20 Φεβ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Headlines
  • Παραίτηση-καταγγελία εφέτη για τη Δικαιοσύνη: «Η σιωπή είναι συνενοχή όταν το σύστημα νοσεί»

Παραίτηση-καταγγελία εφέτη για τη Δικαιοσύνη: «Η σιωπή είναι συνενοχή όταν το σύστημα νοσεί»

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Η αιφνίδια αποχώρηση του εφέτη Γιάννης Ευαγγελάτος από το Δικαστικό Σώμα, με αιχμηρή δημόσια τοποθέτηση για τα κακώς κείμενα της Δικαιοσύνης, προκαλεί ισχυρό πολιτικό και θεσμικό απόηχο. Η παραίτησή του, που έγινε δεκτή με Προεδρικό Διάταγμα και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 16 Φεβρουαρίου, χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως «μαύρη μέρα για τη Δικαιοσύνη», ενώ άνοιξε μια ευρύτερη συζήτηση για την ποιότητα της απονομής του δικαίου και την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.

«Ως πότε οι δικαστές θα σιωπούν;»

Ο ίδιος ο δικαστικός λειτουργός έδωσε τις απαντήσεις μέσα από ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τίτλο «Το τέλος της διαδρομής». Θέτει ευθέως το ερώτημα: «Ως πότε οι δικαστές θα σιωπούν για όσα συμβαίνουν στον χώρο της Δικαιοσύνης;» και αμφισβητεί το παραδοσιακό δόγμα ότι «οι δικαστές μιλούν μόνο με τις αποφάσεις τους».

Όπως επισημαίνει, αυτή η αρχή θα είχε πλήρη εφαρμογή σε μια πολιτεία που λειτουργεί υποδειγματικά. Στη σημερινή συγκυρία, όμως, όπου –κατά την εκτίμησή του– η Δικαιοσύνη εμφανίζει συμπτώματα βαθιάς παθογένειας, η σιωπή ισοδυναμεί με συνενοχή. Η ανοχή, υπογραμμίζει, επιβαρύνει όλους: δικαστές, λειτουργούς, θεσμούς.

Την ανάρτησή του επέλεξε να ανοίξει με στίχους από τη «Ρωμιοσύνη» του Γιάννης Ρίτσος, δίνοντας έναν έντονα συμβολικό τόνο στην αποχώρησή του και συνδέοντας τη Δικαιοσύνη με την έννοια του ηθικού χρέους.

Από τα όνειρα της Σχολής στη σκληρή καθημερινότητα

Με περισσότερα από είκοσι χρόνια υπηρεσίας σε οκτώ δικαστήρια της Αθήνας και της περιφέρειας, ο κ. Ευαγγελάτος περιγράφει μια διαδρομή που ξεκίνησε με την πεποίθηση ότι θα υπηρετήσει το Δίκαιο ως «ζώσα δύναμη» και όχι ως τυπική διαδικασία έκδοσης αποφάσεων.

Στην πορεία, όπως αναφέρει, τα αρχικά όνειρα συγκρούστηκαν με την πραγματικότητα: υπερβολικός φόρτος υποθέσεων, πίεση για ταχύτητα σε βάρος της ποιότητας, ελλείψεις προσωπικού, προβληματικές υλικοτεχνικές συνθήκες στα δικαστικά μέγαρα. Η καθημερινότητα, σημειώνει, μετατρέπει συχνά την ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης σε διαχείριση όγκου.

Θέτει συγκεκριμένα ερωτήματα: Πόσο δίκαιη μπορεί να είναι μια δίκη όταν ο δικαστής καλείται να εκδικάσει δεκάδες σοβαρές υποθέσεις μέσα σε μία ημέρα; Πόσος χρόνος απομένει για κάθε κατηγορούμενο σε πολυπρόσωπες διαδικασίες; Πόσες αναβολές αντέχουν τα θύματα μέχρι να φτάσουν στην εκδίκαση; Πώς εκδικάζονται υποθέσεις ανηλίκων χωρίς την απαραίτητη υποστήριξη επιμελητών;

«Οι πολλοί και οι λίγοι» στο εσωτερικό της Δικαιοσύνης

Ο παραιτηθείς εφέτης επιμένει ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων δικαστών επιτελεί το καθήκον της με επάρκεια και ευσυνειδησία. Ωστόσο, κάνει λόγο για μια «θλιβερή μειοψηφία» που με αλαζονεία, αδιαφορία ή ευθυνοφοβία υπονομεύει το κύρος του θεσμού και εκθέτει συλλήβδην το Σώμα.

