Η κρίση του Ιράν αποκαλύπτει ότι η διατλαντική σχέση δεν στηρίζεται πια στην εμπιστοσύνη, αλλά στη δυσπιστία, στην πίεση και στην αναγκαστική συνύπαρξη.
Του Χρήστου Α. Φραγκονικολόπουλου*
Η σύγκρουση γύρω από το Ιράν δεν αποκάλυψε απλώς ακόμη μία διαφωνία ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη. Ανέδειξε κάτι βαθύτερο: ότι η διατλαντική σχέση έχει εισέλθει σε φάση δομικής δυσπιστίας. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι έκανε ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο το έκανε: χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με συμμάχους, με δημόσια απαξιωτική ρητορική προς ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και με μια λογική που αντιμετωπίζει τη συμμαχία όχι ως κοινότητα στρατηγικού συντονισμού, αλλά ως μηχανισμό συμμόρφωσης στις αμερικανικές επιλογές. Η κρίση του Ιράν δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά ο τελευταίος κρίκος σε μια αλυσίδα συγκρούσεων που περιλαμβάνει τους δασμούς, την Ουκρανία, την περιφρόνηση προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τώρα την ευθεία πίεση για συμμετοχή σε έναν πόλεμο που οι Ευρωπαίοι δεν επέλεξαν.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι, συνεπώς, τι ακριβώς ζητά ο Τραμπ από τους Ευρωπαίους. Πρώτον, ζητά πολιτική νομιμοποίηση της αμερικανικής και ισραηλινής στρατιωτικής δράσης. Δεύτερον, ζητά πρακτική συνδρομή: χρήση βάσεων, άνοιγμα εναέριου χώρου, υποστήριξη σε ναυτικές και στρατιωτικές επιχειρήσεις, συμβολή στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ και γενικότερη εμπλοκή στο κόστος και στη διαχείριση της κρίσης. Η πιο άμεση απαίτησή του είναι σαφής: οι Ευρωπαίοι να στείλουν πλοία στο Ορμούζ και να συμβάλουν ενεργά στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας καθώς ο πόλεμος κλιμακώνεται. Τρίτον, ζητά πειθαρχία, δηλαδή να μην υπάρξει δημόσια ευρωπαϊκή διαφοροποίηση. Όταν οι Ευρωπαίοι δίστασαν, ο Τραμπ το παρουσίασε ως «πολύ ανόητο λάθος», επιτέθηκε προσωπικά σε ηγέτες όπως ο Κιρ Στάρμερ, απείλησε τη Γαλλία και την Ισπανία, και άφησε να αιωρείται ακόμη και θέμα επανεκτίμησης της αμερικανικής σχέσης με το ΝΑΤΟ.
Και όμως, η ευρωπαϊκή απάντηση, αν και συχνά αμήχανη, δεν είναι πλέον η αυτόματη συμμόρφωση του παρελθόντος. Η Γερμανία υπήρξε αποκαλυπτική. Ο Φρίντριχ Μερτς δήλωσε ότι η Ευρώπη δεν πείστηκε από το σχέδιο της Ουάσιγκτον, ότι δεν ζητήθηκε η γνώμη της και ότι, όσο συνεχίζεται ο πόλεμος, το Βερολίνο δεν θα συμμετάσχει στρατιωτικά ούτε καν στην επιχείρηση διασφάλισης της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ. Ο υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους ήταν ακόμη πιο ωμός: «δεν είναι δικός μας πόλεμος». Η Γαλλία κινήθηκε στην ίδια γραμμή, με τον Εμανουέλ Μακρόν να δηλώνει ότι η Γαλλία «δεν είναι μέρος της σύγκρουσης». Η Ισπανία πήγε ακόμη πιο πέρα: ο Πέδρο Σάντσεθ χαρακτήρισε την επίθεση «αδικαιολόγητη και επικίνδυνη» και αρνήθηκε τη χρήση των κοινών βάσεων, ενώ η κυβέρνησή του απάντησε στις αμερικανικές πιέσεις ότι η χώρα «δεν θα γίνει υποτελής κανενός».
