15 Ιούν 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Headlines
  • Από το φροντιστήριο στη φτώχεια: Οι ανισότητες που αναπαράγονται στην Ελλάδα του 2026

Από το φροντιστήριο στη φτώχεια: Οι ανισότητες που αναπαράγονται στην Ελλάδα του 2026

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Έρευνα ΙΟΒΕ: Πώς η παραπαιδεία, η στεγαστική πίεση και η οικονομική ανασφάλεια διευρύνουν τις κοινωνικές ανισότητες στην Ελλάδα

Η εικόνα της Ελλάδας των τελευταίων ετών μοιάζει αντιφατική. Οι μακροοικονομικοί δείκτες δείχνουν βελτίωση, η ανεργία έχει υποχωρήσει σε σχέση με τα πιο δύσκολα χρόνια της κρίσης και η οικονομία έχει επιστρέψει σε τροχιά ανάπτυξης. Ωστόσο, πίσω από τους αριθμούς, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να ζει με την αίσθηση της επισφάλειας. Οι δυσκολίες κάλυψης των βασικών αναγκών, οι περιορισμένες ευκαιρίες κοινωνικής ανέλιξης και η άνιση πρόσβαση σε υπηρεσίες όπως η εκπαίδευση και η υγεία συνθέτουν μια πραγματικότητα που απέχει από την εικόνα της συνολικής προόδου.

Η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα» επιχειρεί να καταγράψει αυτήν ακριβώς τη σύνθετη πραγματικότητα. Το βασικό της συμπέρασμα είναι σαφές: οι ανισότητες δεν εκφράζονται μόνο μέσα από το εισόδημα. Αφορούν τις ευκαιρίες, την πρόσβαση σε δημόσια αγαθά, την ποιότητα ζωής και τελικά τη δυνατότητα των ανθρώπων να διαμορφώσουν το μέλλον τους.

Η εκπαίδευση ως μηχανισμός κινητικότητας που δυσκολεύεται να λειτουργήσει

Η εκπαίδευση θεωρείται διαχρονικά το βασικότερο εργαλείο κοινωνικής ανόδου. Η δυνατότητα ενός παιδιού να αποκτήσει περισσότερα εφόδια από εκείνα που είχε η προηγούμενη γενιά βρίσκεται στον πυρήνα της έννοιας της κοινωνικής κινητικότητας.

Στην ελληνική περίπτωση, όμως, η έρευνα αναδεικνύει ένα δομικό πρόβλημα. Παρά τη σημαντική αύξηση των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τις τελευταίες δεκαετίες, οι πιθανότητες εκπαιδευτικής ανέλιξης εξακολουθούν να καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από το μορφωτικό και οικονομικό υπόβαθρο της οικογένειας.

Το πλέον ενδεικτικό στοιχείο είναι ότι μόλις το 12% των παιδιών που προέρχονται από οικογένειες με χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο καταφέρνουν να φτάσουν στα υψηλότερα επίπεδα σπουδών.

Το εύρημα αυτό αναδεικνύει ότι το σχολείο δεν λειτουργεί πάντοτε ως εξισωτικός θεσμός. Αντίθετα, σε αρκετές περιπτώσεις αναπαράγει προϋπάρχουσες κοινωνικές διαφορές.

Η παραπαιδεία ως προϋπόθεση επιτυχίας

Η ελληνική ιδιαιτερότητα της παραπαιδείας βρίσκεται στο επίκεντρο της ανάλυσης του ΙΟΒΕ. Τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα μαθήματα έχουν μετατραπεί σε σχεδόν αναγκαία συνθήκη για την προετοιμασία των μαθητών που επιδιώκουν την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Αυτό δημιουργεί ένα εμφανές παράδοξο. Η δημόσια εκπαίδευση είναι θεωρητικά δωρεάν, στην πράξη όμως ένα σημαντικό μέρος των οικογενειών καλείται να χρηματοδοτήσει πρόσθετες εκπαιδευτικές υπηρεσίες προκειμένου τα παιδιά τους να έχουν ουσιαστικές πιθανότητες επιτυχίας στις πανελλαδικές εξετάσεις.

Για τα νοικοκυριά με υψηλότερα εισοδήματα, το κόστος αυτό αποτελεί συχνά μια δύσκολη αλλά διαχειρίσιμη επένδυση. Για τις οικονομικά ασθενέστερες οικογένειες, όμως, μετατρέπεται σε σοβαρό εμπόδιο.

