Η υπόθεση που συγκλόνισε τον καλλιτεχνικό χώρο και βρέθηκε στο επίκεντρο του ελληνικού #MeToo επιστρέφει σήμερα στις δικαστικές αίθουσες. Ο Δημήτρης Λιγνάδης, πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, καλείται να καθίσει στο εδώλιο του Μικτού Ορκωτού Εφετείου, όπου θα εξεταστεί σε δεύτερο βαθμό η υπόθεση για την οποία καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε κάθειρξη 12 ετών για βιασμούς ανηλίκων.
Η έναρξη της δίκης μετά από τρεις αναβολές
Η εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό ξεκινά έπειτα από τρεις διαδοχικές αναβολές, με το ενδιαφέρον να παραμένει ιδιαίτερα υψηλό τόσο λόγω της σοβαρότητας των καταγγελιών όσο και εξαιτίας της δημόσιας διάστασης που είχε λάβει η υπόθεση από την πρώτη στιγμή.
Το Εφετείο καλείται να επανεξετάσει το σύνολο σχεδόν της δικογραφίας, ακούγοντας εκ νέου μάρτυρες και αξιολογώντας τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν τεθεί υπόψη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Η πρωτόδικη καταδίκη και οι αθωώσεις
Τον Ιούλιο του 2022, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο έκρινε τον Δημήτρη Λιγνάδη ένοχο, κατά πλειοψηφία 4-3, για δύο περιπτώσεις βιασμού 17χρονων αγοριών, οι οποίες φέρονται να τελέστηκαν το 2015 στην Αθήνα και την Επίδαυρο.
Για τις πράξεις αυτές του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης 12 ετών.
Την ίδια στιγμή, το δικαστήριο τον αθώωσε για δύο ακόμη υποθέσεις που αφορούσαν καταγγελίες βιασμού ενός 16χρονου και ενός ενήλικου άνδρα, ο οποίος δεν είχε παραστεί στη διαδικασία.
Παρά την καταδίκη του, το δικαστήριο είχε αποφασίσει να χορηγήσει αναστολή στην έφεση, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να αφεθεί ελεύθερος υπό περιοριστικούς όρους. Είχε προηγουμένως παραμείνει προσωρινά κρατούμενος για περίπου 17 μήνες.
Γιατί το Εφετείο μπορεί να επιβάλει βαρύτερη ποινή
Η σημερινή δίκη αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς το Μικτό Ορκωτό Εφετείο δεν εξετάζει μόνο την έφεση που έχει ασκήσει η πλευρά του Δημήτρη Λιγνάδη.
Στο δικαστήριο θα κριθεί και η έφεση της Εισαγγελίας Εφετών, γεγονός που ανοίγει τον δρόμο ακόμη και για αυστηρότερη ποινική μεταχείριση του κατηγορούμενου.
Η εισαγγελική έφεση ζητεί την επανεξέταση της αθωωτικής κρίσης που αφορούσε την υπόθεση του 16χρονου καταγγέλλοντος, ενώ παράλληλα θέτει ζήτημα επαναξιολόγησης της ποινής που επιβλήθηκε πρωτοδίκως.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της εισαγγελικής προσφυγής, το ύψος της ποινής δεν ανταποκρίνεται στην απαξία και τη βαρύτητα των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος ούτε στη βλάβη που, κατά την εισαγγελική εκτίμηση, υπέστησαν τα θύματα.
Η σημασία της εφετειακής κρίσης
Η απόφαση του Εφετείου αναμένεται να αποτελέσει καθοριστικό σταθμό για μία από τις πλέον προβεβλημένες ποινικές υποθέσεις των τελευταίων ετών στην Ελλάδα.
Οι δικαστές και οι ένορκοι θα κληθούν να αποφανθούν εκ νέου τόσο για την ενοχή ή μη του κατηγορούμενου στις επίμαχες πράξεις όσο και για το εύρος των ποινικών συνεπειών που θα απορρέουν από την τελική τους κρίση, σε μια διαδικασία που αναμένεται να παρακολουθηθεί στενά από τον νομικό και τον καλλιτεχνικό κόσμο.






