκό Οίκο.

Θα επιχειρήσει να ανασυντάξει την πολιτική του, υιοθετώντας πιο συμβιβαστικές θέσεις; Ή θα επιλέξει τη σύγκρουση με το Κογκρέσο, μεταφέροντας ακόμη μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής του δραστηριότητας στο πεδίο όπου ο Αμερικανός πρόεδρος διαθέτει ευρύτερες εξουσίες: την εξωτερική πολιτική;

Η δεύτερη εκδοχή αντιμετωπίζεται ως σοβαρό ενδεχόμενο από σημαντικούς αναλυτές της αμερικανικής πολιτικής.

Στην πρόσφατη ανάλυση του Brookings Institution για τις συνέπειες των ενδιάμεσων εκλογών, ο ειδικός σε θέματα Κίνας και αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής Ράιαν Χας (Ryan Hass) εκτιμά ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να εντείνει την εμπορική αντιπαράθεση με άλλες χώρες, ακόμη και εάν χάσει την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία.

Η συλλογιστική είναι πολιτικά εύλογη: ένας πρόεδρος που δυσκολεύεται να περάσει νομοσχέδια στο Κογκρέσο μπορεί να επιδιώξει να αποδείξει ότι εξακολουθεί να ελέγχει τις εξελίξεις στη διεθνή σκηνή.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει υποχρεωτικά περισσότερους πολέμους. Μπορεί να σημαίνει περισσότερους δασμούς, σκληρότερη διπλωματική ρητορική, μονομερείς αποφάσεις και εντονότερη πίεση προς συμμάχους.

Τι πραγματικά διακυβεύεται στις 3 Νοεμβρίου

Οι Αμερικανοί εκλέγουν το σύνολο των 435 μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων και ψηφίζουν σε 35 αναμετρήσεις για τη Γερουσία, συμπεριλαμβανομένων δύο ειδικών εκλογών. Παράλληλα διεξάγονται εκλογές για κυβερνήτες και πλήθος πολιτειακών αξιωμάτων.

Η αναμέτρηση δεν αφορά την προεδρία. Ο Τραμπ παραμένει πρόεδρος έως τον Ιανουάριο του 2029, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα.

Ωστόσο, το Κογκρέσο εγκρίνει τις ομοσπονδιακές δαπάνες, νομοθετεί, ελέγχει την εκτελεστική εξουσία και, μέσω της Γερουσίας, συμμετέχει στην έγκριση κρίσιμων διορισμών.

Όπως επισημαίνει το World Economic Forum σε αναλυτικό explainer, στις 20 από τις τελευταίες 22 ενδιάμεσες εκλογές το κόμμα του εν ενεργεία προέδρου έχασε έδαφος. Η φθορά, επομένως, δεν αποτελεί αμερικανική πολιτική εξαίρεση αλλά σχεδόν ιστορικό κανόνα.

Η συγκυρία του 2026 είναι, ωστόσο, ιδιαίτερη. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν προβάδισμα των Δημοκρατικών σε εθνικό επίπεδο, ενώ η μάχη για τη Γερουσία παραμένει περισσότερο αμφίρροπη. Η δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής, οι συνέπειες του πολέμου με το Ιράν και οι εμπορικές επιλογές του Λευκού Οίκου επηρεάζουν την προεκλογική συζήτηση.

Το Reuters, 25 Οκτωβρίου, αναλύοντας τα πιθανά αποτελέσματα, περιγράφει τρεις βασικές εκδοχές για την επόμενη ημέρα.

Τα τρία σενάρια της κάλπης

Σενάριο πρώτο: Οι Δημοκρατικοί κερδίζουν τη Βουλή, οι Ρεπουμπλικανοί κρατούν τη Γερουσία.

Πρόκειται για το σενάριο που εμφανίζεται ως πιθανότερο στις προεκλογικές εκτιμήσεις. Ο Τραμπ χάνει τη δυνατότητα να προωθεί εύκολα τη νομοθετική του ατζέντα, αλλά διατηρεί σημαντικά θεσμικά στηρίγματα.

Σενάριο δεύτερο: Οι Δημοκρατικοί κατακτούν και τα δύο σώματα του Κογκρέσου.