Η εκπαιδευτική επιτυχία συνδέεται έτσι με την οικονομική δυνατότητα της οικογένειας να χρηματοδοτήσει την προετοιμασία, περιορίζοντας τον ρόλο της εκπαίδευσης ως μηχανισμού άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων.

Η αντίφαση των αριθμών

Η μελέτη καταγράφει βελτίωση σε ορισμένους βασικούς δείκτες ανισότητας. Ο δείκτης Gini, που χρησιμοποιείται διεθνώς για τη μέτρηση της εισοδηματικής ανισότητας, μειώθηκε από 34,2% το 2015 σε 31,6% το 2025.

Την ίδια περίοδο, η απασχόληση ενισχύθηκε και η οικονομική δραστηριότητα ανέκαμψε.

Παρά ταύτα, η κοινωνική εμπειρία φαίνεται να κινείται προς διαφορετική κατεύθυνση. Η πλειονότητα των πολιτών εξακολουθεί να αισθάνεται οικονομική πίεση, αβεβαιότητα και δυσκολία στην κάλυψη βασικών αναγκών.

Η απόσταση ανάμεσα στη στατιστική αποτύπωση και τη βιωμένη πραγματικότητα αποτελεί ίσως ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της έρευνας.

Επτά στα δέκα νοικοκυριά δυσκολεύονται οικονομικά

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το στοιχείο σύμφωνα με το οποίο περίπου το 68% των ελληνικών νοικοκυριών δηλώνει ότι δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα οικονομικά.

Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνεται στο 19%.

Η διαφορά είναι εντυπωσιακή και αποτυπώνει την ένταση της οικονομικής ανασφάλειας που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας.

Οι αυξήσεις στο κόστος ζωής, η ακρίβεια στα βασικά αγαθά και η πίεση από τις στεγαστικές δαπάνες επηρεάζουν δυσανάλογα τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδηματικά στρώματα.

Οι νέοι παραμένουν η πιο ευάλωτη ομάδα

Παρά τη βελτίωση των συνθηκών στην αγορά εργασίας, οι νέοι ηλικίας 16 έως 24 ετών εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας.

Η δυσκολία εισόδου στην αγορά εργασίας, οι χαμηλές αμοιβές στα πρώτα επαγγελματικά βήματα και οι περιορισμένες δυνατότητες οικονομικής αυτονόμησης διαμορφώνουν ένα περιβάλλον ανασφάλειας.

Δεν είναι τυχαίο ότι η ιδιοκατοίκηση υποχωρεί ακριβώς στις νεότερες ηλικιακές ομάδες, ενώ ολοένα και περισσότεροι νέοι παραμένουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στο πατρικό σπίτι.

Οι οικογένειες που βρίσκονται περισσότερο εκτεθειμένες

Η έρευνα επισημαίνει ότι ορισμένες κοινωνικές ομάδες αντιμετωπίζουν αυξημένους κινδύνους οικονομικής ευαλωτότητας.

Τα μονογονεϊκά νοικοκυριά συγκαταλέγονται στις πιο εκτεθειμένες κατηγορίες, καθώς η οικονομική επιβάρυνση συγκεντρώνεται συνήθως σε έναν μόνο γονέα.

Παράλληλα, οι πολύτεκνες οικογένειες καλούνται να ανταποκριθούν σε αυξημένες ανάγκες, από την εκπαίδευση μέχρι τη στέγαση και την υγειονομική φροντίδα.

Η ύπαρξη αυτών των ανισοτήτων υπενθυμίζει ότι η κοινωνική πολιτική δεν μπορεί να σχεδιάζεται με ενιαίο τρόπο για το σύνολο του πληθυσμού.

Οι διαρθρωτικές αδυναμίες της αγοράς εργασίας

Η αγορά εργασίας συνέβαλε σημαντικά στη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών μετά την κρίση. Ωστόσο, παραμένουν χαρακτηριστικά που συντηρούν ανισότητες.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τα χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ περισσότεροι από τους μισούς ανέργους βρίσκονται σε κατάσταση μακροχρόνιας ανεργίας.

Ταυτόχρονα, η περιορισμένη συμμετοχή γυναικών και ατόμων με αναπηρία στην απασχόληση περιορίζει τις δυνατότητες ευρύτερης κοινωνικής ένταξης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το εισόδημα από αυτοαπασχόληση εμφανίζει τη μεγαλύτερη ανισότητα μεταξύ όλων των πηγών εισοδήματος, στοιχείο που αντανακλά τις έντονες αποκλίσεις μεταξύ διαφορετικών επαγγελματικών δραστηριοτήτων.

