Τι αλλάζει σε ρυθμίσεις, προκαταβολές και servicers
Νέους κανόνες στη διαχείριση των κόκκινων δανείων και του ιδιωτικού χρέους εισάγει το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, αλλάζοντας ουσιαστικά τους όρους με τους οποίους τράπεζες και servicers διαπραγματεύονται με τους οφειλέτες. Το νέο πλαίσιο βάζει για πρώτη φορά συγκεκριμένα χρονικά όρια στις διμερείς ρυθμίσεις, ανώτατο όριο στις προκαταβολές και σαφείς οικονομικές κυρώσεις για παραβιάσεις των δικαιωμάτων των δανειοληπτών.
Το πακέτο των 16 παρεμβάσεων αφορά συνολικά το ιδιωτικό χρέος και χωρίζεται σε δύο σκέλη: οκτώ μέτρα για την προστασία των οφειλετών και οκτώ παρεμβάσεις για τη διαφάνεια, την εποπτεία και τη λογοδοσία των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων.
Η βασική αλλαγή αφορά τις διαπραγματεύσεις για τη ρύθμιση μιας οφειλής, οι οποίες μέχρι σήμερα μπορούσαν να παραμένουν ανοιχτές για μήνες χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα. Με το νέο σύστημα ο πιστωτής θα έχει τρεις μήνες για να απαντήσει στην αίτηση του οφειλέτη και η συνολική διαδικασία θα πρέπει να ολοκληρώνεται το αργότερο σε έξι μήνες.
Παράλληλα, μπαίνει πλαφόν 15% στις προκαταβολές που ζητούνται για απευθείας διμερείς ρυθμίσεις. Το μέτρο επιχειρεί να περιορίσει απαιτήσεις οι οποίες, σύμφωνα με το υλικό του υπουργείου, σε ορισμένες περιπτώσεις έφταναν ακόμη και στο 50% της οφειλής και καθιστούσαν πρακτικά αδύνατη τη συμφωνία.
Στο ίδιο πλαίσιο ενισχύεται η προστασία όσων τηρούν μια ενεργή ρύθμιση, ενώ αυξάνονται οι υποχρεώσεις των servicers. Προβλέπονται πρόστιμα έως 500.000 ευρώ, αποζημίωση του οφειλέτη σε περίπτωση παράνομης ενέργειας και παράταση της ρύθμισης χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση.
Τέλος στις διαπραγματεύσεις χωρίς συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα
Η διμερής ρύθμιση αποκτά πλέον αυτοτελή και τυποποιημένη διαδικασία, με συγκεκριμένα στάδια και δεσμευτικές προθεσμίες.
Ο οφειλέτης θα υποβάλλει την αίτηση και τον πλήρη φάκελό του και ο πιστωτής θα πρέπει μέσα σε τρεις μήνες είτε να καταθέσει πρόταση βιώσιμης ρύθμισης είτε να εξηγήσει εγγράφως και τεκμηριωμένα τους λόγους της απόρριψης.
Ο οφειλέτης θα διαθέτει έναν μήνα για να απαντήσει και η συνολική διαδικασία δεν θα μπορεί να ξεπερνά τους έξι μήνες.
Η αλλαγή έχει ιδιαίτερη σημασία για την αγορά των κόκκινων δανείων, καθώς μεταφέρει τη διαδικασία από ένα καθεστώς παρατεταμένων διαπραγματεύσεων σε ένα πλαίσιο με σαφές τέλος και συγκεκριμένες υποχρεώσεις για κάθε πλευρά.
Υποχρεωτική βιώσιμη πρόταση πριν από τον πλειστηριασμό
Τρεις μήνες πριν από έναν πλειστηριασμό ο πιστωτής θα πρέπει να έχει υποβάλει πρόταση ρύθμισης.
Δεν θα αρκεί όμως μια τυπική πρόταση. Το νέο πλαίσιο απαιτεί αυτή να είναι κατάλληλη, βιώσιμη και τεκμηριωμένη, λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά οικονομικά δεδομένα του οφειλέτη, τα εισοδήματα και την περιουσιακή του κατάσταση.
