08 Νοέ 2026

Δείτε επίσης

300 χρόνια «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ»: Το τελευταίο αίνιγμα του Swift

Image

Δεν είναι παιδικό παραμύθι και δεν ήταν ποτέ, αλλά στ’ άλλα ράφια μάλλον θα ενοχλούσε. Τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ ξεκίνησαν το φθινόπωρο του 1726 και επί τριακόσια χρόνια αποδομούν, μέσα από μια σάτιρα γεμάτη ζόφο, τα μεγαλύτερα αφηγήματα του δυτικού πολιτισμού: την εξουσία, την κοινωνία, το κάλλος, την επιστήμη και τον ίδιο τον ορθό λόγο. Κι αν οι Λιλιπούτιοι κι οι Γιάχου έγιναν εμβληματικές φιγούρες της μαζικής κουλτούρας και μηχανή αναζήτησης, το τελευταίο αίνιγμα του έργου παραμένει ανοιχτό: Γιατί οι Χουίνιμ, τα πιο εξελιγμένα όντα σ’ αυτόν τον κόσμο του Swift, είναι άλογα;  

Της Μαρίας Βασιλείου*

Γίγαντας ανάμεσα σε βίαιους νάνους. Νάνος ανάμεσα σε αηδιαστικούς γίγαντες. Επισκέπτης σε ένα ιπτάμενο νησί επιστημόνων και ξένος στη χώρα των έλλογων αλόγων. Δεν είναι απλώς τέσσερα επεισόδια με παράξενες περιπέτειες που εξάπτουν τη φαντασία του αναγνώστη, αλλά μια σπονδυλωτή κατάδυση αμείλικτης αποδόμησης των πυλώνων του πολιτισμού, μέχρι τον τελικό κλονισμό του. Αλλάζοντας διαρκώς την κλίμακα και το μέτρο των πραγμάτων, ο Swift δοκιμάζει τις βεβαιότητες της νεωτερικότητας, πριν ακόμα αυτή καλά καλά ανατείλει, και τις αφήνει να καταρρεύσουν, για να καταλήξει στην πιο σκοτεινή κι αιχμηρή προφητική προειδοποίηση, απ’ ευθείας για εμάς, τους αναγνώστες του τέταρτου αιώνα του που μόλις ξεκίνησε. Ας το δούμε πάλι.

Η ανατροπή της κλίμακας συνιστά τον κοινό άξονα των δύο πρώτων επεισοδίων. Τα ταξίδια αυτά είναι πειράματα οπτικής, μια μακροσκοπική και μικροσκοπική μέθοδος παρατήρησης της εξουσίας, του κράτους, της κοινωνίας και του σώματος. Στη Λιλιπούπολη, ο Swift έστρεψε το τηλεσκόπιο ανάποδα κι έδειξε ανθρωπάκια μόλις δεκαπέντε εκατοστών να οδηγούνται στο βίαιο θάνατο, σε έναν πόλεμο χωρίς έλεος, όπου η πολιτική εξουσία εργαλειοποίησε τη θρησκευτική πίστη – εν προκειμένω, το ορθό σπάσιμο του βραστού αυγού – για να νομιμοποιήσει τη σφοδρότητα και να επιβάλει την κυριαρχία της. Η εχθρικότητα, η κακία κι η απληστία των ηγετών των Λιλιπούτιων και των Μπλεφούσκου δεν φαίνεται να έχει ηθικά όρια, κι όμως φαντάζει γελοία. Αντίθετα, στους Γίγαντες, μετέτρεψε τον πρωταγωνιστή του σε ζωντανό μικροσκόπιο. Όπως ο Hooke κλόνισε το νεοκλασικό αφήγημα περί αιώνιας ομορφιάς βασισμένης στην αρμονία όταν έδειξε με την εφεύρεσή του την τραχύτητα, την αιχμηρότητα και την ασυμμετρία που κρύβει η ανθρώπινη τρίχα και τα πόδια των εντόμων, ο Swift μας θύμισε ότι τόσο κάτω από τα υφάσματα των ρούχων όσο και κάτω από τους κοινωνικούς μας θεσμούς είμαστε δυσώδεις εκκρίσεις, ανώμαλες επιφάνειες δέρματος και όργανα που πάλλονται. Δεν είναι όμως μόνο η μικροσκοπική ματιά επάνω στο ανθρώπινο σώμα που αποσταθεροποιεί τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, αλλά και η αντιστροφή της κλίμακας – πάλι. Για τον Γκιούλιβερ, η εξελιγμένη αγγλική κοινωνία, την οποία με καμάρι περιγράφει για να ανυψώσει το είδος του, με το κοινοβούλιό της, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, το εμπόριο και την παραγωγή, την επιστήμη, την τεχνολογία και τον πολεμικό σχεδιασμό αποτελεί θαυμαστό επίτευγμα. Στα μάτια του βασιλιά  των Μπρομπντινγκνάγκ, όμως, φαίνεται ασήμαντη και νοσηρή. Είναι θέμα οπτικής.

