Η δημόσια συζήτηση γύρω από την πορεία της ελληνικής οικονομίας επανέρχεται όλο και πιο έντονα στο βασικό ερώτημα: πρόκειται για μια ανάπτυξη που αποτυπώνεται μόνο σε δείκτες ή για μια πραγματικότητα που βιώνεται από την κοινωνία; Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν μια σχετική βελτίωση σε μακροοικονομικό επίπεδο, όμως η καθημερινότητα των πολιτών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αφηγείται μια διαφορετική ιστορία.
Του Νίκου Κογιουμτσή*
Η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων καταναλωτών έχει υποχωρήσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Οι συνεχείς αυξήσεις στο κόστος ζωής, σε συνδυασμό με τη στασιμότητα των εισοδημάτων, έχουν περιορίσει δραστικά το διαθέσιμο εισόδημα. Ιδιαίτερα επιβαρυντικός παράγοντας είναι η αύξηση στα ενοίκια, που απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού, αφήνοντας λιγότερους πόρους για κατανάλωση. Παράλληλα, οι έμμεσοι φόροι επιβαρύνουν δυσανάλογα τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα, εντείνοντας τις ανισότητες και περιορίζοντας περαιτέρω την πραγματική αγοραστική δύναμη.
Ως αποτέλεσμα, η κατανάλωση κινείται με χαμηλότερους ρυθμούς, επηρεάζοντας άμεσα τη λειτουργία της αγοράς. Τα νοικοκυριά επικεντρώνονται στις απολύτως αναγκαίες δαπάνες, γεγονός που συμπιέζει τους τζίρους των επιχειρήσεων και περιορίζει τη δυναμική της οικονομίας.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα διπλό βάρος: από τη μία πλευρά η μειωμένη ζήτηση και από την άλλη η εκρηκτική αύξηση του κόστους λειτουργίας. Σύμφωνα με έρευνες που έχουν δημοσιευθεί, τα λειτουργικά έξοδα έχουν αυξηθεί έως και 40%. Σε αυτά περιλαμβάνονται η ενέργεια, οι πρώτες ύλες, τα μεταφορικά, αλλά και τα επαγγελματικά ενοίκια, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις έχουν αυξηθεί σημαντικά, επιβαρύνοντας περαιτέρω τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι προσδοκίες από την Πολιτεία ήταν εύλογα αυξημένες. Η ανάγκη για ουσιαστική στήριξη των ΜμΕ είχε καταστεί επιτακτική, ιδιαίτερα μετά από μια μακρά περίοδο διαδοχικών κρίσεων. Ωστόσο, από την προηγούμενη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης δεν προέκυψαν τα μέτρα στήριξης που ανέμενε η αγορά.
Μόλις πρόσφατα ανακοινώθηκε η ρύθμιση των 72 δόσεων, η οποία ήρθε να καλύψει εν μέρει το κενό, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει συνολικά το πρόβλημα. Η συγκεκριμένη ρύθμιση αφορά παλαιότερες οφειλές και δεν δίνει πλήρη λύση για τα νέα χρέη που δημιουργήθηκαν το τελευταίο διάστημα. Επιπλέον, η προϋπόθεση καταβολής σημαντικού ποσοστού για την ένταξη νέων οφειλών καθιστά τη διαδικασία δύσκολη για πολλές επιχειρήσεις που ήδη στερούνται ρευστότητας.
Την ίδια στιγμή, τα ληξιπρόθεσμα χρέη διογκώνονται. Μόνο οι οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία ξεπερνούν πλέον τα 50 δισεκατομμύρια ευρώ, αποτυπώνοντας το μέγεθος της πίεσης που δέχεται η επιχειρηματική κοινότητα. Πρόκειται για ένα πρόβλημα με σαφείς κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις, καθώς επηρεάζει τη βιωσιμότητα χιλιάδων επιχειρήσεων και, κατ’ επέκταση, την απασχόληση.
Η ανάγκη για άμεσα και ουσιαστικά μέτρα είναι πλέον εμφανής. Πρώτο και βασικό αίτημα αποτελεί η ελάφρυνση του μη μισθολογικού κόστους, το οποίο παραμένει υψηλό και περιορίζει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Παράλληλα, η κατάργηση επιβαρύνσεων που προέρχονται από τη μνημονιακή περίοδο, όπως η προκαταβολή φόρου και το τέλος επιτηδεύματος, θεωρείται απαραίτητη για να μπορέσουν οι μικρές επιχειρήσεις να ανασάνουν.
Εξίσου σημαντική είναι η ανάγκη για φορολογικές παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Η μείωση του ΦΠΑ στα βασικά είδη ανάγκης αποτελεί ένα μέτρο που θα μπορούσε να προσφέρει άμεση ανακούφιση στα νοικοκυριά, ενισχύοντας ταυτόχρονα τη ζήτηση στην αγορά. Παράλληλα, η μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα θα είχε ευρύτερα οφέλη, καθώς θα περιόριζε το κόστος μεταφοράς και παραγωγής, συμβάλλοντας στη συγκράτηση των τιμών σε όλη την αλυσίδα της οικονομίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η ανάγκη για μια συνολική ρύθμιση 120 δόσεων που θα αφορά όλες τις υποχρεώσεις προς το Δημόσιο. Μια τέτοια παρέμβαση θα μπορούσε να προσφέρει ουσιαστική ανάσα ρευστότητας και να επιτρέψει στις επιχειρήσεις να επανέλθουν σε μια πιο σταθερή πορεία.
Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα της πρόσβασης στη χρηματοδότηση. Ένα πιο ανοικτό τραπεζικό σύστημα, με ευνοϊκότερους όρους και χαμηλότερες χρεώσεις, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ενίσχυση της μικρής επιχειρηματικότητας. Σήμερα, πολλές ΜμΕ βρίσκονται εκτός τραπεζικού δανεισμού, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τις δυνατότητες ανάπτυξης και επενδύσεων.
Τέλος, καθοριστικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει ένα πιο ευέλικτο και διαφανές πρόγραμμα ΕΣΠΑ. Η μείωση της γραφειοκρατίας και η ουσιαστική πρόσβαση για το σύνολο των επιχειρήσεων αποτελούν κρίσιμα ζητήματα, ώστε οι διαθέσιμοι πόροι να αξιοποιηθούν αποτελεσματικά και δίκαια.
Η ουσία της σημερινής συγκυρίας είναι ότι η ανάπτυξη δεν μπορεί να περιορίζεται σε θετικούς δείκτες και στατιστικές. Όταν η κοινωνία βρίσκεται υπό πίεση, με αυξημένα κόστη διαβίωσης και περιορισμένη κατανάλωση, και όταν οι επιχειρήσεις παλεύουν για τη βιωσιμότητά τους, τότε η εικόνα της οικονομίας παραμένει ελλιπής.
Η πραγματική πρόκληση είναι η γεφύρωση αυτού του χάσματος. Η μετατροπή των αριθμών σε απτή βελτίωση της καθημερινότητας. Χωρίς στοχευμένες παρεμβάσεις, μείωση των φορολογικών βαρών και ουσιαστική στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η ανάπτυξη κινδυνεύει να παραμείνει μια θεωρητική έννοια, μακριά από τις ανάγκες της αγοράς και της κοινωνίας.
*Αντιπρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών και του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών






