Ο πόλεμος στο Ιράν μετατρέπεται σε έναν ακόμη παράγοντα αστάθειας για την ευρωπαϊκή οικονομία, με το κόστος να γίνεται ήδη αισθητό. Η επιβάρυνση αφορά κυρίως τις εισαγωγές ενέργειας, ενισχύοντας πληθωριστικές πιέσεις και επιβραδύνοντας την ανάπτυξη τόσο για το 2026 όσο και για το 2027.
Είναι ενδεικτικό ότι μέσα στις πρώτες 17 ημέρες της κρίσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση δαπάνησε επιπλέον 6 δισ. ευρώ για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, εξέλιξη που αποτυπώνει την άμεση εξάρτηση της ευρωπαϊκής αγοράς από τις διεθνείς τιμές ενέργειας.
Η «εργαλειοθήκη» της Κομισιόν για την ενέργεια
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επεξεργάζεται μια ολοκληρωμένη «εργαλειοθήκη» μέτρων για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων, κατόπιν σχετικής εντολής από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
Όπως ανέφερε ο Ευρωπαίος Επίτροπος για την Οικονομία και την Παραγωγικότητα, Βάλντις Ντομπρόβσκις, τα μέτρα θα είναι στοχευμένα και θα κινούνται σε τρεις βασικούς άξονες: συμβατότητα με την πράσινη μετάβαση, αποφυγή στρεβλώσεων στην αγορά ενέργειας και σεβασμός στους δημοσιονομικούς κανόνες.
Η προσέγγιση αποκλείει γενικευμένες επιδοτήσεις που ενισχύουν τη ζήτηση ορυκτών καυσίμων, δίνοντας έμφαση σε πολιτικές εξοικονόμησης και εξηλεκτρισμού της οικονομίας.
Τα βασικά μέτρα στήριξης
Ο κατάλογος των παρεμβάσεων που βρίσκεται στο τραπέζι περιλαμβάνει ένα μείγμα πολιτικών με διαφορετική στόχευση:
Πρώτον, μέτρα ενίσχυσης της εξοικονόμησης ενέργειας, μέσω κινήτρων για καταναλωτές και επιχειρήσεις, προώθησης των δημόσιων συγκοινωνιών και επιτάχυνσης των ενεργειακών ανακαινίσεων.
Δεύτερον, εισοδηματικές ενισχύσεις προς τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, ως εναλλακτική στις άμεσες παρεμβάσεις στις τιμές, ώστε να προστατευθεί η αγοραστική δύναμη χωρίς στρεβλώσεις στην αγορά.
Τρίτον, παρεμβάσεις στη φορολογία και τα τέλη ηλεκτρικής ενέργειας, με στόχο τη συγκράτηση των τιμών, αλλά με προσοχή λόγω των πιθανών επιπτώσεων στα δημόσια έσοδα.
Τέταρτον, στοχευμένες παρεμβάσεις στις τιμές, όπως η κλιμακωτή τιμολόγηση για ηλεκτρικό ρεύμα και φυσικό αέριο, που προσφέρει ανακούφιση στους πιο ευάλωτους διατηρώντας ταυτόχρονα κίνητρα εξοικονόμησης.
Για τη χρηματοδότηση αυτών των μέτρων εξετάζεται η αξιοποίηση των εσόδων από το Σύστημα Εμπορίας Ρύπων, καθώς και η επιβολή φόρων σε απροσδόκητα κέρδη από την ενεργειακή κρίση.
Η ρήτρα διαφυγής και τα όρια παρέμβασης
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει αυστηρές προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση ρήτρας διαφυγής στην αγορά ενέργειας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η εκτίναξη των τιμών χονδρικής πάνω από τα 180 ευρώ ανά MWh και σημαντικές αυξήσεις στη λιανική για παρατεταμένο χρονικό διάστημα.
Σε αυτή τη φάση, παρά την ένταση των πιέσεων, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι όροι αυτοί δεν έχουν ακόμη εκπληρωθεί, διατηρώντας προς το παρόν την ευελιξία στα κράτη-μέλη για στοχευμένες παρεμβάσεις.
Αυξήσεις στα τιμολόγια ρεύματος τον Απρίλιο
Η πίεση μεταφέρεται ήδη στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας. Η μέση χονδρεμπορική τιμή ρεύματος τον Μάρτιο αυξήθηκε κατά 18,5% σε σχέση με τον Φεβρουάριο, φτάνοντας τα 92,86 ευρώ ανά μεγαβατώρα από 78,35 ευρώ.
Η εξέλιξη αυτή προμηνύει αυξήσεις στα τιμολόγια του Απριλίου, καθώς οι πάροχοι ενσωματώνουν το αυξημένο κόστος προμήθειας.
Η άμυνα των ΑΠΕ και ο ρόλος του φυσικού αερίου
Παρά τις αυξήσεις, οι επιπτώσεις στην ηλεκτρική ενέργεια είναι ηπιότερες σε σχέση με τα καύσιμα, χάρη στη σημαντική συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και των υδροηλεκτρικών, που καλύπτουν το 50%-60% της παραγωγής.
Ωστόσο, το φυσικό αέριο παραμένει κρίσιμο για την ευστάθεια του συστήματος, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα πλήρους αποσύνδεσης των τιμών ρεύματος από τις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις.
Οι κινήσεις των παρόχων και η στάση της κυβέρνησης
Στην ελληνική αγορά, οι μεγάλοι πάροχοι, με πρώτη τη ΔΕΗ, αναμένεται να απορροφήσουν μέρος των αυξήσεων, προσφέροντας εκπτώσεις ώστε να περιοριστεί η επιβάρυνση των καταναλωτών.
Αντίστοιχες κινήσεις προετοιμάζουν και οι ιδιωτικοί πάροχοι, σε μια προσπάθεια να συγκρατήσουν το κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση διατηρεί ανοιχτό το ενδεχόμενο παρέμβασης, εφόσον οι τιμές στο χρηματιστήριο ενέργειας κινηθούν σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα, επιβεβαιώνοντας ότι η ενεργειακή κρίση παραμένει στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής.






