Η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τα έσοδα από περιβαλλοντικούς φόρους σε σχέση με το ΑΕΠ, σύμφωνα με τη νέα έκθεση της Κομισιόν για τα δημόσια οικονομικά στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Το 2024 τα σχετικά έσοδα αντιστοιχούσαν στο 3,7% του ελληνικού ΑΕΠ, έναντι μόλις 1,6% κατά μέσο όρο στην ΕΕ. Πίσω από την εντυπωσιακή πρωτιά, όμως, υπάρχει μια πιο συγκεκριμένη εικόνα: το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων προέρχεται από την ενέργεια και, κατ’ επέκταση, από τη φορολόγηση της κατανάλωσης καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας.
Το στοιχείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς τιμές ενέργειας παραμένουν ευάλωτες στις γεωπολιτικές εξελίξεις. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η υψηλή φορολογική επιβάρυνση της ενέργειας λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της τελικής τιμής που πληρώνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Και η Ελλάδα διαθέτει ήδη ένα από τα υψηλότερα ποσοστά εσόδων από έμμεσους φόρους στην Ευρώπη.
Η «πράσινη» φορολογία είναι κυρίως φόρος στην ενέργεια
Η ονομασία «περιβαλλοντικοί φόροι» δημιουργεί την εντύπωση ενός συστήματος που επικεντρώνεται κυρίως στη ρύπανση, στην προστασία των φυσικών πόρων ή σε ειδικά οικολογικά τέλη. Στην Ελλάδα, όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική.
Περισσότερο από 3% του ΑΕΠ αντιστοιχεί σε φόρους ενέργειας, με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο τμήμα των περιβαλλοντικών φορολογικών εσόδων να προέρχεται από εκεί. Στην πράξη, πρόκειται κυρίως για τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης στα καύσιμα και τη φορολογία που συνδέεται με την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι φόροι που αφορούν τη ρύπανση, τις μεταφορές και τη χρήση φυσικών πόρων έχουν πολύ μικρότερη συμβολή. Έτσι, η ελληνική «πράσινη» φορολογία έχει σε μεγάλο βαθμό χαρακτήρα ενεργειακής φορολογίας.
Η εικόνα αυτή συνδέεται άμεσα με το γενικότερο βάρος της φορολογίας στην κατανάλωση. Η Κομισιόν καταγράφει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντλεί πολύ μεγαλύτερο μέρος των εσόδων της από έμμεσους φόρους σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Πρόκειται για μια τάση που έχει καταγραφεί και στην εξέλιξη των φορολογικών εσόδων και των φοροαπαλλαγών.
Το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στην κατανάλωση
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο πόσα εισπράττει το Δημόσιο από τους περιβαλλοντικούς φόρους, αλλά ποιος τελικά τους καταβάλλει.
Τα διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι τα νοικοκυριά αποτελούν τη σημαντικότερη κατηγορία επιβάρυνσης στην ενεργειακή φορολογία, ενώ ακολουθεί ο κλάδος των μεταφορών και της αποθήκευσης. Ενδεικτικό είναι ότι οι δραστηριότητες παραγωγής και παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου, ατμού και κλιματισμού καταβάλλουν συνολικά λιγότερους φόρους από τα νοικοκυριά.
Η διαφορά έχει σημασία για την ανάγνωση της φορολογικής πολιτικής. Όταν ένας φόρος επιβάλλεται στην κατανάλωση ενέργειας, το κόστος του ενσωματώνεται στην τελική τιμή. Το νοικοκυριό δεν πληρώνει μόνο την αύξηση της διεθνούς τιμής του καυσίμου ή του ενεργειακού προϊόντος, αλλά και τον φόρο που υπολογίζεται πάνω σε αυτή.
Αυτό γίνεται ακόμη πιο κρίσιμο όταν αυξάνονται οι διεθνείς τιμές. Η ενεργειακή κρίση έχει ήδη δείξει πόσο γρήγορα μεταφέρεται το κόστος στην οικονομία, από τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας και τα καύσιμα μέχρι τις μεταφορές και τις τιμές των προϊόντων. Η πρόσφατη εμπειρία από τις αναταράξεις στην περιοχή έχει αναδείξει εκ νέου το ζήτημα του ενεργειακού κόστους για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η ενεργειακή κρίση μεγαλώνει τη σημασία της ελληνικής πρωτιάς
Η συγκυρία κάνει την ελληνική επίδοση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Η Κομισιόν προβλέπει άνοδο του πληθωρισμού στην ευρωζώνη το 2026, με την ενέργεια να αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες πίεσης.
