02 Φεβ 2026

Δείτε επίσης

Συμφωνία ΕΕ–MERCOSUR: Τι πραγματικά «σερβίρεται» στο τραπέζι της Ευρώπης;

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Η εμπορική συμφωνία ΕΕ–MERCOSUR παρουσιάζεται ως μια στρατηγική ευκαιρία ανάπτυξης, πρόσβασης σε νέες αγορές και φθηνότερων προϊόντων για τους καταναλωτές.

Πίσω όμως από το καλοστημένο αφήγημα, τα δεδομένα αποκαλύπτουν μια πιο σύνθετη –και συχνά αντιφατική– πραγματικότητα, ιδιαίτερα για χώρες όπως η Ελλάδα, με ευαίσθητο αγροδιατροφικό τομέα.

Γιατί η συμφωνία μοιάζει ελκυστική στα χαρτιά;

Η ΕΕ και οι χώρες της MERCOSUR (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Παραγουάη) διαπραγματεύονται εδώ και χρόνια μια συμφωνία που υπόσχεται μείωση ή κατάργηση δασμών, ενίσχυση του εμπορίου και πρόσβαση σε μια τεράστια αγορά εκατοντάδων εκατομμυρίων καταναλωτών. Στο αφήγημα κυριαρχούν οι λέξεις «ανταγωνιστικότητα», «ανάπτυξη» και «στρατηγική συνεργασία».

Τι εισάγει ήδη η Ελλάδα από τις χώρες της MERCOSUR;

Η Ελλάδα εισάγει προϊόντα από τη MERCOSUR εδώ και περίπου 20 χρόνια. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (2025), εισάγονται συνολικά 368 προϊόντα, εκ των οποίων τα 78 είναι άμεσου ή έμμεσου αγροδιατροφικού ενδιαφέροντος. Πρόκειται για αγαθά που είτε δεν παράγονται στη χώρα είτε παράγονται αλλά επιλέγεται η εισαγωγή τους για λόγους τιμής, ποσότητας ή διαθεσιμότητας.

Παράγουμε τα ίδια προϊόντα και παρ’ όλα αυτά τα εισάγουμε;

Από τα 20 σημαντικότερα αγροδιατροφικά προϊόντα που εισάγονται από τη MERCOSUR, τα 14 παράγονται και στην Ελλάδα. Οι λόγοι είναι πολλαπλοί: εποχικότητα και απαίτηση συνεχούς παρουσίας στην αγορά, χαμηλότερο κόστος εισαγόμενων προϊόντων, κάλυψη παραγωγικών κενών αλλά και εμπορικές συμφωνίες μεγάλων ποσοτήτων που πιέζουν τις τιμές προς τα κάτω.

Πού φαίνεται η μεγαλύτερη εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας;

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι οι ζωοτροφές, με εισαγωγές αξίας περίπου 165 εκατ. ευρώ μόνο από χώρες της MERCOSUR. Το μέγεθος αυτό αναδεικνύει τη βαθιά εξάρτηση της ελληνικής κτηνοτροφίας από εξωτερικές αγορές, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το κόστος παραγωγής και τη διατροφική ασφάλεια.

Τι σημαίνει αυτό για τον Έλληνα καταναλωτή;

Στην πράξη, η αγορά λειτουργεί με όρους διαθεσιμότητας και τιμής, όχι εποχικότητας. Παρότι δηλώνουμε προσήλωση στη μεσογειακή διατροφή, καταναλώνουμε φρούτα και λαχανικά εκτός εποχής, συχνά χωρίς να μπορούμε να ξεχωρίσουμε το εγχώριο από το εισαγόμενο προϊόν. Η όψη δεν προδίδει την προέλευση – και η τιμή συχνά καθορίζει την επιλογή.

Είναι τα εισαγόμενα προϊόντα ισοδύναμα σε ποιότητα και ασφάλεια;

Εδώ εντοπίζεται ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία της συμφωνίας. Στις χώρες της MERCOSUR εφαρμόζονται γενικά λιγότερο αυστηρά πρότυπα παραγωγής σε σχέση με την ΕΕ. Φυτοφάρμακα που έχουν απαγορευθεί στην Ευρώπη για σοβαρούς κινδύνους στην υγεία εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται στη Νότια Αμερική, γεγονός που έχει πυροδοτήσει συζήτηση για «διπλά στάνταρ».