Είναι η σοβαρότερη πολιτική ήττα για τον πρόεδρο. Η κυβέρνησή του θα αντιμετωπίσει μεγαλύτερους περιορισμούς σε δαπάνες, διορισμούς και νομοθετικές πρωτοβουλίες, καθώς και ενισχυμένο κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Σενάριο τρίτο: Οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν και τα δύο σώματα.

Ο Τραμπ θα μπορεί να παρουσιάσει το αποτέλεσμα ως επιβεβαίωση της πολιτικής του και να επιδιώξει την επιτάχυνση της ατζέντας του, χωρίς αυτό να εξαλείφει τις εσωκομματικές αντιστάσεις.

Αν χάσει τη Βουλή: Η αρχή μιας διετούς σύγκρουσης

Μια Δημοκρατική πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων θα αποκτήσει τον έλεγχο σημαντικών κοινοβουλευτικών επιτροπών και τη δυνατότητα να ξεκινήσει έρευνες για τη δράση της κυβέρνησης.

Θα μπορούσε να καλέσει κυβερνητικά στελέχη σε ακροάσεις, να απαιτήσει την προσκόμιση εγγράφων και να εξετάσει πτυχές της πολιτικής του Λευκού Οίκου.

Το Reuters επισημαίνει, πάντως, ένα ουσιαστικό όριο: ακόμη και αν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τη δυνατότητα έκδοσης κλητεύσεων, η επιβολή τους μπορεί να προσκρούσει στην άρνηση συνεργασίας κυβερνητικών στελεχών και στις νομικές αντιπαραθέσεις που θα ακολουθήσουν.

Ο Τραμπ, από την πλευρά του, θα διατηρήσει το προεδρικό βέτο, τις εκτελεστικές αρμοδιότητές του και την εξουσία να καθορίζει μεγάλο μέρος της εξωτερικής πολιτικής.

Επομένως, η απώλεια της Βουλής δεν θα ισοδυναμεί με πολιτική παράλυση του Λευκού Οίκου. Πιθανότερα θα εγκαινιάσει μια περίοδο έντονου θεσμικού ανταγωνισμού.

Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα παράμετρος είναι ότι ο πρόεδρος θα μπορούσε να αξιοποιήσει αυτή τη σύγκρουση πολιτικά, παρουσιάζοντας το Κογκρέσο ως εμπόδιο στην εφαρμογή των προεκλογικών του δεσμεύσεων.

Αν χάσει και τη Γερουσία: Πόσο θα περιοριστεί;

Η απώλεια και της Γερουσίας θα έχει πολύ μεγαλύτερες συνέπειες.

Οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να παρεμποδίζουν ή να καθυστερούν κυβερνητικούς διορισμούς, να επηρεάζουν την επιλογή ομοσπονδιακών δικαστών και να αυξάνουν την πίεση στην κυβέρνηση μέσω των αρμοδιοτήτων του Κογκρέσου.

Η σχετική ανάλυση του Brookings υπογραμμίζει ότι η δυνατότητα του Τραμπ να διαμορφώσει περαιτέρω τη σύνθεση της ομοσπονδιακής Δικαιοσύνης θα περιοριστεί αισθητά.

Θα μπορούσαν, επίσης, να δημιουργηθούν προϋποθέσεις για νέες κοινοβουλευτικές διαδικασίες εναντίον του προέδρου. Η Βουλή έχει τη δυνατότητα να κινήσει διαδικασία παραπομπής (impeachment), όμως η καταδίκη και απομάκρυνση από το αξίωμα απαιτεί πλειοψηφία δύο τρίτων στη Γερουσία.

Κατά συνέπεια, ακόμη και η κατάκτηση και των δύο σωμάτων από τους Δημοκρατικούς δεν θα συνεπάγεται αυτομάτως απομάκρυνση του Τραμπ ή δυνατότητα πλήρους ανατροπής της πολιτικής του.

Θα πρόκειται, όμως, για μια βαθιά αλλαγή του συσχετισμού εξουσίας στην Ουάσιγκτον.

