Ο Ντόναλντ Τραμπ ανεβάζει κατακόρυφα τους τόνους απέναντι στην αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών, επαναφέροντας στο κέντρο της αμερικανικής πολιτικής αντιπαράθεσης μια λέξη με ισχυρό ιστορικό φορτίο: τον «κομμουνισμό». Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει πολλαπλασιάσει τις αναφορές του στον όρο τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς το επιτελείο του μετρά την απήχηση του μηνύματος ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Η νέα ρητορική του Τραμπ συνδέεται άμεσα με την επιτυχία προοδευτικών και δημοκρατικών σοσιαλιστών υποψηφίων σε προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών σε πολιτείες όπως η Νέα Υόρκη, το Κολοράντο, το Κεντάκι, το Τέξας και το Οχάιο. Η Ρεπουμπλικανική πλευρά επιχειρεί να μετατρέψει αυτές τις νίκες σε πολιτικό όπλο, παρουσιάζοντας τους Δημοκρατικούς ως κόμμα που κινείται προς τον «ριζοσπαστισμό».
Από τον «σοσιαλισμό» στον «κομμουνισμό» η νέα γραμμή επίθεσης του Τραμπ
Μετά τις 23 Ιουνίου, ο Ντόναλντ Τραμπ χρησιμοποίησε τον όρο «κομμουνισμός» 81 φορές σε δημόσιες δηλώσεις και αναρτήσεις, χαρακτηρίζοντας ορισμένους Δημοκρατικούς υποψηφίους «σκληροπυρηνικούς, άθεους κομμουνιστές».
Η επιλογή της λέξης δεν είναι τυχαία. Στην αμερικανική πολιτική ιστορία, ο φόβος απέναντι στον κομμουνισμό αποτέλεσε ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία κινητοποίησης των συντηρητικών ψηφοφόρων, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Πολιτικοί όπως ο Ρίτσαρντ Νίξον και ο Ρόναλντ Ρίγκαν χρησιμοποίησαν ανάλογη ρητορική για να συνδέσουν τους Δημοκρατικούς αντιπάλους τους με την ιδέα της κρατικής παρέμβασης και της απειλής για την αμερικανική οικονομική τάξη.
Ο Τραμπ προσαρμόζει αυτή τη στρατηγική στη σημερινή πολιτική συγκυρία, ταυτίζοντας τις προτάσεις των προοδευτικών Δημοκρατικών με ένα ιδεολογικό ρεύμα που παρουσιάζει ως απειλή για την αμερικανική κοινωνία.
Το μήνυμα συσπειρώνει τη βάση, αλλά δοκιμάζεται στους ανεξάρτητους ψηφοφόρους
Οι πρώτες δοκιμές του μηνύματος σε ομάδες εστίασης που πραγματοποιεί το Ρεπουμπλικανικό επιτελείο δείχνουν ότι η επίκληση του «κομμουνιστικού κινδύνου» λειτουργεί έντονα στη βάση του Τραμπ και μπορεί να ενισχύσει τη συμμετοχή ψηφοφόρων που συνήθως απέχουν από τις εκλογές.
Η εικόνα όμως είναι διαφορετική στους ανεξάρτητους ψηφοφόρους και στις νεότερες ηλικίες. Για πολλούς Αμερικανούς κάτω των 55 ετών, που δεν έζησαν την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, ο όρος «κομμουνισμός» δεν έχει την ίδια συναισθηματική και πολιτική φόρτιση.
Ρεπουμπλικανοί στρατηγικοί αναγνωρίζουν ότι η λέξη μπορεί να είναι αποτελεσματική σε συγκεκριμένες εκλογικές περιφέρειες, αλλά αμφιβάλλουν αν μπορεί να διευρύνει την εκλογική επιρροή του κόμματος πέρα από τον παραδοσιακό συντηρητικό πυρήνα.
