Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική ρητορική αποκαλύπτει περισσότερα από όσα σκοπεύει. Όχι μόνο για τις προθέσεις των ίδιων όσο για τις βαθύτερες μετατοπίσεις ενός χώρου. Η συζήτηση που άνοιξε με αφορμή την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και τις δικογραφίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι μια ένδειξη πως κάπου στο βάθος αχνοφέγγει “η κατηφόρα η μεγάλη”.
Γιατί όταν βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος χαρακτηρίζουν έναν θεσμό όπως αυτόν της Ευρωπαϊκής Ένωσης «μη σοβαρό» και διατείνονται ότι «καταργείται με έναν νόμο», το πρόβλημα δεν αρχίζει να είναι βαθιά πολιτικό. Και ιδιαιτέρως αποκαλυπτικό μίας τάσης που κρυβόταν επιμελώς κάτω από το γαλάζιο χαλί.
Η άγνοια ως πολιτική στάση
Το ενωσιακό δίκαιο δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο απλοποιημένων, ερασιτεχνικών ερμηνειών. Οι Κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν καθολική ισχύ και υπεροχή έναντι του εθνικού δικαίου. Δεν καταργούνται με εθνικές νομοθετικές πρωτοβουλίες. Δεν «σβήνονται» επειδή ενοχλούν. Δεν προσαρμόζονται κατά το δοκούν.
Η απάντηση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων ήταν αυτονόητη: άλλο η κατάργηση εθνικών προσαρμοστικών νόμων και άλλο η κατάργηση ενός ευρωπαϊκού Κανονισμού. Το πρώτο είναι εφικτό. Το δεύτερο είναι νομικά ανυπόστατο.
Όταν όμως η στοιχειώδης αυτή διάκριση παραβλέπεται επιδεικτικά, δεν έχουμε απλώς να κάνουμε με θηριώδη άγνοια. Πρόκειται για συνειδητή επιλογή. Μια επιλογή που φλερτάρει με τον θεσμικό αναθεωρητισμό με αντιευρωπαϊκό οίστρο.
Από την κριτική στον ευρωσκεπτικισμό
Κάθε δημοκρατία αντέχει –και τη χρειάζεται– την κριτική στους θεσμούς της. Το ίδιο ισχύει και για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η κριτική του Κυριάκου Μητσοτάκη για ζητήματα διαδικασιών, διαρροών ή επιλεκτικών ελέγχων εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο. Είναι πολιτική, συγκεκριμένη και θεσμικά νομιμοποιημένη.
Άλλο όμως αυτό και άλλο η ευθεία απαξίωση ενός θεσμού του ευρωπαϊκού κράτους δικαίου.
Όταν η συζήτηση μετατοπίζεται από το «πώς λειτουργεί» στο «αν είναι σοβαρός» και, ακόμη περισσότερο, στο «αν μπορεί να καταργηθεί μονομερώς», τότε η γραμμή που χωρίζει την κριτική από τον ευρωσκεπτικισμό έχει ήδη ξεπεραστεί με τους δραχμιτζήδες ήδη να σκάνε χαμόγελα και να χειροκροτούν.
Ο επικίνδυνος πειρασμός της «εθνικής κυριαρχίας»
Η επίκληση της «εθνικής κυριαρχίας» ως άμυνα απέναντι σε ποινικούς ελέγχους είναι ένα από τα πιο προβληματικά αφηγήματα που εμφανίζονται κάθε τόσο στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Στην ελληνική εκδοχή του, αποκτά νέα “νεο-ορμπανική” διάσταση.
Από πότε οι ποινικές παραβάσεις αποτελούν πεδίο εθνικής κυριαρχίας; Από πότε ο έλεγχος για ενδεχόμενη κατάχρηση ευρωπαϊκών πόρων μετατρέπεται σε «εξωτερική παρέμβαση»;
Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν είναι «απ’ έξω». Είναι κομμάτι της ίδιας της ελληνικής έννομης τάξης. Η Ελλάδα συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωσή τους, τους χρηματοδοτεί, τους στελεχώνει. Είναι, με απλά λόγια, και ελληνικοί.
Η προσπάθεια να παρουσιαστούν ως ξένοι ελεγκτικοί μηχανισμοί δεν είναι μόνο ανακριβής. Είναι και πολιτικά ύποπτη και εξόχως επικίνδυνη.
Μνήμη και ευθύνη
Η Ελλάδα έχει ωφεληθεί ιδιαίτερα από την ένταξη και τη θέση της στην Ευρώπη. Κάτι στο οποίο πρωταγωνίστησε η Νέα Δημοκρατία. Όχι μόνο οικονομικά, αλλά και πολιτικά. Από τις αγροτικές επιδοτήσεις μέχρι τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, η ευρωπαϊκή ένταξη έχει διαμορφώσει το θεσμικό και κοινωνικό της πλαίσιο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί είναι άψογοι. Σημαίνει όμως ότι η απάντηση στις αδυναμίες τους δεν μπορεί να είναι η απονομιμοποίηση.
Ιδίως όταν αυτή εκπορεύεται από το εσωτερικό μιας παράταξης που ιστορικά ταυτίστηκε με την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.
Ένα όριο που δεν πρέπει να ξεπεραστεί
Η Νέα Δημοκρατία δεν είναι ένα τυχαίο κόμμα στον ευρωπαϊκό χάρτη της Ελλάδας. Είναι η παράταξη που σφράγισε την ένταξη και την παραμονή της χώρας στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Αυτό δημιουργεί όχι μόνο πολιτικό κεφάλαιο, αλλά και ευθύνη. Τεράστια ευθύνη.
Η ανοχή σε ρητορικές που αμφισβητούν θεμελιώδεις αρχές του ενωσιακού δικαίου δεν είναι ουδέτερη επιλογή. Είναι ολισθηρό έδαφος.
Αν τέτοιες φωνές κανονικοποιηθούν, το «ευρωπαϊκό κουστούμι» δεν θα είναι απλώς στενό. Θα αρχίσει να εγκαταλείπεται.
Και τότε η διολίσθηση προς έναν ιδιότυπο, εγχώριο αντιευρωπαϊσμό –με όρους πολιτικής ευκολίας και θεσμικής σύγχυσης– δεν θα είναι σενάριο. Θα είναι πραγματικότητα.
Το όριο υπάρχει. Το ερώτημα είναι ποιος θα το υπερασπιστεί.