Θα γίνει πιο σκληρός ο Τραμπ; Η διάκριση ανάμεσα στην οικονομική και τη στρατιωτική ισχύ

Το πιο ενδιαφέρον ερώτημα αφορά την αντίδραση του Αμερικανού προέδρου σε μια εκλογική ήττα.

Η ανάλυση του Brookings διατυπώνει μια ιδιαίτερα σημαντική διάκριση: ο Τραμπ ενδέχεται να γίνει πιο επιθετικός στην εμπορική πολιτική, χωρίς να επιδιώξει αντίστοιχη κλιμάκωση της στρατιωτικής αντιπαράθεσης με μεγάλες δυνάμεις.

Ο Ράιαν Χας εκτιμά ότι ο πρόεδρος θα συνεχίσει να δοκιμάζει τα όρια των εξουσιών του στην επιβολή δασμών, επιδιώκοντας παραχωρήσεις από εμπορικούς εταίρους και αντιπάλους. Οι αντιδράσεις του Κογκρέσου και οι δικαστικές αμφισβητήσεις δεν είναι βέβαιο ότι θα τον αποτρέψουν.

Αντίθετα, στο πεδίο της εθνικής ασφάλειας, η ίδια ανάλυση προβλέπει πιθανή μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, με παράλληλη επίδειξη ισχύος στη Λατινική Αμερική.

Πρόκειται για μια προσέγγιση που συνδυάζει την επιθετική διπλωματία με την επιλεκτική αποφυγή νέων μεγάλων στρατιωτικών συγκρούσεων.

Η πολιτική λογική πίσω από αυτή την εκτίμηση είναι ότι ο Τραμπ θα θελήσει να εμφανιστεί ως ισχυρός ηγέτης, χωρίς να επωμιστεί το οικονομικό και πολιτικό κόστος μιας νέας παρατεταμένης αντιπαράθεσης με τη Ρωσία ή την Κίνα.

Δεν αποκλείεται, ωστόσο, μια διαφορετική αντίδραση: η εκλογική αποδοκιμασία να ενισχύσει την τάση του για μονομερείς κινήσεις και αναζήτηση γρήγορων διπλωματικών επιτυχιών.

Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η πολιτική αποδυνάμωση στο εσωτερικό δεν μεταφράζεται αναγκαστικά σε αυτοσυγκράτηση στο εξωτερικό. Ενδέχεται μάλιστα να συμβεί το αντίθετο, ιδιαίτερα σε τομείς όπου ο Λευκός Οίκος μπορεί να κινηθεί χωρίς νέα νομοθεσία.

Ο πόλεμος με το Ιράν: Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία

Ο πόλεμος με το Ιράν αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές παραμέτρους της εκλογικής αναμέτρησης.

Σύμφωνα με το Council on Foreign Relations, 29 Οκτωβρίου, οι συνέπειες της σύγκρουσης στις τιμές της ενέργειας έχουν επηρεάσει σημαντικά την οικονομική καθημερινότητα των Αμερικανών.

Η αύξηση του κόστους των καυσίμων και η επιτάχυνση του πληθωρισμού μετατρέπουν ένα ζήτημα εξωτερικής πολιτικής σε κεντρικό θέμα της εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Εάν οι Δημοκρατικοί κατακτήσουν ένα ή και τα δύο σώματα του Κογκρέσου, θα αποκτήσουν μεγαλύτερες δυνατότητες να απαιτήσουν λογοδοσία για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και να επηρεάσουν τη χρηματοδότησή τους.

Σε ειδική ανάλυση του Reuters με τίτλο Four ways US foreign policy could change if Democrats win in November, η Πατρίσια Ζένγκερλε εξηγεί ότι μια Δημοκρατική πλειοψηφία θα μπορούσε να πιέσει τον Τραμπ να ζητήσει ρητή εξουσιοδότηση του Κογκρέσου για τη συνέχιση του πολέμου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να τερματίσουν αυτομάτως τις επιχειρήσεις. Θα μπορούν, όμως, να χρησιμοποιήσουν τον προϋπολογισμό και τον κοινοβουλευτικό έλεγχο ως μέσα πίεσης.