Παράλληλα, όταν υπάρχουν δύο εφικτές εναλλακτικές λύσεις, θα πρέπει να παρουσιάζονται στον δανειολήπτη. Σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος, ο πιστωτής θα υποχρεούται να εξηγεί εγγράφως και με συγκεκριμένα στοιχεία τους λόγους της απόφασής του.
Προβλέπεται επίσης δυνατότητα προσφυγής σε διαμεσολάβηση μέσω του Ελληνικού Χρηματοοικονομικού Μεσολαβητή.
Πλαφόν 15% στην προκαταβολή
Μία από τις πιο άμεσες αλλαγές αφορά το ποσό που μπορεί να ζητηθεί ως προκαταβολή για να προχωρήσει μια απευθείας ρύθμιση.
Το ανώτατο όριο ορίζεται στο 15% της οφειλής. Μέχρι σήμερα το ύψος της προκαταβολής αποτελούσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με αποτέλεσμα να καταγράφονται απαιτήσεις που, σε ορισμένες περιπτώσεις, ξεπερνούσαν το 30% και έφταναν ακόμη και το 50%.
Για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ισχύει διαφορετικό όριο, στο 10%, ενώ το 15% αφορά τις απευθείας διμερείς συμφωνίες μεταξύ οφειλέτη και πιστωτή.
Προστασία για όσους τηρούν τη ρύθμισή τους
Το νέο πλαίσιο προβλέπει ειδική προστασία για τον συνεπή οφειλέτη.
Όσο τηρείται ενεργή ρύθμιση, δεν θα επιτρέπεται η καταγγελία της, η έκδοση διαταγής πληρωμής, η κατάσχεση ή η συνέχιση πλειστηριασμού εις βάρος του οφειλέτη.
Η προστασία επεκτείνεται και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η μη καταβολή μιας δόσης οφείλεται στο γεγονός ότι ο πιστωτής ή ο servicer δεν παρείχε εγκαίρως τα στοιχεία που απαιτούνται για την πληρωμή.
Εφόσον παραβιαστούν οι συγκεκριμένοι κανόνες, η παράνομη πράξη θα ακυρώνεται αυτοδικαίως. Παράλληλα, ο οφειλέτης θα δικαιούται ποσό ίσο με πέντε μηνιαίες δόσεις, ενώ η ρύθμιση θα παρατείνεται για πέντε μήνες χωρίς πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση.
Για τον πιστωτή προβλέπεται διοικητικό πρόστιμο από 50.000 έως 500.000 ευρώ, με αυξημένες εποπτικές συνέπειες σε περίπτωση επανάληψης της παράβασης.
Πλήρης εικόνα της οφειλής και «πάγωμα» τόκων
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη διαφάνεια των οφειλών.
Ο δανειολήπτης θα μπορεί να ζητά πλήρη και αναλυτική ενημέρωση για τη σύμβαση, τις τροποποιήσεις της, το ιστορικό των καταβολών, τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου, το κεφάλαιο, τους τόκους, τις προμήθειες και κάθε άλλη επιβάρυνση.
Τα στοιχεία θα πρέπει να παρέχονται εντός 45 ημερών, εφόσον δεν είναι ήδη διαθέσιμα μέσω του συστήματος προσωποποιημένης πληροφόρησης.
Εάν ο πιστωτής δεν τα χορηγήσει εγκαίρως, αναστέλλεται η τοκοφορία της οφειλής μέχρι να δοθεί πλήρης ενημέρωση.
Όριο στη διόγκωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών
Το νέο πλαίσιο προβλέπει επίσης την επαναφορά της προστατευτικής ρύθμισης του άρθρου 39 του νόμου 3259/2004, χωρίς προθεσμία για την υποβολή σχετικού αιτήματος.
Για δάνεια και πιστώσεις που βρίσκονται σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών τίθεται ανώτατο όριο στη συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή.
Τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων θα πρέπει να προσαρμόζουν αντίστοιχα τις απαιτήσεις τους, περιορίζοντας τη συσσώρευση τόκων και πρόσθετων επιβαρύνσεων.