Η παραοικονομία εξακολουθεί να επηρεάζει το σύστημα

Παρά τη σημαντική μείωση του κενού συμμόρφωσης στον ΦΠΑ τα τελευταία χρόνια, η παραοικονομία εξακολουθεί να αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας.

Η ύπαρξή της επηρεάζει την αποτελεσματικότητα του φορολογικού συστήματος, περιορίζει τα δημόσια έσοδα και δυσχεραίνει την ανάπτυξη πιο δίκαιων μηχανισμών αναδιανομής.

Οι συνέπειες δεν είναι μόνο δημοσιονομικές. Αφορούν και την αίσθηση δικαιοσύνης μέσα στην κοινωνία.

Η ανισότητα στην πρόσβαση στην υγεία

Η έρευνα του ΙΟΒΕ στρέφει το βλέμμα και στο πεδίο της υγείας, όπου οι οικονομικές διαφορές εξακολουθούν να καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό την πρόσβαση στις υπηρεσίες.

Η υψηλή εξάρτηση από ιδιωτικές πληρωμές μεταφέρει σημαντικό μέρος του κόστους στα νοικοκυριά.

Αποτέλεσμα είναι τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα να αντιμετωπίζουν περισσότερα εμπόδια στην πρόληψη, στη διάγνωση και στη θεραπεία.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι σχεδόν ένας στους τρεις πολίτες που ανήκουν στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ότι έχει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας.

Η δυνατότητα πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας συνδέεται, επομένως, και με την οικονομική δυνατότητα του καθενός.

Η αδύναμη πλευρά της κοινωνικής προστασίας

Η μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων και ατόμων με αναπηρία παραμένει ένας από τους λιγότερο ανεπτυγμένους τομείς του ελληνικού κοινωνικού κράτους.

Οι δημόσιες δαπάνες για τον συγκεκριμένο τομέα αντιστοιχούν σε ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό του ΑΕΠ σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Στην πράξη, η φροντίδα μεταφέρεται συχνά στις οικογένειες, οι οποίες καλούνται να αναλάβουν οικονομικά και πρακτικά βάρη χωρίς επαρκή θεσμική υποστήριξη.

Η στέγαση ως νέα πηγή ανισοτήτων

Η στεγαστική κρίση εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων.

Η αύξηση των ενοικίων μετά το 2018 επιβάρυνε ιδιαίτερα τα χαμηλά εισοδήματα, ενώ η άνοδος των τιμών των ακινήτων ενίσχυσε τις διαφορές ανάμεσα σε ιδιοκτήτες και ενοικιαστές.

Η ιδιοκατοίκηση, που για δεκαετίες αποτελούσε χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας, υποχωρεί σταδιακά μεταξύ των νεότερων και οικονομικά ασθενέστερων νοικοκυριών.

Ταυτόχρονα, η αδυναμία κάλυψης στεγαστικών και ενεργειακών υποχρεώσεων έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια.

Η στεγαστική επισφάλεια δεν αφορά μόνο τις συνθήκες διαβίωσης. Συνδέεται και με τις εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προοπτικές, επηρεάζοντας τις δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας.

Η ανισότητα ως καθημερινή εμπειρία

Το σημαντικότερο ίσως μήνυμα της μελέτης είναι ότι οι ανισότητες δεν εξαντλούνται σε έναν οικονομικό δείκτη.

Αφορούν το αν ένα παιδί θα μπορέσει να προετοιμαστεί ισότιμα για τις εξετάσεις, αν ένας νέος θα βρει σταθερή εργασία, αν μια οικογένεια θα καλύψει τις ανάγκες υγείας της ή αν θα καταφέρει να εξασφαλίσει αξιοπρεπή στέγη.

Η Ελλάδα έχει διανύσει μεγάλη απόσταση από τα χρόνια της βαθιάς οικονομικής κρίσης. Ωστόσο, η πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη προϋποθέτει τη μείωση των εμποδίων που περιορίζουν τις ευκαιρίες για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.

Διότι η κοινωνική συνοχή δεν οικοδομείται μόνο μέσα από την ανάπτυξη των οικονομικών μεγεθών. Χρειάζεται θεσμούς που να διασφαλίζουν ότι η πρόοδος μεταφράζεται σε περισσότερες δυνατότητες για όλους και ότι η αφετηρία στη ζωή δεν καθορίζει, σε τόσο μεγάλο βαθμό, τον τελικό προορισμό.

Δείτε επίσης