Για τον Τραμπ δημιουργούνται δύο αντίρροπα κίνητρα: από τη μία, να επιδιώξει μια συμφωνία που θα παρουσιάσει ως προσωπική επιτυχία· από την άλλη, να αποφύγει την εικόνα υποχώρησης υπό την πίεση των πολιτικών του αντιπάλων.

Η τελική επιλογή θα εξαρτηθεί και από την εξέλιξη της ίδιας της σύγκρουσης.

Ουκρανία και Ρωσία: Μπορούν οι Δημοκρατικοί να αλλάξουν τη γραμμή του Λευκού Οίκου;

Μία από τις σημαντικότερες πιθανές αλλαγές αφορά την Ουκρανία.

Το Reuters επισημαίνει ότι ο Τραμπ έχει περιορίσει σε μεγάλο βαθμό την άμεση αμερικανική οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο, παρά την ύπαρξη διακομματικής υποστήριξης στο Κογκρέσο για τη συνέχισή της.

Μια Δημοκρατική πλειοψηφία θα μπορούσε να επαναφέρει στην ημερήσια διάταξη νέα πακέτα βοήθειας και να επιχειρήσει να αποτρέψει την περαιτέρω χαλάρωση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

Ακόμη και εδώ, ωστόσο, υπάρχουν θεσμικά όρια. Για την υπέρβαση ενός προεδρικού βέτο απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα, συνεπώς θα είναι αναγκαία η συνεργασία με σημαντικό αριθμό Ρεπουμπλικανών.

Για την Ευρώπη, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην πολιτική του Λευκού Οίκου. Δεν θα αποτελούσε, όμως, εγγύηση επιστροφής στην αμερικανική στρατηγική της περιόδου Μπάιντεν.

Το πιθανότερο είναι ότι θα προκύψει μια πιο σύνθετη κατάσταση: ένας πρόεδρος που θα εξακολουθεί να επιδιώκει διαπραγμάτευση με τη Μόσχα και ένα Κογκρέσο που θα προσπαθεί να ενισχύσει τη θέση του Κιέβου.

Αυτή η αντίφαση θα μπορούσε να δημιουργήσει αβεβαιότητα τόσο για την Ουκρανία όσο και για τους Ευρωπαίους συμμάχους.

Ευρώπη και ΝΑΤΟ: Μικρότερη αμερικανική παρουσία, μεγαλύτερη αβεβαιότητα

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η ενδεχόμενη ήττα του Τραμπ δεν θα πρέπει να θεωρηθεί αυτομάτως ευνοϊκή εξέλιξη.

Ο πρόεδρος θα συνεχίσει να διαθέτει σημαντικές εξουσίες στον καθορισμό της αμερικανικής στρατηγικής και της στρατιωτικής παρουσίας στο εξωτερικό, εντός των ορίων που θέτουν ο νόμος και οι χρηματοδοτικές αρμοδιότητες του Κογκρέσου.

Η εκτίμηση του Brookings περί πιθανής μείωσης των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό αυτό το πρίσμα.

Μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να παρουσιαστεί από τον Τραμπ ως υλοποίηση της υπόσχεσής του να περιορίσει τις αμερικανικές δεσμεύσεις και να μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος του κόστους άμυνας στους Ευρωπαίους.

Ταυτόχρονα, μια Δημοκρατική πλειοψηφία θα μπορούσε να επιδιώξει να διατηρήσει τη διατλαντική συνεργασία και να εμποδίσει αποφάσεις που θεωρεί επιζήμιες για την ασφάλεια των ΗΠΑ.

Η Ευρώπη, επομένως, ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με δύο διαφορετικά κέντρα πολιτικής επιρροής στην Ουάσιγκτον.

Αυτό δεν συνεπάγεται απαραίτητα μεγαλύτερη ασφάλεια. Μπορεί να σημαίνει ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα πρέπει να διαπραγματεύονται ταυτόχρονα με έναν απρόβλεπτο Λευκό Οίκο και ένα Κογκρέσο διαφορετικών προτεραιοτήτων.

Κίνα: Γιατί η εκλογική ήττα δεν σημαίνει απαραίτητα κλιμάκωση

Στην περίπτωση της Κίνας, η εικόνα είναι διαφορετική.