Για μια οικονομία όπου η φορολογία της ενέργειας αντιστοιχεί σε περισσότερο από 3% του ΑΕΠ, μια νέα άνοδος των τιμών δεν αποτελεί μόνο ζήτημα αγοράς. Μετατρέπεται αυτομάτως και σε δημοσιονομικό ζήτημα, καθώς οι φόροι που συνδέονται με την κατανάλωση επιβαρύνουν την τελική τιμή.
Εδώ βρίσκεται και η βασική αντίφαση της ελληνικής εικόνας. Από τη μία πλευρά, οι περιβαλλοντικοί φόροι θεωρούνται ευρωπαϊκά σημαντικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη μετατόπιση της κατανάλωσης προς καθαρότερες μορφές ενέργειας. Από την άλλη, όταν το μεγαλύτερο μέρος τους προέρχεται από την ενέργεια, η φορολογία λειτουργεί και ως σημαντική πηγή σταθερών δημοσίων εσόδων.
Τρίτη στην ΕΕ η Ελλάδα στη φορολογία ακινήτων
Η υψηλή φορολόγηση δεν περιορίζεται στην ενέργεια. Η Ελλάδα κατατάσσεται επίσης στην τρίτη θέση της ΕΕ ως προς τα έσοδα από φόρους περιουσίας, πίσω από τη Γαλλία και το Βέλγιο.
Το 2024 τα έσοδα από τη συγκεκριμένη κατηγορία κινήθηκαν περίπου στο 2,5%-2,6% του ΑΕΠ. Το μεγαλύτερο μέρος προέρχεται από τους επαναλαμβανόμενους φόρους στην ακίνητη περιουσία, με τον ΕΝΦΙΑ να αποτελεί τον βασικό μηχανισμό είσπραξης.
Η εικόνα, πάντως, έχει αλλάξει σε σχέση με την περίοδο της δημοσιονομικής κρίσης. Οι διαδοχικές μειώσεις του ΕΝΦΙΑ και οι ελαφρύνσεις στις γονικές παροχές έχουν περιορίσει τα σχετικά έσοδα σε σχέση με το 2014, όταν η φορολογία της ακίνητης περιουσίας αποτελούσε έναν από τους βασικούς πυλώνες της δημοσιονομικής προσαρμογής.
Η Ελλάδα στηρίζεται περισσότερο στην κατανάλωση
Το πιο ευρύ συμπέρασμα της έκθεσης αφορά τη συνολική αρχιτεκτονική του φορολογικού συστήματος.
Τα έσοδα από έμμεσους φόρους στην Ελλάδα αντιστοιχούν σε περίπου 17,3%-19% του ΑΕΠ, έναντι 13,5% στην ΕΕ. Από το 2014 έως το 2024 η χώρα κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ των κρατών-μελών στη συμμετοχή των εσόδων από τον ΦΠΑ στα συνολικά φορολογικά έσοδα, κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
Οι φόροι κατανάλωσης αντιστοιχούν περίπου στο 44% των φορολογικών εσόδων της Ελλάδας, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται κοντά στο 33%. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, η Ελλάδα βρίσκεται στην τέταρτη θέση της ΕΕ ως προς τη συμβολή των έμμεσων φόρων.
Αυτό σημαίνει ότι η κατανάλωση εξακολουθεί να αποτελεί βασικό μηχανισμό χρηματοδότησης του Δημοσίου. Και επειδή οι έμμεσοι φόροι επιβάλλονται ανεξάρτητα από το ύψος του εισοδήματος του καταναλωτή, η διάρθρωση αυτή έχει διαφορετικές επιπτώσεις ανάλογα με το εισοδηματικό επίπεδο.
Μικρότερο, αλλά υπαρκτό, το κενό ΦΠΑ
Στο μέτωπο του ΦΠΑ, η εικόνα είναι σαφώς διαφορετική από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας.
Το κενό ΦΠΑ στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2023 περίπου στο 10%, ελαφρώς πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 9,5%. Η απόσταση από το 2014, ωστόσο, είναι σημαντική, καθώς η Κομισιόν καταγράφει μεγάλη υποχώρηση του κενού.
Η βελτίωση συνδέεται με τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και τη διεύρυνση των ηλεκτρονικών πληρωμών. Το επόμενο στάδιο, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή προσέγγιση, είναι η περαιτέρω αξιοποίηση της ηλεκτρονικής τιμολόγησης, της αυτόματης διαβίβασης δεδομένων και των ελέγχων που βασίζονται στην ανάλυση κινδύνου.