Η Βρετανία αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση, γιατί η κρίση του Ιράν έδειξε με τον πιο ωμό τρόπο πόσο εύθραυστη έχει γίνει ακόμη και η λεγόμενη «ειδική σχέση». Το Λονδίνο αρχικά κράτησε αποστάσεις, αλλά στη συνέχεια επέτρεψε αμερικανικές αποστολές από βρετανικές βάσεις. Δεν πρόκειται για συνεκτική στρατηγική· πρόκειται για πολιτική εξισορρόπησης υπό πίεση. Η Ευρώπη φοβάται ότι, αν υποκύψει πλήρως, θα ακυρώσει κάθε αξίωση στρατηγικής αυτονομίας. Αν συγκρουστεί ανοιχτά, φοβάται ότι θα εκτεθεί σε αμερικανικά αντίποινα τη στιγμή που εξακολουθεί να εξαρτάται από τις ΗΠΑ για την ασφάλεια της Ουκρανίας και για τη συνοχή του ΝΑΤΟ. Αυτή η αντίφαση εξηγεί την αμφιθυμία της. Όμως η αμφιθυμία δεν αποτελεί στρατηγική. Και όσο ο Τραμπ μετατρέπει τη συμμαχική σχέση σε σχέση καταναγκασμού, τόσο περισσότερο η Ευρώπη θα ωθείται, έστω διστακτικά, προς την κατεύθυνση της στρατηγικής αυτονόμησης.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο γεωπολιτικό. Είναι και κανονιστικό, σχεδόν υπαρξιακό για την ίδια την Ευρώπη. Για χρόνια η ΕΕ επένδυσε στην ιδέα ότι εκπροσωπεί μια δύναμη δικαίου, πολυμέρειας και διπλωματίας. Το ιρανικό πυρηνικό ζήτημα υπήρξε ίσως η σημαντικότερη επιτυχία αυτής της στρατηγικής, με αποκορύφωμα τη συμφωνία JCPOA του 2015, που στηρίχθηκε σε ευρωπαϊκή διπλωματική πρωτοβουλία. Σήμερα, όμως, η Ευρώπη μοιάζει να έχει περάσει από τη θέση του διαμορφωτή στη θέση του θεατή. Ενώ η κρίση εκτυλίσσεται στην άμεση γεωπολιτική της περιφέρεια, οι Βρυξέλλες εμφανίζονται αμήχανες, διασπασμένες και συχνά εγκλωβισμένες σε μια στρατηγική διαχείρισης ζημιών.
Αυτή η αμηχανία δεν είναι χωρίς κόστος. Η ευρωπαϊκή επίκληση του διεθνούς δικαίου αποδυναμώνεται όταν η Ένωση μοιάζει απρόθυμη να χαράξει καθαρή γραμμή απέναντι σε μια μονομερή στρατιωτική επιλογή των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, η ΕΕ δεν επιθυμεί ούτε να ταυτιστεί με το Ιράν ούτε να εμφανιστεί αδιάφορη για την περιφερειακή ασφάλεια. Γι’ αυτό και η επίσημη ευρωπαϊκή γραμμή παραμένει διπλή: αποστασιοποίηση από την αμερικανική επιλογή πολέμου, αλλά και σαφής καταδίκη των ιρανικών επιθέσεων, έμφαση στην αποκλιμάκωση, στην προστασία των αμάχων, στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και στην ανάγκη προετοιμασίας για ενεργειακές, οικονομικές και μεταναστευτικές επιπτώσεις. Η Ευρώπη, με άλλα λόγια, δεν υιοθετεί φιλοϊρανική στάση. Αυτό που αρνείται είναι η αυτόματη πρόσδεση σε μια αμερικανική στρατηγική που δεν διαμόρφωσε και δεν ελέγχει.