Η μάχη για το κόστος ζωής μετατρέπεται σε πολιτισμική σύγκρουση
Η νέα επίθεση επιτρέπει στους Ρεπουμπλικανούς να αλλάξουν το πεδίο της προεκλογικής συζήτησης. Για μήνες, η κυβέρνηση Τραμπ βρισκόταν υπό πίεση για ζητήματα όπως ο πληθωρισμός, οι τιμές των κατοικιών και η αγοραστική δύναμη των Αμερικανών.
Αντί να επικεντρώνεται αποκλειστικά στην οικονομία, το προεκλογικό μήνυμα μεταφέρεται πλέον στη σύγκρουση γύρω από την ιδεολογία και την πολιτισμική ταυτότητα.
Οι προοδευτικοί Δημοκρατικοί υποψήφιοι υποστηρίζουν αυξήσεις φόρων για τους πλουσιότερους, μεγαλύτερες κοινωνικές δαπάνες, περιορισμό των στρατιωτικών δαπανών, αλλαγές στη μεταναστευτική πολιτική και αντίθεση στη χρηματοδότηση του Ισραήλ από τις ΗΠΑ. Ο Τραμπ και οι Ρεπουμπλικανοί επιχειρούν να παρουσιάσουν αυτές τις θέσεις ως μέρος μιας ευρύτερης «σοσιαλιστικής» ατζέντας.
Οι ίδιοι οι υποψήφιοι που δέχονται την επίθεση αυτοπροσδιορίζονται κυρίως ως δημοκρατικοί σοσιαλιστές, υποστηρίζοντας αλλαγές μέσα από το εκλογικό σύστημα και όχι την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, που αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του κομμουνισμού.
Η «κόκκινη απειλή» επιστρέφει στην προεκλογική σκηνή
Στην ομιλία του για την επέτειο των 250 χρόνων από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, ο Ντόναλντ Τραμπ συνέκρινε την άνοδο του κομμουνισμού με «καρκίνο» που πρέπει να αφαιρεθεί γρήγορα.
Η επιλογή να χρησιμοποιήσει ένα τόσο φορτισμένο μήνυμα σε μια εθνική εορτή, όπως η 4η Ιουλίου, δείχνει την πρόθεση του προέδρου να μετατρέψει την αντιπαράθεση με τους Δημοκρατικούς σε μάχη για την ίδια την ταυτότητα της χώρας.
Το επιτελείο του εξετάζει παράλληλα ποιος όρος λειτουργεί καλύτερα στην εκλογική επικοινωνία. Τα πρώτα δεδομένα δείχνουν ότι ο «κομμουνισμός» έχει μεγαλύτερη δύναμη συσπείρωσης σε ορισμένες περιφέρειες, ενώ ο «σοσιαλισμός» μπορεί να είναι πιο εύχρηστος σε διαφημιστικές καμπάνιες και τοπικά μηνύματα.
Οι Ρεπουμπλικανοί χτίζουν δίλημμα «κοινή λογική ή εξτρεμισμός»
Η στρατηγική του Τραμπ υιοθετείται ήδη από κορυφαία στελέχη των Ρεπουμπλικανών, που επιχειρούν να παρουσιάσουν τις ενδιάμεσες εκλογές ως επιλογή ανάμεσα στην «κοινή λογική» και τον «εξτρεμισμό».
Η μάχη αναμένεται ιδιαίτερα σκληρή, καθώς οι εκλογές θα κρίνουν τον έλεγχο του Κογκρέσου. Για τους Ρεπουμπλικανούς, η επίθεση στον «κομμουνισμό» προσφέρει έναν τρόπο να μετατοπίσουν τη συζήτηση από τις επιδόσεις της κυβέρνησης στην οικονομία προς ένα πεδίο όπου η παράταξη αισθάνεται παραδοσιακά ισχυρότερη: την ασφάλεια, την εθνική ταυτότητα και την αντιπαράθεση με την Αριστερά.
Το ερώτημα είναι αν το μήνυμα θα παραμείνει ένα εργαλείο συσπείρωσης της βάσης ή αν μπορεί να πείσει τους κρίσιμους ψηφοφόρους που θα κρίνουν τις αμφίρροπες εκλογικές αναμετρήσεις.