Στα δύο επόμενα ταξίδια, ο Swift μετατοπίζει τον άξονα του ανθρώπινου μέτρου από το αριστοτελικό κέντρο προς τα πολιτικά και ιδεολογικά άκρα. Στη Λαπούτα, το ιπτάμενο μαγνητικό νησί που αιωρείται πάνω από τη ρημαγμένη γη του Λαγκάντο, ίσως περιγράφει το πρώτο καθεστώς τεχνοολιγαρχίας. Εκεί, μια κλειστή κάστα επιστημόνων, αστρονόμων και μαθηματικών που έχει χάσει την επαφή της με την κοινωνία και τον κόσμο του καθημερινού, απομυζά τους πόρους του Λαγκάντο κι απειλεί με αφανισμό όποιον επαναστατήσει. Είναι εύκολο να το επιτύχει όποτε θέλει, χωρίς να καταφύγει στα όπλα, μόνο μέσω της τεχνολογίας και του ελέγχου: Με την ενεργοποίηση ενός μαγνητικού μηχανισμού, το νησί μετακινείται και σκεπάζει εντελώς το Λαγκάντο, μπλοκάροντας το φως του ήλιου και τη βροχή, προκαλώντας λιμό. Αλλά και στην Ακαδημία του Λαγκάντο, η επιστήμη έχει οδηγηθεί στο αδιέξοδο του τεχνολογικού επιλυτισμού, παραβλέποντας την οικονομική και την κοινωνική εξαθλίωση της χώρας: δεν υπάρχουν ιστορικές κοινωνικές και οικονομικές αιτίες για τα προβλήματα του λαού, υπάρχει μόνο αναποτελεσματική εφαρμογή και ανεπαρκής διαχείριση, την οποία και υπόσχεται να λύσει η τεχνολογική καινοτομία. Ενδιαφέρον έχει, επιπλέον, ότι εκεί, στα βάθη της Ακαδημίας, μια ξύλινη μηχανή που παράγει δικό της κείμενο συνδέοντας τυχαίες λέξεις αναμένεται να συνθέσει κάποια στιγμή το επόμενο μεγάλο μανιφέστο.

Τέλος, στη γη των Χουίνιμ – μια ειρωνική σπουδή επάνω στην πλατωνική πολιτεία – τα άλογα είναι τα τέλεια, τα ανώτατα όντα του ορθού λόγου. Συγκροτούν μια κοινωνία ταξική όπου οι κάστες είναι αδιαπραγμάτευτες κι η ευγονική αποτελεί αναγκαιότητα, κι όπου όλα ανάγονται στο δίπολο σχήμα της αλήθειας και του οτιδήποτε άλλου. Εκεί, οι Γιάχου, άνθρωποι στην απόλυτη, ακάθαρτη, προπολιτισμική και προκοινωνική μορφή τους, τη γυμνή και την ενστικτώδη, είναι οι σκλάβοι και τα εργαλεία τους. Εδώ όμως φτάνουμε στα όρια της συζήτησης και των ερμηνειών γύρω από το έργο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Swift αποδίδει συμβολικά στα άλογα την ιδιότητα της απόλυτης σοφίας. Το ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί επαρκώς είναι το γιατί οι Χουίνιμ είναι άλογα;

