Κούσνερ και Ντμίτριεφ εξετάζουν αμερικανική συμμετοχή στους αγωγούς
Μια συμφωνία που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα έμοιαζε αδιανόητη βρίσκεται, σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Reuters, στο παρασκήνιο των επαφών Ουάσιγκτον και Μόσχας: αμερικανός επενδυτής να αποκτήσει συμμετοχή στους αγωγούς Nord Stream, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την επαναφορά των ρωσικών ενεργειακών ροών προς τη Γερμανία μετά το τέλος του πολέμου στην Ουκρανία.
Οι συζητήσεις μεταξύ υψηλόβαθμων Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων περιλαμβάνουν, σύμφωνα με πέντε πηγές με γνώση της υπόθεσης, τον Αμερικανό ειδικό απεσταλμένο Τζάρεντ Κούσνερ και τον Κίριλ Ντμίτριεφ, στενό συνεργάτη του Βλαντίμιρ Πούτιν και επικεφαλής του Ρωσικού Ταμείου Άμεσων Επενδύσεων. Το ενδεχόμενο επανεκκίνησης των Nord Stream συνδέεται πλέον ευθέως με τη συζήτηση για την επόμενη ημέρα του πολέμου.
Οι επαφές αποκτούν ιδιαίτερο βάρος καθώς ο Κούσνερ συμμετέχει στις προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, ενώ ο Ντμίτριεφ έχει αναλάβει από ρωσικής πλευράς σημαντικό ρόλο στις συνομιλίες για οικονομικά και ενεργειακά ζητήματα. Οι δύο άνδρες έχουν συναντηθεί το τελευταίο διάστημα τόσο στη Μόσχα όσο και στη Νέα Υόρκη.
Το αμερικανικό ενδιαφέρον, εφόσον επιβεβαιωθεί η τελική συμφωνία, δεν θα αφορά μόνο την αποκατάσταση μιας ενεργειακής σύνδεσης. Θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν μηχανισμό στον οποίο αμερικανικές επενδύσεις θα συνδέονται με την επαναφορά ρωσικού φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά, με οικονομικό όφελος για αμερικανικές εταιρείες αλλά και για τη Μόσχα.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δύσκολη αντίφαση. Η ενεργειακή κρίση έχει αυξήσει το κόστος για νοικοκυριά και βιομηχανία, όμως η επιστροφή στο ρωσικό φυσικό αέριο θα σήμαινε ανατροπή μιας στρατηγικής που οικοδομήθηκε μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Και η συζήτηση γίνεται ενώ οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ.
Ο Nord Stream στο τραπέζι των αμερικανορωσικών συνομιλιών
Οι πηγές του Reuters υποστηρίζουν ότι το θέμα του Nord Stream παραμένει στην ατζέντα των επαφών Κούσνερ και Ντμίτριεφ, αν και δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό συζητήθηκε στις πρόσφατες συναντήσεις τους.
Ο Λευκός Οίκος, πάντως, εμφανίζεται επιφυλακτικός. Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης της Ρωσίας με την αμερικανική Υπηρεσία Διεθνούς Αναπτυξιακής Χρηματοδότησης (DFC) και το υπουργείο Οικονομικών και να αποφέρει όφελος στους Αμερικανούς φορολογούμενους και στις αμερικανικές επιχειρήσεις.
Ο ίδιος αξιωματούχος υποστήριξε ότι «δεν υπήρξαν πρόσφατες συζητήσεις για τον Nord Stream», αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα αν η υπόθεση βρίσκεται σε προκαταρκτικό στάδιο ή αν οι σχετικές διαβουλεύσεις διεξάγονται μέσω διαφορετικών διαύλων.
Ο Ντμίτριεφ είχε πάντως ήδη συναντηθεί με εκπροσώπους των αμερικανικών υπουργείων Ενέργειας και Οικονομικών για πιθανές ενεργειακές πρωτοβουλίες ΗΠΑ-Ρωσίας. Η προηγούμενη αυτή κινητικότητα είχε καταγραφεί και στις συζητήσεις για την ενεργειακή συνεργασία μετά τον πόλεμο.
Το μεγάλο εμπόδιο είναι οι κυρώσεις
Το σχέδιο προσκρούει σε ένα βασικό πρόβλημα: οι αγωγοί Nord Stream βρίσκονται υπό αμερικανικές και ευρωπαϊκές κυρώσεις και η επανεκκίνησή τους, με το σημερινό καθεστώς, δεν είναι νόμιμη.
Ο Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε θεωρητικά να άρει ή να χαλαρώσει τις αμερικανικές κυρώσεις. Ωστόσο, μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να γίνει πολύ δυσκολότερη εάν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Υπάρχει, επιπλέον, το ευρωπαϊκό σκέλος. Η Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες επενδύουν δισεκατομμύρια στην άμυνά τους απέναντι στη Ρωσία και δεν δείχνουν διατεθειμένες να επιστρέψουν στην ενεργειακή εξάρτηση που χαρακτήριζε τις σχέσεις Βερολίνου-Μόσχας πριν από το 2022.
Εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Οικονομίας και Ενέργειας δήλωσε ότι τόσο ο Nord Stream όσο και το ρωσικό φυσικό αέριο υπόκεινται σε ευρωπαϊκές κυρώσεις, υπογραμμίζοντας ότι η Γερμανία έχει βρει εναλλακτικές πηγές προμήθειας. Για οποιαδήποτε επαναλειτουργία θα απαιτούνταν κυβερνητική έγκριση, την οποία το Βερολίνο δεν επιθυμεί.