Τι γνωρίζουμε για τα φυτοφάρμακα και τους ελέγχους;

Ορισμένες ουσίες, όπως το chlorpyrifos, το mancozeb, το carbendazim και το atrazine, έχουν αποσυρθεί στην ΕΕ λόγω νευροτοξικότητας, καρκινογένεσης ή περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Παρ’ όλα αυτά, αγροδιατροφικά προϊόντα από χώρες όπου αυτές οι ουσίες χρησιμοποιούνται εισάγονται εδώ και δεκαετίες στην ευρωπαϊκή –και ελληνική– αγορά, με ελέγχους που συχνά κρίνονται ανεπαρκείς.

Τι ισχύει ειδικά για το κρέας;

Η ΕΕ απαγορεύει αυστηρά ορμόνες πάχυνσης και ουσίες όπως η ρακτοπαμίνη και η κλενβουτερόλη. Τυπικά, τα εισαγόμενα φορτία πρέπει να συμμορφώνονται με τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Ωστόσο, η συμφωνία MERCOSUR δεν εισάγει νέους μηχανισμούς ελέγχου, αλλά επαναλαμβάνει τους υπάρχοντες, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα της πραγματικής αποτελεσματικότητάς τους.

Πώς λειτουργούν οι δασμοί και γιατί δεν αρκούν;

Οι δασμοί επιβάλλονται ως ποσοστό επί της αξίας του προϊόντος και λειτουργούν ως «φρένο» στις εισαγωγές. Ωστόσο, το χαμηλότερο κόστος παραγωγής στις χώρες της MERCOSUR –γη, εργασία, ζωοτροφές, περιβαλλοντικές υποχρεώσεις– επιτρέπει στα προϊόντα να παραμένουν ανταγωνιστικά ακόμη και μετά την επιβολή υψηλών δασμών.

Ποιοι έχουν το μεγαλύτερο πολιτικό και οικονομικό κίνητρο;

Ούτε οι χώρες της MERCOSUR ούτε τα κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν τα ίδια συμφέροντα. Βραζιλία και Αργεντινή διαθέτουν τεράστια παραγωγική δυναμική, ενώ στην Ευρώπη μεγάλες οικονομίες και πολυεθνικές βλέπουν στη Νότια Αμερική έναν χώρο επενδύσεων δισεκατομμυρίων σε ενέργεια, υποδομές, logistics και βιομηχανία.

Τι δείχνουν οι επενδύσεις στη Νότια Αμερική;

Έργα ύψους σχεδόν 20 δισ. δολαρίων έως το 2030 –αγωγοί φυσικού αερίου, ΑΠΕ, σιδηροδρομικοί άξονες, ναυτιλιακά κανάλια– αποκαλύπτουν το πραγματικό διακύβευμα: τη γεωοικονομική αναβάθμιση της περιοχής και τη διασφάλιση πρόσβασης της Ευρώπης σε πρώτες ύλες, ενέργεια και αγορές.

Ποιο είναι τελικά το πραγματικό «επιδόρπιο» της συμφωνίας;

Πίσω από το αφήγημα των φθηνότερων προϊόντων, διαφαίνεται μια συμφωνία που εξυπηρετεί κυρίως μεγάλες οικονομίες, πολυεθνικές και στρατηγικά συμφέροντα. Για χώρες όπως η Ελλάδα, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: πρόκειται για μια ευκαιρία ή για ένα πιάτο με γλυκιά επιφάνεια αλλά πικρή επίγευση για την εγχώρια παραγωγή και την αγροδιατροφική ασφάλεια;

Δείτε επίσης

Συμφωνία ΕΕ–MERCOSUR: Τι πραγματικά «σερβίρεται» στο τραπέζι της Ευρώπης; | Anatropi News.gr