Στη δυτική παράδοση, η σοφία και ο ορθός λόγος δεν είναι έννοιες άμεσα συνδεδεμένες με το συγκεκριμένο ζώο. Στην αρχαία ελληνική μυθολογία, το άλογο είναι σύμβολο του Ποσειδώνα, μιας προ-πολιτισμικής αρχέγονης δύναμης. Στον πλατωνικό Φαίδρο, τα άλογα είναι τα πάθη που ο ορθός λόγος πρέπει να δαμάσει. Και μπορεί σε άλλα πλαίσια τα άλογα να έγιναν σύμβολα αριστοκρατικής καταγωγής, ευγένειας και αρμονίας λόγω της έμφυτης χάρης τους και λόγω της οικονομικής ευρωστίας που συνόδευε τον κάτοχο πολλών αλόγων, όμως τίποτα από αυτά δεν συνδέεται αιτιακά με τον ορθό λόγο. Η φιλολογία έχει εξηγήσει επανειλημμένα τι αντιπροσωπεύουν οι Χουίνιμ. Πολύ σπανιότερα έχει αναρωτηθεί γιατί αυτό που αντιπροσωπεύουν έλαβε συγκεκριμένα τη μορφή αλόγου. Αναζητώντας τη βάση αυτής της σουιφτικής εννοιολόγησης, οδηγούμαστε στη μετατόπιση του ερωτήματος από το επίπεδο του συμβολισμού στο επίπεδο της ιστορίας. Με άλλα λόγια, αν θέλουμε να καταλάβουμε γιατί επιλέχθηκαν τα άλογα για να ενσαρκώσουν τον απόλυτο ορθό λόγο, ίσως πρέπει να αναζητήσουμε τον κοινωνικό ρόλο του συγκεκριμένου ζώου στην εποχή του Jonathan Swift.  

Στις αρχές της δεκαετίας του 1720, όταν ο Swift έγραφε τα «Ταξίδια…», η ατμομηχανή του Newcomen μετρούσε λιγότερο από μια δεκαετία και ήταν πολύ περιορισμένης εφαρμογής. Η εκδοχή του Watt, εκείνη που άλλαξε το κόσμο, θα πατενταριζόταν πενήντα έτη αργότερα. Στο μεταίχμιο των δύο εποχών, το άλογο παρέμενε η σημαντικότερη και βασικότερη υποδομή της παραγωγής, της μετακίνησης, του εμπορίου, των μεταφορών και του στρατού – ακόμα κι ο Watt εισήγαγε, όταν ήρθε η στιγμή, τη μονάδα της «ιπποδύναμης». O Swift, λοιπόν, επιχείρησε μια τολμηρή οντολογική ανατροπή και προέβη σε μια δική του κοπερνίκεια αντιστροφή: Αυτονόμησε το εργαλείο και υπέταξε σε αυτό τον άνθρωπο-χειριστή. Όμως, παρόλο που αντέστρεψε τους ρόλους, δεν εξανθρώπισε τα άλογα. Αντίθετα, οι σοφοί Χουίνιμ ενσαρκώνουν τη γεωμετρική λογική ενός αυταρχικού συστήματος, απαλλαγμένου από πάθη, τέχνη, αμφιβολία ή ενσυναίσθηση, που καταλήγει με ψυχρό προγραμματισμό να εξετάσει την εκκαθάριση του γένους των Γιάχου ως ζήτημα διαχείρισης πόρων.  Με αυτόν τον τρόπο, το ερώτημα του Swift πάει πέρα από μια ευρηματική αντιμετάθεση ρόλων, που θα ήταν απλώς διασκεδαστική. Στην πραγματικότητα, ο συγγραφέας διερωτάται κάτι πολύ βαθύτερο, και κάτι εξαιρετικά επίκαιρο δικό μας: Τί πραγματικά συμβαίνει όταν το κυρίαρχο παραγωγικό μέσο μιας κοινωνίας μετατρέπεται σε πρότυπο αλήθειας, ορθολογικότητας και ανθρώπινης ολοκλήρωσης;

