Νέες διαστάσεις λαμβάνει η υπόθεση του 54χρονου σμηνάρχου της Πολεμικής Αεροπορίας που προφυλακίστηκε για κατασκοπεία υπέρ της Κίνας, καθώς οι ελληνικές Αρχές ερευνούν πλέον και άλλες περιπτώσεις πιθανής διαρροής ευαίσθητων πληροφοριών από πρώην υψηλόβαθμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων.
Σύμφωνα με αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του Star, στο κάδρο των ερευνών μπαίνουν ανώτεροι και ανώτατοι αξιωματικοί της Πολεμικής Αεροπορίας που, μετά την αποστρατεία ή την παραίτησή τους, μετέβησαν για εργασία σε χώρες του Περσικού Κόλπου, όπως το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Οι συγκεκριμένες χώρες προσφέρουν ιδιαίτερα υψηλές αμοιβές σε έμπειρα στρατιωτικά στελέχη, γεγονός που από μόνο του δεν συνιστά παρανομία. Ωστόσο, το ζήτημα αποκτά βαρύνουσα σημασία όταν οι υπηρεσίες που παρέχονται αφορούν κρατικούς φορείς ξένων κρατών.
Στο επίκεντρο βρίσκεται πρώην υψηλόβαθμος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας με τα αρχικά Β.Χ., ο οποίος φέρεται να ερευνάται από το ΓΕΕΘΑ και την ΕΥΠ για στενή επαφή με την Κίνα. Όπως ανέφερε ο αντιπτέραρχος Παναγιώτης Δημητριάδης, πρόκειται για ανώτατο αξιωματικό που αποστρατεύτηκε αιφνιδιαστικά το 2017, κατά τη διάρκεια επίσκεψης αντιπροσωπείας στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, και στη συνέχεια προσλήφθηκε ως σύμβουλος της κυβέρνησης του Κατάρ σε θέματα άμυνας.
Οι ελληνικές Αρχές εξετάζουν κατά πόσο οι συγκεκριμένες δραστηριότητες είναι θεμιτές ή αν ενδέχεται να θέτουν σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια, ιδίως υπό το πρίσμα των ιδιαίτερα στενών σχέσεων μεταξύ Κατάρ και Τουρκίας. Στο πλαίσιο αυτό, το υπουργείο Εθνικής Άμυνας έχει ήδη προχωρήσει σε θεσμική θωράκιση, προβλέποντας με πρόσφατο νόμο τον αποκλεισμό αξιωματικών από την ανάληψη θέσεων ευθύνης σε ξένα κράτη χωρίς προηγούμενη κυβερνητική έγκριση.
Την ίδια ώρα, η υπόθεση του 54χρονου σμηνάρχου που κατηγορείται για διαρροή στρατιωτικών μυστικών προς την Κίνα προκαλεί έντονο προβληματισμό. Ο κατηγορούμενος κρίθηκε προφυλακιστέος μετά από μαραθώνια απολογία εννέα ωρών στο Αεροδικείο Αθηνών. Αντιμετωπίζει κατηγορίες για συλλογή και μετάδοση μυστικών πληροφοριών στρατιωτικής σημασίας που αφορούσαν την Ελλάδα και το ΝΑΤΟ, πράξεις που θα μπορούσαν να επιφέρουν σοβαρή βλάβη στα εθνικά συμφέροντα. Με βάση το κατηγορητήριο, κινδυνεύει με ποινή κάθειρξης έως και 20 ετών, ενώ ο νέος Ποινικός Κώδικας προβλέπει ακόμη και αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας.
Κατά την απολογία του, ο 54χρονος φέρεται να ομολόγησε τις πράξεις του, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι δεν γνώριζε πως οι πληροφορίες κατέληγαν στην κινεζική κυβέρνηση. Όπως ισχυρίστηκε, πίστευε ότι συνεργαζόταν με στελέχη εταιρείας που παρείχε συμβουλευτικές και επενδυτικές υπηρεσίες. Αποκάλυψε μάλιστα το όνομα του ατόμου που τον προσέγγισε μέσω κοινωνικών δικτύων, Στίβεν Γουέιν, καθώς και άλλα δύο πρόσωπα που παρουσιάστηκαν ως εκπρόσωποι εταιρείας, με τον ρόλο τους να ερευνάται.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στο αρχικό στάδιο της συνεργασίας λάμβανε 500 έως 600 ευρώ για πληροφορίες χαμηλής διαβάθμισης που σχετίζονταν με γεωπολιτικές αναλύσεις. Στη συνέχεια, όταν φέρεται να κέρδισε την εμπιστοσύνη των επαφών του, οι αμοιβές αυξήθηκαν σημαντικά, φτάνοντας τα 5.000 ευρώ μηνιαίως ή 15.000 ευρώ ανά τρίμηνο για την παροχή απόρρητων εγγράφων.
Ο ίδιος, μέσω του δικηγόρου του Βασίλη Χειρδάρη, δήλωσε ότι «με γενναιότητα αποδέχθηκε τις ευθύνες του» και εξέφρασε εμπιστοσύνη στη στρατιωτική Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι θεωρούσε πως συναλλασσόταν με ιδιωτικό φορέα και όχι με κρατική υπηρεσία. Σε προσωπική του δήλωση, ζήτησε συγγνώμη από την πατρίδα, τις Ένοπλες Δυνάμεις, τους συναδέλφους και την οικογένειά του, τονίζοντας ότι ενεπλάκη «εν αγνοία και χωρίς πρόθεση» σε μια υπόθεση που εξελίχθηκε με «εφιαλτικό, επικίνδυνο και παράνομο» τρόπο.
Οι εξελίξεις στην υπόθεση αναμένεται να έχουν ευρύτερες θεσμικές και επιχειρησιακές προεκτάσεις, καθώς επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της μετακίνησης αποστράτων σε ευαίσθητες θέσεις στο εξωτερικό και της ανάγκης ενίσχυσης των μηχανισμών ελέγχου για την προστασία των εθνικών συμφερόντων.






