Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, αρνήθηκε να παραστεί στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, όπου είχε κληθεί στο πλαίσιο της συζήτησης για την υπόθεση των υποκλοπών.
Με υπόμνημα που απέστειλε, επικαλέστηκε τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών και έθεσε ζήτημα μη υποχρεωτικού χαρακτήρα της παρουσίας κορυφαίων δικαστικών λειτουργών ενώπιον κοινοβουλευτικών επιτροπών.
Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο τη θεσμική ένταση γύρω από τη διερεύνηση της υπόθεσης των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, καθώς η αντιπολίτευση είχε ζητήσει την κλήση του για παροχή διευκρινίσεων σχετικά με λειτουργικά ζητήματα της δικαιοσύνης που συνδέονται με την υπόθεση.
Το υπόμνημα και η επίκληση της διάκρισης των εξουσιών
Στο κείμενο του υπομνήματος, ο Κωνσταντίνος Τζαβέλλας υποστηρίζει ότι η κλήση του στη Βουλή δεν παράγει υποχρέωση φυσικής παρουσίας, όταν αφορά κορυφαίους λειτουργούς της δικαστικής εξουσίας. Όπως σημειώνει, η προσέλευση δικαστικών παραγόντων για ακρόαση ενώπιον κοινοβουλευτικών επιτροπών δεν μπορεί να θεωρείται υποχρεωτική, καθώς προσκρούει στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών.
Παράλληλα, χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη κλήση ως θεσμικά προβληματική, καθώς στηρίζεται σε διάταξη του Κανονισμού της Βουλής που, σύμφωνα με την ίδια τη θέση του, δεν συνάδει με το συνταγματικό πλαίσιο.
Η αιτιολόγηση της άρνησης παρουσίας
Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου απορρίπτει την πρόσκληση και για έναν δεύτερο λόγο, που αφορά το περιεχόμενο της ακρόασης. Όπως αναφέρει, η κλήση ζητά ενημέρωση για ζητήματα λειτουργίας της δικαιοσύνης με γενικό και αόριστο τρόπο, χωρίς συγκεκριμενοποίηση των θεμάτων που θα τεθούν.
Στο υπόμνημα επισημαίνεται ότι η αοριστία αυτή δεν επιτρέπει ουσιαστική θεσμική ανταπόκριση, ενώ συνδέει την υπόθεση με τον ευρύτερο σκοπό ενίσχυσης της διαφάνειας, χωρίς να προσδιορίζεται επαρκώς το αντικείμενο της συζήτησης.
Η συνεδρίαση και το πολιτικό πλαίσιο
Η άρνηση παρουσίας αφορά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας που είχε προγραμματιστεί για τις 20 Μαΐου 2026. Η κλήση του είχε γίνει μετά από αιτήματα κομμάτων της αντιπολίτευσης, στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης κοινοβουλευτικής διερεύνησης της υπόθεσης των υποκλοπών.
Η απουσία του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού αναμένεται να τροφοδοτήσει εκ νέου τη συζήτηση γύρω από τα όρια ελέγχου της Δικαιοσύνης από τη Βουλή και το εύρος των κοινοβουλευτικών αρμοδιοτήτων σε υποθέσεις με θεσμική και πολιτική βαρύτητα.
Το διακύβευμα της θεσμικής ισορροπίας
Η υπόθεση αναδεικνύει ένα σταθερό σημείο τριβής στο ελληνικό πολιτειακό σύστημα: τη γραμμή που χωρίζει τη λογοδοσία από την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Η επίκληση της διάκρισης των εξουσιών από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου θέτει εκ νέου το ερώτημα για το πώς και σε ποιο βαθμό μπορούν ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί να συμμετέχουν σε κοινοβουλευτικές διαδικασίες ελέγχου.
Το ζήτημα παραμένει ανοιχτό, με τη Βουλή και τη Δικαιοσύνη να κινούνται σε παράλληλες αλλά συχνά συγκρουσιακές τροχιές γύρω από την ίδια υπόθεση.