Παρά τη σκληρή εμπορική αντιπαράθεση, η εκτίμηση του Ράιαν Χας είναι ότι ο Τραμπ πιθανότατα θα αποφύγει μια άμεση στρατιωτική αναμέτρηση με μεγάλες δυνάμεις κατά τα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του.

Αυτό δεν αποκλείει νέους δασμούς, περιορισμούς στην τεχνολογία, πιέσεις στις εμπορικές συναλλαγές ή αυστηρότερη διαπραγματευτική στάση έναντι του Πεκίνου.

Αντίθετα, τέτοιες κινήσεις μπορούν να αποτελέσουν πολιτικά χρήσιμα εργαλεία για έναν πρόεδρο που θέλει να επανασυσπειρώσει την εκλογική του βάση.

Υπάρχει, όμως, ένα οικονομικό πρόβλημα: η επιθετική εμπορική πολιτική μπορεί να επιβαρύνει περαιτέρω τις τιμές στις ΗΠΑ, τη στιγμή που το κόστος ζωής αποτελεί ήδη βασικό παράγοντα της δυσαρέσκειας.

Επομένως, ο Τραμπ θα βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα. Να σκληρύνει την εμπορική του πολιτική για να ενισχύσει την εικόνα αποφασιστικότητας ή να περιορίσει τις εντάσεις για να βελτιώσει τις οικονομικές συνθήκες πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2028.

Ισραήλ: Μια πιθανή αλλαγή με ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία

Η πολιτική απέναντι στο Ισραήλ αποτελεί ακόμη ένα πεδίο όπου το αποτέλεσμα των εκλογών μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τις εξελίξεις.

Σύμφωνα με το Reuters, η αυξανόμενη δυσαρέσκεια στο Δημοκρατικό Κόμμα για την ισραηλινή πολιτική στη Γάζα και στη Δυτική Όχθη έχει ενισχύσει τις φωνές υπέρ του περιορισμού της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας.

Μια Δημοκρατική πλειοψηφία θα μπορούσε να επιχειρήσει να θέσει όρους στη χορήγηση ορισμένων οπλικών συστημάτων ή να επανεξετάσει τμήματα της βοήθειας προς το Ισραήλ.

Δεν υπάρχει, ωστόσο, ενιαία θέση στο Δημοκρατικό Κόμμα για πλήρη διακοπή της υποστήριξης.

Για τον Τραμπ, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για νέα αντιπαράθεση με τους Δημοκρατικούς, με επίκεντρο την αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή.

Η οικονομία και ο κίνδυνος πολιτικής παράλυσης

Η απώλεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας θα μπορούσε να έχει συνέπειες και για τη διεθνή οικονομία.

Η ανάλυση της DWS, 26 Οκτωβρίου, για τις οικονομικές συνέπειες των εκλογών εξετάζει το ενδεχόμενο δημοσιονομικών αδιεξόδων, τις επιπτώσεις στις αγορές ομολόγων και τη συμπεριφορά του δολαρίου.

Εάν ο Λευκός Οίκος και το Κογκρέσο αδυνατούν να συμφωνήσουν για τις ομοσπονδιακές δαπάνες ή το όριο δανεισμού, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να οδηγηθεί σε νέες κρίσεις χρηματοδότησης της κυβέρνησης.

Οι χρηματοπιστωτικές αγορές ενδέχεται αρχικά να αντιμετωπίσουν μια Δημοκρατική νίκη ως περιορισμό της δυνατότητας του Τραμπ να προωθήσει νέες αμφιλεγόμενες οικονομικές πρωτοβουλίες.

Αλλά η πολιτική παράλυση δεν είναι πάντοτε θετική για τους επενδυτές. Ιδιαίτερα όταν αφορά τη δημοσιονομική σταθερότητα της μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου.

Όπως επισημαίνει και η El País, 31 Οκτωβρίου, οι εκλογές ενδέχεται να μεταβάλουν τις προσδοκίες για το δολάριο, τα αμερικανικά ομόλογα και τη Wall Street, χωρίς να αντιμετωπίσουν τα βαθύτερα προβλήματα του αμερικανικού χρέους.