Από τον βασικό προμηθευτή της Γερμανίας στις κατεστραμμένες υποδομές
Πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Γερμανία προμηθευόταν περισσότερο από το μισό φυσικό αέριο της από τη Ρωσία μέσω των δύο αγωγών Nord Stream.
Οι αγωγοί τέθηκαν ουσιαστικά εκτός λειτουργίας αφού η Μόσχα περιόρισε τις ροές προς την Ευρώπη και τον Σεπτέμβριο του 2022 υπέστησαν σοβαρές ζημιές από υποθαλάσσιες εκρήξεις στη Βαλτική.
Έκτοτε, ο Nord Stream δεν αποτελεί απλώς ενεργειακή υποδομή. Έχει μετατραπεί σε σύμβολο της εξάρτησης της Γερμανίας από τη Ρωσία και της ριζικής αλλαγής της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής μετά την εισβολή.
Γι’ αυτό και μια πιθανή συμφωνία δεν θα είχε μόνο οικονομικές συνέπειες. Θα σηματοδοτούσε την επιστροφή μιας ενεργειακής σχέσης που το Βερολίνο θεωρούσε μέχρι πρόσφατα οριστικά διακομμένη.
Γερμανική αντίδραση και ο ρόλος της AfD
Στο Βερολίνο, η κυβέρνηση παραμένει αντίθετη στην επαναλειτουργία των αγωγών. Ωστόσο, η ιδέα έχει αποκτήσει πολιτικό ακροατήριο, κυρίως μέσω της AfD, η οποία υποστηρίζει την αποκατάσταση των ενεργειακών σχέσεων με τη Ρωσία.
Η γερμανική Ακροδεξιά συνδέει την επιστροφή του ρωσικού φυσικού αερίου με το υψηλό ενεργειακό κόστος και την πίεση που δέχεται η γερμανική βιομηχανία. Ήδη έχει προγραμματιστεί συνάντηση της ηγεσίας της AfD με τον Ντμίτριεφ, με αντικείμενο την επιστροφή του ρωσικού φυσικού αερίου στη Γερμανία και την πιθανή επαναλειτουργία του Nord Stream.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή η ενεργειακή πολιτική μετατρέπεται σε τμήμα της ευρύτερης πολιτικής αντιπαράθεσης για τη σχέση της Γερμανίας με τη Ρωσία.
«Αμερικανορωσική» συμφωνία με ευρωπαϊκό κόστος
Γερμανοί πολιτικοί που αντιτίθενται στην ιδέα προειδοποιούν ότι μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια παράδοξη κατάσταση: οι ΗΠΑ και η Ρωσία να μοιράζονται τα οικονομικά οφέλη από την επιστροφή του ρωσικού αερίου, ενώ η Ευρώπη θα αναλάμβανε μεγάλο μέρος του πολιτικού και στρατηγικού κόστους.
«Αυτό απειλεί να είναι μια βρόμικη συμφωνία που θα κοστίσει ακριβά στην Ευρώπη», δήλωσε ο Γερμανός βουλευτής Μίχαελ Κέλνερ, ο οποίος είχε την ευθύνη για την ενεργειακή πολιτική μετά τη ρωσική εισβολή.
Οι αντιδράσεις είναι ακόμη εντονότερες στην Πολωνία και στις χώρες της Βαλτικής, οι οποίες θεωρούν ότι η ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία αποτελεί παράγοντα ασφάλειας και όχι απλώς εμπορική επιλογή.
Το Nord Stream ως μέρος ενός ευρύτερου παζαριού
Η υπόθεση δεν περιορίζεται στους αγωγούς. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, Κούσνερ και Ντμίτριεφ συζητούν παράλληλα την πώληση περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής Lukoil στην Ευρώπη και αλλού, από διυλιστήρια έως πρατήρια καυσίμων.
Στο σχέδιο φέρεται να συμμετέχει κοινοπραξία της DFC με επενδυτές από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Σε αντάλλαγμα, οι αμερικανικές αρχές θα μπορούσαν να άρουν κυρώσεις που εμποδίζουν τις συγκεκριμένες συναλλαγές.
Έτσι, η ενεργειακή διπλωματία φαίνεται να αποκτά κεντρική θέση στην αμερικανική προσέγγιση για τη μεταπολεμική Ρωσία. Η λογική που περιγράφεται από την πλευρά του Κούσνερ είναι ότι η οικονομική συνεργασία μπορεί να δημιουργήσει κίνητρα για ειρήνη και να δώσει στις δύο πλευρές συμφέροντα που θα λειτουργήσουν ως ανάχωμα σε μια νέα σύγκρουση.
Το ερώτημα για την Ευρώπη είναι διαφορετικό: εάν και όταν τελειώσει ο πόλεμος, θα επιλέξει την επιστροφή στο φθηνότερο ρωσικό αέριο ή θα θεωρήσει ότι η ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία αποτελεί πλέον μόνιμη στρατηγική επιλογή. Ο Nord Stream βρίσκεται ακριβώς στο σημείο όπου τέμνονται αυτά τα δύο συμφέροντα.





