Βαρύτατες επισημάνσεις για τον τρόπο με τον οποίο έγινε η παρέμβαση στον χώρο του δυστυχήματος των Τεμπών περιλαμβάνει το βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου που οδηγεί τον Χρήστο Τριαντόπουλο στο Ειδικό Δικαστήριο, μαζί με τον πρώην περιφερειάρχη Θεσσαλίας Κώστα Αγοραστό και ακόμη τρία πρόσωπα.
Το Συμβούλιο υιοθετεί την εισαγγελική πρόταση και περιγράφει ενέργειες που, κατά την κρίση των δικαστών, ήταν ικανές να δυσχεράνουν τις έρευνες, να αλλοιώσουν ίχνη και να στερήσουν από τη Δικαιοσύνη κρίσιμο αποδεικτικό υλικό.
Στο επίκεντρο του σκεπτικού βρίσκεται η χρονική στιγμή κατά την οποία έγιναν οι παρεμβάσεις. Όπως επισημαίνεται, οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν ενώ η ανακριτική διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη και ενώ δεν είχαν ακόμη εντοπιστεί όλες οι σοροί των θυμάτων. Το βούλευμα συνδέει μάλιστα την κατάσταση αυτή με την περίπτωση της Εριέττας Μόλχο, η οποία παρέμεινε αγνοούμενη.
Η δικαστική κρίση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή δεν περιορίζεται στην περιγραφή μιας παράτυπης επιχειρησιακής διαχείρισης του χώρου. Οι ανώτατοι δικαστικοί αναφέρονται ρητά σε βλάβη της λειτουργίας της Δικαιοσύνης και σε προσπορισμό παράνομου ηθικού οφέλους στους υπαίτιους των αδικημάτων που διερευνώνταν.
Το βούλευμα επαναφέρει έτσι στο προσκήνιο το ζήτημα του «μπαζώματος» των Τεμπών, αυτή τη φορά μέσα από το σκεπτικό του Δικαστικού Συμβουλίου και όχι μόνο από τις καταγγελίες που είχαν διατυπωθεί από συγγενείς θυμάτων και άλλους εμπλεκόμενους στη δικαστική έρευνα.
Το βούλευμα: Παρέμβαση στην ανακριτική διαδικασία
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι το σημείο του βουλεύματος όπου υιοθετείται επί λέξει η εισαγγελική πρόταση του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτρη Μητρούλια. Σύμφωνα με το σκεπτικό, οι εμπλεκόμενοι ενήργησαν με τρόπο που είχε ως σκοπό να δυσχεράνει τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και να επηρεάσει την ανακριτική διαδικασία.
Το Δικαστικό Συμβούλιο αναφέρεται σε απομάκρυνση συντριμμιών και σωρών αδρανών υλικών από τον τόπο της σύγκρουσης, επισημαίνοντας ότι εκεί υπήρχαν προσωπικά αντικείμενα επιβατών, τμήματα των αμαξοστοιχιών και των συστημάτων τους, αλλά και βιολογικό υλικό που μπορούσε να αξιοποιηθεί για την ταυτοποίηση θυμάτων.
Η κρίσιμη παράμετρος, σύμφωνα με το βούλευμα, είναι ότι οι εργασίες έγιναν πριν ολοκληρωθεί η αναζήτηση ευρημάτων, πειστηρίων, ιχνών και στοιχείων. Οι δικαστές θεωρούν ότι η επέμβαση στον χώρο ήταν αντικειμενικά πρόσφορη να δυσχεράνει τη συλλογή ουσιωδών αποδεικτικών στοιχείων και να ματαιώσει την εξασφάλιση ιχνών του εγκλήματος.
Παράλληλα, το βούλευμα κάνει λόγο για βλάβη που υπέστησαν οι παθόντες και οι οικογένειες των θυμάτων, καθώς, σύμφωνα με το σκεπτικό του, στερήθηκαν κρίσιμο αποδεικτικό υλικό για την άσκηση των δικαιωμάτων τους ενώπιον των ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων.
Τριαντόπουλος – Αγοραστός: Το Συμβούλιο μιλά για συναπόφαση
Ιδιαίτερο κεφάλαιο αποτελεί η αναφορά στους Τριαντόπουλο και Αγοραστό. Το βούλευμα περιγράφει κοινή δράση και συναπόφαση των δύο, συνδέοντας τον ρόλο τους με τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν στον χώρο από τις 4 έως τις 8 Μαρτίου 2023.
Σύμφωνα με το σκεπτικό, είχε προηγηθεί η διαμόρφωση του χώρου επιχειρησιακής δράσης: καθαρισμός από χόρτα, θάμνους και λάσπες και σταθεροποίηση του εδάφους, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ασφαλής κίνηση των γερανών.
Το Συμβούλιο θεωρεί ότι μετά την ολοκλήρωση αυτού του σκοπού δεν υπήρχε λόγος να συνεχιστούν παρεμβάσεις στον χώρο χωρίς τη συναίνεση ή έγκριση των αρμόδιων δικαστικών αρχών.
Στο σημείο αυτό το βούλευμα αποδίδει στον Κώστα Αγοραστό την εντολή προς τον διαχειριστή της επιχείρησης να προχωρήσει στην επίστρωση του δρόμου με χαλίκια και υλικά 3Α και Ε4, καθώς και στην επίστρωση τμήματος του εδάφους με τριμμένη πίσσα.