Το περιθώριο παραμένει σημαντικό, καθώς ακόμη και ένα σχετικά μικρό ποσοστό απώλειας εσόδων σε έναν φόρο τόσο μεγάλης απόδοσης μεταφράζεται σε σημαντικά ποσά για τον κρατικό προϋπολογισμό. Ενδεικτική είναι και η πρόσφατη μεγάλη υπόθεση απάτης ΦΠΑ, που ανέδειξε τις δυνατότητες των μηχανισμών κυκλικής απάτης.
Από τη φορολόγηση της εργασίας στη φορολόγηση της κατανάλωσης
Η ευρωπαϊκή συζήτηση που καταγράφει η έκθεση έχει μια ευρύτερη διάσταση. Σε αρκετά κράτη-μέλη, από το 2019 έως το 2025, μέρος του φορολογικού βάρους μετακινήθηκε από την εργασία προς την κατανάλωση.
Η λογική πίσω από αυτή τη μετατόπιση είναι ότι ορισμένοι φόροι στην εργασία θεωρούνται περισσότερο επιβαρυντικοί για την απασχόληση, ενώ φόροι σε άλλες φορολογικές βάσεις μπορούν να προκαλούν μικρότερες στρεβλώσεις.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερο βάρος επειδή η χώρα συνδυάζει υψηλή έμμεση φορολογία με υψηλή φορολογική επιβάρυνση της μισθωτής εργασίας. Ο έμμεσος φορολογικός συντελεστής επί της εργασίας ανέρχεται σε 44,8%, έναντι 37,1% στην ΕΕ.
Το «πάγωμα» των φορολογικών κλιμακίων
Ένα ακόμη σημείο της έκθεσης αφορά την τιμαριθμική αναπροσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων και των ορίων των εισφορών.
Όταν τα όρια δεν αυξάνονται παράλληλα με τον πληθωρισμό και τις ονομαστικές αυξήσεις μισθών, ένας εργαζόμενος μπορεί να μετακινηθεί σε υψηλότερο φορολογικό κλιμάκιο χωρίς να έχει αυξηθεί αντίστοιχα η πραγματική αγοραστική του δύναμη.
Πρόκειται για έναν μηχανισμό που δεν απαιτεί νέα φορολογική νομοθεσία για να αυξήσει τα έσοδα. Αρκεί τα φορολογικά όρια να παραμείνουν σταθερά ενώ τα ονομαστικά εισοδήματα αυξάνονται.
Σε περιβάλλον πληθωρισμού, επομένως, η ονομαστική αύξηση ενός μισθού δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη αντίστοιχη αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από τον συνδυασμό πληθωρισμού, φορολογικών κλιμακίων και ασφαλιστικών εισφορών.
Τι ζητά η Κομισιόν από τα φορολογικά συστήματα
Η ευρωπαϊκή κατεύθυνση που περιγράφεται στην έκθεση είναι μια σταδιακή μετατόπιση του φορολογικού βάρους από την εργασία προς βάσεις που θεωρούνται λιγότερο επιβαρυντικές για την ανάπτυξη.
Στις προτάσεις περιλαμβάνονται η μείωση της φορολογικής σφήνας για τους χαμηλόμισθους και τα δεύτερα εισοδήματα των νοικοκυριών, η διεύρυνση των φορολογικών βάσεων και η αντικατάσταση ορισμένων μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ από πιο στοχευμένες μεταβιβάσεις.
Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη αντιμετωπίζεται ως νέο εργαλείο για τη φορολογική διοίκηση, κυρίως στον εντοπισμό μοτίβων φοροδιαφυγής και στην επιλογή υποθέσεων για έλεγχο.
Για την Ελλάδα, το συνολικό μήνυμα της έκθεσης είναι διπλό: υπάρχει πρόοδος στον περιορισμό του κενού ΦΠΑ, αλλά ταυτόχρονα παραμένει ένα φορολογικό μοντέλο με πολύ υψηλή εξάρτηση από την κατανάλωση, την ενέργεια και την εργασία.
Η πρωτιά στους περιβαλλοντικούς φόρους, επομένως, δεν αφορά μόνο την «πράσινη» μετάβαση. Αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο έχει διαμορφωθεί το ελληνικό φορολογικό μείγμα: μεγάλο μέρος των εσόδων αντλείται από δραστηριότητες που συνδέονται άμεσα με την καθημερινή κατανάλωση. Και όσο η ενέργεια παραμένει ακριβή, το ύψος αυτής της φορολογικής επιβάρυνσης αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία για το διαθέσιμο εισόδημα νοικοκυριών και επιχειρήσεων.