Κατά την άποψή του, η κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στη Δικαιοσύνη δεν είναι αποτέλεσμα μόνο εξωτερικών πιέσεων, αλλά και εσωτερικών στρεβλώσεων. Οι δικαστές, υπογραμμίζει, οφείλουν να λειτουργούν ως θεματοφύλακες της ανεξαρτησίας τους, να απορρίπτουν τη λογική της τυπολατρίας και να αντιμετωπίζουν τους δικηγόρους και τους δικαστικούς υπαλλήλους ως συλλειτουργούς και όχι ως αντιπάλους ή υφισταμένους.

Λειτουργοί της Δικαιοσύνης ή υπάλληλοι;

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η αναφορά του ότι οι δικαστές πρέπει να αισθάνονται λειτουργοί της Δικαιοσύνης και όχι υπάλληλοι του Υπουργείου. Η διατύπωση αυτή ερμηνεύτηκε ως αιχμή για τον τρόπο οργάνωσης και διοίκησης του συστήματος, αλλά και για την επάρκεια της θεσμικής θωράκισης της δικαστικής ανεξαρτησίας.

Ο ίδιος καταλήγει με μια προτροπή προς όσους υπηρέτησαν ή υπηρετούν το λειτούργημα: να μην επιτρέψουν περαιτέρω ολίσθηση. Η Δικαιοσύνη, τονίζει, δεν αποτελεί απλώς γνωστικό αντικείμενο αλλά βαθιά εσωτερική στάση ζωής. Στο τέλος κάθε ημέρας, το ερώτημα που μένει είναι ένα: αποδόθηκε Δικαιοσύνη;

Η παραίτηση του Γιάννη Ευαγγελάτου λειτουργεί ως δημόσια καταγγελία και ταυτόχρονα ως κάλεσμα αυτοκριτικής για ένα σύστημα που καλείται να ανακτήσει την αξιοπιστία του. Σε μια περίοδο όπου η κοινωνική δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς βαθαίνει, η φωνή ενός ανώτερου δικαστικού λειτουργού αποκτά βαρύνουσα σημασία και επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της ποιότητας και της ταχύτητας στην απονομή του δικαίου.

Ολόκληρη η ανάρτησή του:

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ

Έφτασα, λοιπόν, στο τέλος της δικαστικής μου διαδρομής, νωρίτερα από το αναμενόμενο και, ίσως για όσους δεν με ξέρουν, κάπως αιφνίδια, αλλά σίγουρα ύστερα από ένα γεμάτο ταξίδι…

Αναπόφευκτα, ο νους επιστρέφει στην αρχή, όταν εισήλθα στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και πίστευα ότι θα γινόμουν λειτουργός της Δικαιοσύνης, ότι θα απονέμω το Δίκαιο σύμφωνα με τον Νόμο και τη συνείδησή μου. Το Δίκαιο, όχι με τη στενή έννοια της έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων, αλλά ως ζώσα δύναμη. Όλοι οι Δικαστές, έχω την αίσθηση, είχαμε στην αρχή κάποια όνειρα για τη Δικαιοσύνη, που στη συνέχεια τα λησμονήσαμε. Σαν να ρίξαμε άγκυρα στα όνειρά μας μόλις συναντήσαμε την καθημερινότητα, τον υπερβολικό φόρτο, την πίεση της ποσότητας σε βάρος της ποιότητας και τις άθλιες συνθήκες εργασίας στα δικαστικά «μέγαρα». Πολλές φορές, στη διάρκεια αυτής της διαδρομής, αναρωτήθηκα αν υπάρχουν στην Ελλάδα Δικαστές. Δικαστές με «Δ» κεφαλαίο. Δικαστές, που δεν συμπεριφέρονται αλαζονικά και απαξιωτικά στους δικηγόρους, αντιμετωπίζοντάς τους ως αντιπάλους και όχι ως συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης… Δικαστές, που βλέπουν τους δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη της σύνθεσης του Δικαστηρίου και όχι ως υποτακτικούς τους… Δικαστές, που απονέμουν το Δίκαιο και δεν διεκπεραιώνουν απλώς υποθέσεις… Δικαστές, που νιώθουν λειτουργοί της Δικαιοσύνης και όχι υπάλληλοι του Υπουργείου … Δικαστές απαλλαγμένους από ναρκισσισμό και εγωπάθεια, που δεν θεωρούν ότι κατέχουν το αλάθητο του Πάπα… Δικαστές που μάχονται να βρουν την Αλήθεια και δεν ασπάζονται την τυπολατρία και την αυθαιρεσία… Δικαστές που μετατρέπουν την αγωνία και τα προβλήματα του πολίτη σε δικό τους αγώνα και προβληματισμό…