Για τον Χρήστο Τριαντόπουλο, αντίθετα, το Συμβούλιο εστιάζει στην παράλειψη αποτροπής των συγκεκριμένων ενεργειών, μολονότι, σύμφωνα με το βούλευμα, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να το πράξει.
Η αρμοδιότητα του Τριαντόπουλου
Κομβικό σημείο του σκεπτικού αποτελεί και η αναφορά στην υπηρεσιακή αρμοδιότητα του πρώην υφυπουργού παρά τω πρωθυπουργώ.
Οι ανώτατοι δικαστικοί κρίνουν ότι ο Τριαντόπουλος είχε αρμοδιότητα συντονισμού των δράσεων συναρμόδιων υπουργείων και φορέων σε θέματα κρατικής αρωγής και αποκατάστασης μετά από φυσικές καταστροφές. Παράλληλα, αναφέρεται ότι είχε αναλάβει, μέσω του τότε επικεφαλής του πρωθυπουργικού γραφείου Ιωάννη Μπρατάκου, την παρακολούθηση και τον συντονισμό των δράσεων των συναρμόδιων φορέων στον τόπο του δυστυχήματος.
Η αρμοδιότητα αυτή συνδέεται στο βούλευμα με την ενεργοποίηση της 4ης επικαιροποιημένης έκδοσης του Ειδικού Σχεδίου Διαχείρισης Ανθρωπίνων Απωλειών της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας.
Με βάση αυτή την περιγραφή, το Δικαστικό Συμβούλιο θεωρεί ότι ο πρώην υφυπουργός δεν ήταν απλώς παρών στις εξελίξεις, αλλά είχε συγκεκριμένο θεσμικό ρόλο στον συντονισμό των ενεργειών που πραγματοποιούνταν στην περιοχή.
Ο ρόλος του Κώστα Αγοραστού
Αντίστοιχα, για τον πρώην περιφερειάρχη Θεσσαλίας το βούλευμα υπογραμμίζει ότι ήταν αρμόδιος να συντονίζει τις δράσεις στον τόπο του δυστυχήματος και να προΐσταται των υπηρεσιών της Περιφέρειας.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στις τεχνικές υπηρεσίες και στη διάθεση των μηχανημάτων. Σύμφωνα με το σκεπτικό, τα μηχανήματα είχαν διατεθεί αποκλειστικά για τον καθαρισμό και την ομαλοποίηση του εδάφους γύρω από τον χώρο του δυστυχήματος και όχι για άλλες εργασίες.
Το Συμβούλιο θεωρεί ότι η μεταγενέστερη επίστρωση του χώρου με χαλίκια και πίσσα υπερέβη αυτό το πλαίσιο και έγινε χωρίς την απαιτούμενη έγκριση των δικαστικών αρχών.
Οι προειδοποιήσεις των αστυνομικών
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν στο βούλευμα και οι καταθέσεις αστυνομικών που συμμετείχαν στις κρίσιμες συσκέψεις των ημερών εκείνων.
Σύμφωνα με το υλικό που αξιολογήθηκε από τους δικαστές, είχαν εκφραστεί επιφυλάξεις για την επέμβαση στον χώρο και είχε επισημανθεί η ανάγκη να ζητηθεί προηγουμένως η έγκριση των ανακριτικών αρχών.
Οι σχετικές καταθέσεις είχαν ήδη αναδειχθεί στη δημόσια συζήτηση γύρω από την υπόθεση του μπαζώματος στα Τέμπη. Στο βούλευμα, ωστόσο, αποκτούν διαφορετικό βάρος, καθώς εντάσσονται στο συνολικό δικαστικό σκεπτικό για την αξιολόγηση των ενεργειών των παραπεμπόμενων.
Το κρίσιμο στοιχείο για το Δικαστικό Συμβούλιο είναι ότι οι εργασίες συνεχίστηκαν χωρίς να έχει προηγηθεί η απαιτούμενη συναίνεση των αρμόδιων δικαστικών αρχών και σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία η συλλογή αποδεικτικού υλικού δεν είχε ολοκληρωθεί.
Η υπόθεση περνά πλέον στο Ειδικό Δικαστήριο
Το βούλευμα διαμορφώνει πλέον το δικαστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εξεταστούν οι ευθύνες των παραπεμπόμενων για την αλλοίωση του χώρου των Τεμπών. Η παραπομπή δεν αποτελεί καταδικαστική κρίση· η ενοχή ή η αθωότητα των κατηγορουμένων θα κριθεί από το αρμόδιο δικαστήριο.
Το ιδιαίτερο βάρος της απόφασης βρίσκεται στο γεγονός ότι το Δικαστικό Συμβούλιο συνδέει τις επίμαχες εργασίες όχι μόνο με την αλλοίωση του τόπου του δυστυχήματος, αλλά και με την ενδεχόμενη απώλεια ή δυσχέρανση αξιοποίησης αποδεικτικών στοιχείων.
Έτσι, το ζήτημα του χώρου των Τεμπών αποκτά πλέον μια σαφή δικαστική διάσταση: το ερώτημα δεν αφορά μόνο το ποιος αποφάσισε τις εργασίες και ποιος τις εκτέλεσε, αλλά και το εάν και σε ποιο βαθμό οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις επηρέασαν την ανακριτική διαδικασία και τα δικαιώματα των οικογενειών των θυμάτων.