Η παρέμβαση εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο των αλλαγών για τα κόκκινα δάνεια, όπου τα τελευταία χρόνια το μεγαλύτερο μέρος της διαχείρισης έχει μεταφερθεί από τις τράπεζες στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Ειδική προστασία για οικογένειες παιδιών με αναπηρία
Επεκτείνεται ακόμη η προστασία που αφορά τα άτομα με αναπηρία στους γονείς ή νόμιμους φροντιστές εξαρτώμενων τέκνων με πιστοποιημένο ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω.
Με τη συγκεκριμένη παρέμβαση διευρύνεται ο χαρακτηρισμός του ευάλωτου οφειλέτη για τις συγκεκριμένες οικογένειες, με τα ίδια κριτήρια που ισχύουν για τις προβλεπόμενες κατηγορίες προστασίας.
Οι νέοι κανόνες για τους servicers
Το δεύτερο μισό του πακέτου αφορά τις ίδιες τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Οι servicers θα πρέπει να δημοσιοποιούν περισσότερα στοιχεία για τα οικονομικά τους μεγέθη και την εταιρική τους διακυβέρνηση, τα χαρτοφυλάκια που διαχειρίζονται, τα αποτελέσματα της δραστηριότητάς τους και τα παράπονα των δανειοληπτών.
Παράλληλα, θα υποβάλλουν κάθε χρόνο στην Τράπεζα της Ελλάδος στρατηγικό σχέδιο διαχείρισης απαιτήσεων, στο οποίο θα περιλαμβάνονται προβλέψεις εισπράξεων, στρατηγική ανά κατηγορία απαίτησης, διαθέσιμοι πόροι, κόστος, κίνδυνοι και δείκτες απόδοσης.
Το πλαίσιο συνδέει έτσι την εποπτεία όχι μόνο με τα αποτελέσματα της διαχείρισης, αλλά και με τον τρόπο με τον οποίο κάθε εταιρεία σχεδιάζει τη στρατηγική της.
Έλεγχοι στις τιτλοποιήσεις με κρατική εγγύηση
Ιδιαίτερη πρόβλεψη αφορά τους servicers που διαχειρίζονται τιτλοποιήσεις συνδεδεμένες με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Οι εταιρείες αυτές θα υπόκεινται σε ετήσιο ανεξάρτητο διαχειριστικό έλεγχο, ο οποίος θα καλύπτει μεταξύ άλλων τις αμοιβές και τα έξοδα των εμπλεκόμενων προσώπων και του ίδιου του διαχειριστή.
Περίληψη των πορισμάτων θα δημοσιοποιείται, ενώ η πλήρης έκθεση θα διαβιβάζεται στις αρμόδιες αρχές και στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Παράλληλα, ενισχύεται το πλαίσιο κυρώσεων της Τράπεζας της Ελλάδος και προβλέπεται δημοσιοποίηση των κυρώσεων που επιβάλλονται.
Τι αλλάζει στην πράξη για τον δανειολήπτη
Το νέο πλαίσιο επιχειρεί να αλλάξει κυρίως τη διαδικασία με την οποία ένας οφειλέτης φτάνει σε συμφωνία με τον πιστωτή του. Η αίτηση δεν θα μπορεί να παραμένει επ’ αόριστον σε εκκρεμότητα, η προκαταβολή θα έχει ανώτατο όριο, η πρόταση θα πρέπει να είναι τεκμηριωμένη και η απόρριψη να αιτιολογείται.
Ταυτόχρονα, ο δανειολήπτης αποκτά ισχυρότερα δικαιώματα ενημέρωσης και προστασίας εφόσον τηρεί τη ρύθμισή του, ενώ οι servicers αποκτούν περισσότερες υποχρεώσεις δημοσιοποίησης στοιχείων και λογοδοσίας.
Το ζητούμενο πλέον μεταφέρεται στην εφαρμογή των νέων κανόνων: στις προθεσμίες, στον έλεγχο των προτάσεων ρύθμισης, στην τήρηση του ορίου της προκαταβολής και στην πραγματική επιβολή των κυρώσεων όταν παραβιάζονται οι υποχρεώσεις.