Υπηρέτησα περισσότερο από είκοσι χρόνια, σε οκτώ Δικαστήρια, στην Αθήνα και στην περιφέρεια και σχημάτισα την ακλόνητη πεποίθηση ότι υπάρχουν τέτοιοι Δικαστές στην Ελλάδα. Και είναι πάρα πολλοί! Αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων Δικαστών. Ωστόσο, τα λόγια τους πνίγονται από τις κραυγές των λίγων, οι οποίοι όχι μόνο συνεχίζουν να επιβιώνουν, αλλά και κυριαρχούν, καθώς θορυβούν ως κύμβαλα αλαλάζοντα. Ως πότε όμως; Ως πότε οι πολλοί Δικαστές θα χρεώνονται την αδιαφορία, την αναλγησία, την ανικανότητα, την ευθυνοφοβία των λίγων; Ως πότε θα ανέχονται να πλήττει, να προσβάλλει, να υπονομεύει το κύρος της Δικαιοσύνης αυτή η θλιβερή μειοψηφία; Ως πότε οι Δικαστές θα σιωπούν για όσα βλέπουν να συμβαίνουν στον χώρο της Δικαιοσύνης; Πόσο δίκαιη μπορεί να είναι μια δίκη, όταν ο Δικαστής καλείται να δικάσει είκοσι κακουργήματα σε μία ημέρα; Πόσος χρόνος αναλογεί στον κάθε κατηγορούμενο στις πολυπρόσωπες δίκες; Πόσες φορές πρέπει να προσέρχονται τα θύματα στα δικαστήρια μέχρι να διεξαχθεί η δίκη τους; Πώς γίνεται να εκδικάζονται υποθέσεις ανηλίκων δραστών, χωρίς την παρουσία επιμελητών ανηλίκων; Για πόσο ακόμη μπορεί να στηρίζεται το οικοδόμημα της Δικαιοσύνης στο φιλότιμο ορισμένων λειτουργών της; Και, εν τέλει, είναι επαρκώς θωρακισμένοι οι Δικαστές για να αποκρούουν τα βέλη που στρέφονται, από κάθε κατεύθυνση, κατά της ανεξαρτησίας τους;

Το δόγμα ότι «οι δικαστές μιλούν μόνο με τις αποφάσεις τους» έχει αξία και εφαρμογή σε μια ιδανική πολιτεία, που όλα λειτουργούν άψογα. Τότε, πράγματι, οι Δικαστές δεν θα είχαν λόγο να μιλούν… Όχι, όμως, τώρα που η Δικαιοσύνη νοσεί! Τώρα η ανοχή είναι συνενοχή! Όλοι μας φέρουμε μερίδιο ευθύνης για τη διαρκώς φθίνουσα εμπιστοσύνη του κόσμου στη Δικαιοσύνη. Όλοι μας φταίμε που το τελευταίο καταφύγιο του πολίτη μετατρέπεται σε πεδίο άγονης αντιπαράθεσης, όπου μόνο από τύχη ή σύμπτωση μπορείς να βρεις το δίκιο σου και μάλιστα με τον κίνδυνο να είναι ήδη αργά, αφού το δίκαιο, ως αγαθό, πρέπει να απονέμεται άμεσα, κάτι που σπάνια συμβαίνει…

Για να ανατείλει ξανά ο ήλιος της Δικαιοσύνης «θέλει δουλειά πολλή» και ίσως χρειάζεται να «καώ εγώ, να καείς εσύ, για να γίνουν τα σκοτάδια λάμψη», όχι ως πράξη αυτοθυσίας, αλλά ως έμπρακτη δήλωση αυτοσεβασμού και ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ και ως απόφαση να μη συμβιβαστείς με το ελάχιστο, όταν οφείλεις το μέγιστο.

Όσοι αγάπησαν αυτό το λειτούργημα και όσοι το υπηρέτησαν με σθένος και αυταπάρνηση, από όποια θέση κι αν βρίσκονται πλέον, δεν πρέπει να το αφήσουν άλλο να ολισθαίνει. Άλλωστε, το Δίκαιο, δεν είναι απλώς μια στείρα γνώση. Είναι κάτι που είτε το έχεις μέσα σου είτε όχι! Αν το έχεις, δεν μπορείς να το στερηθείς ποτέ, καθώς είναι άρρηκτα συνυφασμένο με το είναι σου. Όποιον δρόμο και αν ακολουθήσεις, όπου κι αν σταθείς, θα είναι πάντα μαζί σου, αφού ό,τι είναι αληθινό είναι και παντοτινό. Και στο τέλος κάθε ημέρας, θα είσαι πραγματικά ευτυχισμένος μόνο αν μπορείς να απαντάς καταφατικά στο ερώτημα : «Αποδόθηκε Δικαιοσύνη;»

Γιάννης Ευαγγελάτος

τέως δικαστικός λειτουργός

Δείτε επίσης