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται και η στρατηγική αδυναμία της ίδιας της Ευρώπης. Δεν αρκεί να λέει «όχι» στην Ουάσιγκτον. Ούτε αρκεί να επικαλείται το διεθνές δίκαιο χωρίς να προτείνει μια εναλλακτική πολιτική διαχείρισης της κρίσης. Αν θέλει πραγματικά να λειτουργήσει ως αυτόνομος δρων, χρειάζεται έναν «τρίτο δρόμο»: να αντιταχθεί στις παράνομες και μονομερείς στρατιωτικές επιλογές, αλλά ταυτόχρονα να μην καταφύγει σε μια αδρανή ουδετερότητα που θα την καταστήσει απλό παρατηρητή των εξελίξεων. Χρειάζεται, δηλαδή, στρατηγική και όχι μόνο επιφυλάξεις.
Οι οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες αυτής της κρίσης καθιστούν το ζήτημα ακόμη πιο επείγον. Ένας παρατεταμένος πόλεμος με το Ιράν δεν απειλεί μόνο τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής. Απειλεί την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, επιβαρύνει τις αλυσίδες εφοδιασμού, αυξάνει τον κίνδυνο νέων μεταναστευτικών πιέσεων και, κυρίως, ευνοεί ανταγωνιστές της Δύσης. Η αύξηση των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου ενισχύει τη Ρωσία, δηλαδή ακριβώς τη δύναμη που η Ευρώπη προσπαθεί να περιορίσει στο ουκρανικό μέτωπο. Παράλληλα, μια Δύση που εμφανίζεται διαιρεμένη προσφέρει στην Κίνα πρόσθετο γεωπολιτικό χώρο. Υπό αυτή την έννοια, η ευρωπαϊκή επιφυλακτικότητα απέναντι στον πόλεμο δεν είναι μόνο ζήτημα αρχών· είναι και ζήτημα ψυχρού συμφέροντος.
Εδώ βρίσκεται ίσως και η μεγαλύτερη στρατηγική πλάνη του Τραμπ. Η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει συχνά την Ευρωπαϊκή Ένωση ως αδύναμο, παρασιτικό και αναλώσιμο εταίρο. Στην πραγματικότητα, όμως, η ΕΕ παραμένει ο σημαντικότερος στρατηγικός πολλαπλασιαστής ισχύος για τη Δύση: προσφέρει πολιτική νομιμοποίηση, οικονομικό βάθος, θεσμική σταθερότητα και γεωπολιτικό βάρος. Η συστηματική απαξίωσή της μπορεί να εξυπηρετεί τη ρητορική του Τραμπ στο εσωτερικό, αλλά μεσοπρόθεσμα αποδυναμώνει το ίδιο το δυτικό στρατόπεδο.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Ευρώπη διαφωνεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε αυτή την κρίση. Το ερώτημα είναι αν είναι διατεθειμένη να πάψει να λειτουργεί ως μόνιμος διαχειριστής των ζημιών που προκαλούν άλλοι. Ο Τραμπ ζητά από τους Ευρωπαίους να ακολουθήσουν, να καλύψουν και να πληρώσουν. Οι Ευρωπαίοι απαντούν, προς το παρόν, με επιφυλακτικότητα, καθυστερήσεις και μισόλογα. Όμως ακόμη και αυτή η αδέξια στάση δείχνει κάτι σημαντικό: ότι η εποχή της σχεδόν αυτόματης συμμόρφωσης φθίνει.
Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο πολιτικό νόημα της ιρανικής κρίσης. Δεν αποκαλύπτει απλώς μια ακόμη ένταση ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΕ. Αποκαλύπτει ότι η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική επιλογή: είτε θα συγκροτηθεί ως πραγματικός γεωπολιτικός δρων, με δική της στρατηγική βούληση, είτε θα παραμείνει ένας πλούσιος αλλά φοβικός εταίρος, καταδικασμένος να πληρώνει το τίμημα αποφάσεων που λαμβάνονται αλλού. Στην πραγματικότητα, το Ιράν δεν δοκιμάζει μόνο τη Μέση Ανατολή. Δοκιμάζει το αν η Ευρώπη είναι έτοιμη, επιτέλους, να ενηλικιωθεί πολιτικά.
*Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Κοσμήτορας Σχολής Κοινωνικών Οικονομικών Επιστημών ΑΠΘ