Το βλέμμα στο 2028: Ο Τραμπ μπορεί να χάσει, αλλά ο τραμπισμός;

Υπάρχει και μια δεύτερη, βαθύτερη διάσταση των εκλογών.

Το αποτέλεσμα της 3ης Νοεμβρίου θα αποτελέσει ένα πρώτο σημαντικό τεστ για την πολιτική επιρροή του Τραμπ στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, καθώς πλησιάζει η διαδικασία διαμόρφωσης των υποψηφιοτήτων για την προεδρία του 2028.

Ο Τραμπ δεν μπορεί, βάσει της 22ης Τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος, να εκλεγεί για τρίτη φορά στην προεδρία.

Αυτό σημαίνει ότι τα επόμενα δύο χρόνια θα είναι και περίοδος διαδοχής.

Μια βαριά ήττα των Ρεπουμπλικανών θα μπορούσε να ενισχύσει όσους υποστηρίζουν ότι το κόμμα χρειάζεται διαφορετικό πολιτικό ύφος ή μεγαλύτερη έμφαση στα οικονομικά προβλήματα των πολιτών.

Αντίθετα, μια περιορισμένη ήττα θα μπορούσε να επιτρέψει στον Τραμπ να αποδώσει το αποτέλεσμα σε τοπικούς υποψηφίους, σε συγκυριακούς παράγοντες ή σε ανεπαρκή κινητοποίηση των ψηφοφόρων του.

Σε κάθε περίπτωση, ο τρόπος με τον οποίο θα ερμηνευτεί το αποτέλεσμα στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικανών θα επηρεάσει τη στρατηγική του κόμματος έως το 2028.

Ένας αποδυναμωμένος Τραμπ δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην έναν λιγότερο επικίνδυνο αντίπαλο για τους ανταγωνιστές του

Η ουσιαστική διάκριση που αναδεικνύεται από τις διεθνείς αναλύσεις είναι ανάμεσα στην απώλεια κοινοβουλευτικής ισχύος και στον περιορισμό της προεδρικής εξουσίας.

Ο Τραμπ μπορεί να χάσει τη Βουλή, ακόμη και τη Γερουσία, χωρίς να χάσει την ικανότητά του να καθορίζει την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Αντίθετα, ενδέχεται να στραφεί περισσότερο σε αυτήν ακριβώς επειδή οι δυνατότητές του στην εσωτερική πολιτική θα έχουν περιοριστεί.

Η πιθανότερη κατεύθυνση, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη εκτίμηση του Brookings, δεν είναι απαραίτητα η γενικευμένη στρατιωτική κλιμάκωση. Είναι ένας συνδυασμός εντονότερου οικονομικού εθνικισμού, επιλεκτικής επίδειξης ισχύος, περιορισμού ορισμένων διεθνών δεσμεύσεων και προσπάθειας επίτευξης διπλωματικών συμφωνιών που θα μπορούν να παρουσιαστούν ως προσωπικές νίκες.

Από την άλλη πλευρά, το Reuters αναδεικνύει ότι μια Δημοκρατική νίκη μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τις δυνατότητες χρηματοδότησης και ελέγχου της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, ιδιαίτερα στο Ιράν, στην Ουκρανία και στο Ισραήλ.

Οι δύο εκτιμήσεις δεν είναι αντιφατικές. Περιγράφουν διαφορετικές όψεις της ίδιας πραγματικότητας: έναν πρόεδρο που θα εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρά εργαλεία και ένα Κογκρέσο που θα μπορεί να δυσκολεύει την εφαρμογή των αποφάσεών του.

Για την Ευρώπη, το σημαντικότερο δίδαγμα είναι ότι η πιθανή ήττα των Ρεπουμπλικανών δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση εξομάλυνσης των διατλαντικών σχέσεων.

Η 3η Νοεμβρίου μπορεί να αποδυναμώσει πολιτικά τον Ντόναλντ Τραμπ. Δεν είναι καθόλου βέβαιο, όμως, ότι θα τον κάνει πιο προβλέψιμο.

Φωτογραφίες: Unplash

Δείτε επίσης