Κάπου εδώ και κάπως έτσι, ο Swift καταφέρνει κάτι ακόμα, να ξεσκεπάσει την πλάνη της ουδέτερης επιστήμης. Μετά τα τέσσερα ταξίδια, αυτό που μένει είναι να κοιτάξουμε πια τον ίδιο τον Γκιούλιβερ, η οντότητα του οποίου συγκροτείται επάνω στο δικό της οξύμωρο. Από τη μία, ως χειρούργος πλοίου, είναι εκ των πραγμάτων ένας επιστήμονας, φορέας του κυρίαρχου επιστημονικού εμπειρισμού της εποχής του. Από την άλλη, στερείται εσωτερικής πυξίδας. Σε αντιστοιχία με τις μεταβολές της κλίμακας και τις μετατοπίσεις του μέτρου, ο Γκιούλιβερ είναι κι ο ίδιος ένας ευμετάβλητος, παθητικός παρατηρητής. Δεν διαθέτει έναν δικό του ψυχοδιανοητικό άξονα που να τον κρατά σταθερό σε ένα ακλόνητο αξιακό σύστημα μέσα από το οποίο να κρίνει τους κόσμους που συναντά. Μοιραία, κάθε φορά καταλήγει να αφομοιώνει το βλέμμα του ισχυρότερου συστήματος και να αφομοιώνεται από εκείνο. Στους Χουίνιμ, αυτή η τάση έφτασε στο άκρο της, με την παράδοση του εαυτού του στο πρότυπο του εργαλείου και στην ταυτόχρονη εσωτερίκευση του μίσους για το ίδιο του το είδος. Η επιστροφή του στην Αγγλία δεν ολοκληρώθηκε πραγματικά, καθώς οδήγησε στην απόλυτη αποξένωση. Δεν ήταν πια απομακρυσμένος γεωγραφικά, αλλά αποκομμένος από την ίδια την ανθρώπινη εμπειρία, της αισθητηριακής πρόσληψης, της συναισθηματικής φόρτισης, της καθημερινής πρόκλησης, της σωματικής ομορφιάς κι ατέλειας. Απομονωμένος στο στάβλο, προσπαθεί να συνδεθεί με τον υπερεγκέφαλο.

Σήμερα, τριακόσια χρόνια μετά την πρώτη έκδοση των Ταξιδιών του Γκιούλιβερ, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: Τί συμβαίνει όταν η παραγωγική μηχανή μιας εποχής μετατρέπεται σε πρότυπο του ανθρώπου; Αναζητώντας εκείνο το σύστημα που διαπερνά το σύνολο της παραγωγής, των μεταφορών, των επικοινωνιών, των συναλλαγών, της καθημερινότητας αλλά και της διεθνούς πολιτικής ισχύος, όπως ακριβώς έκανε το άλογο του 1720, ίσως στεκόμασταν στην αλγοριθμική επεξεργασία της πληροφορίας, στα δίκτυα των υπολογιστών και, ολοένα συχνότερα πια, στα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που οργανώνουν και διαμορφώνουν ένα πλαίσιο κοινωνικής πραγματικότητας. Ίσως ο κίνδυνος για τον οποίο μας προειδοποιεί ο Swift από τα βάθη των αιώνων, είναι το να φτάσουμε ως άνθρωποι στο σημείο να επιθυμούμε την αφομοίωσή μας από τις μηχανές μας, θεωρώντας κάθε τί το ανθρώπινο ως σφάλμα μέσα στον κώδικα.

*Επικοινωνιολόγος

Δείτε επίσης