Η προσπάθεια να επιστρέψει η Ευρώπη στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία φέρνει στην επιφάνεια τις διαφορετικές προσεγγίσεις των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων απέναντι στη Μόσχα.
Ο πρόεδρος της Φινλανδίας, Αλεξάντερ Στουμπ, και ο πρωθυπουργός της Νορβηγίας, Γιόνας Γκαρ Στόρε, επικοινώνησαν την Τρίτη με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, επιδιώκοντας να προωθήσουν την επανέναρξη των συνομιλιών για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Η πρωτοβουλία, που έγινε σε συνεννόηση με το Κίεβο, προκάλεσε την έντονη επιφύλαξη της πρωθυπουργού της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, η οποία προειδοποίησε ότι οι μεμονωμένες κινήσεις αποδυναμώνουν την ευρωπαϊκή ενότητα.
Η τηλεφωνική επικοινωνία, που πραγματοποιήθηκε από το Ελσίνκι και διήρκεσε περίπου 90 λεπτά σύμφωνα με νορβηγικά δημοσιεύματα, έγινε σε μια κρίσιμη συγκυρία για τις διπλωματικές προσπάθειες. Οι ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ πιέζουν για συμφωνία ειρήνης, ενώ προετοιμάζεται νέος γύρος τριμερών συνομιλιών μεταξύ Ουκρανίας, Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών στο Άμπου Ντάμπι, στις αρχές Νοεμβρίου.
Ο Στουμπ και ο Στόρε υπογράμμισαν ότι μιλούσαν ως ηγέτες των χωρών τους και όχι ως επίσημοι εκπρόσωποι της Ευρώπης. Η διευκρίνιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναζητούν κοινό τρόπο συμμετοχής στις διαπραγματεύσεις, χωρίς να παραχωρήσουν στη Μόσχα ή στην Ουάσιγκτον τον καθορισμό των όρων μιας μελλοντικής συμφωνίας.
Η Δανία αμφισβητεί την πρωτοβουλία των δύο ηγετών
Η Μέτε Φρεντέρικσεν εμφανίστηκε «πολύ επιφυλακτική» απέναντι στην πρωτοβουλία της Φινλανδίας και της Νορβηγίας, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρξε προηγούμενος συντονισμός με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Σε δηλώσεις που μετέδωσε το Associated Press, επέμεινε ότι η Ευρώπη πρέπει να διατηρήσει ενιαία στάση απέναντι στη Ρωσία.
«Πιστεύω ότι πρέπει να διατηρήσουμε την Ευρώπη ενωμένη, αντί να ενεργούμε μεμονωμένα», δήλωσε, σύμφωνα με το δανικό τηλεοπτικό δίκτυο TV 2. Η ίδια διερωτήθηκε τι θα μπορούσαν να επιτύχουν οι δύο χώρες με αυτή την κίνηση, επιμένοντας ότι η ευρωπαϊκή στάση απέναντι στη Ρωσία πρέπει να στηρίζεται σε κοινή γραμμή.
Η κριτική της αφορά ένα πραγματικό δίλημμα για την ευρωπαϊκή διπλωματία: η απευθείας επικοινωνία με τον Πούτιν μπορεί να δημιουργήσει δίαυλο για την αποκλιμάκωση, αλλά, χωρίς συνεννόηση μεταξύ των Ευρωπαίων, κινδυνεύει να ενισχύσει την εικόνα μιας ηπείρου που δεν διαθέτει ενιαία στρατηγική.
Η Δανή πρωθυπουργός αμφισβήτησε επίσης ότι η Μόσχα επιδιώκει ουσιαστικά την ειρήνη. Επικαλέστηκε τις συνεχιζόμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία και τις καθημερινές ενέργειες που, όπως είπε, συνθέτουν έναν ευρύτερο υβριδικό πόλεμο εναντίον της Ευρώπης.
Στουμπ και Στόρε υπερασπίζονται τον απευθείας διάλογο
Ο Φινλανδός πρόεδρος χαρακτήρισε τη συζήτηση με τον Ρώσο ηγέτη «ειλικρινή και ουσιαστική», επισημαίνοντας ότι η έκβαση του πολέμου επηρεάζει άμεσα την ασφάλεια των δύο χωρών, αλλά και της Ευρώπης συνολικά. Η πρωτοβουλία εντάσσεται στις διπλωματικές επαφές που έχουν προηγηθεί, όπως καταγράφονται και στην ανακοίνωση της νορβηγικής κυβέρνησης.
«Για να τερματιστεί ο πόλεμος απαιτούνται απευθείας συνομιλίες», ανέφερε ο Στουμπ. Από την πλευρά του, ο Στόρε υπογράμμισε το τεράστιο ανθρώπινο και υλικό κόστος της σύγκρουσης και την ανάγκη αποκλιμάκωσης, τονίζοντας ότι οι συνέπειες της καταστροφής θα επηρεάσουν πολλές γενιές.
Ο Νορβηγός πρωθυπουργός απέρριψε, παράλληλα, την κριτική της Φρεντέρικσεν, υποστηρίζοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είχε ενιαίο μήνυμα ούτε κοινή προσέγγιση κατά τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Η τοποθέτησή του αποτυπώνει τη διαφωνία για το αν η ευρωπαϊκή ενότητα προϋποθέτει κοινό δίαυλο επικοινωνίας με τη Μόσχα ή αν, αντιθέτως, απαιτεί αυστηρό συντονισμό πριν από κάθε διμερή πρωτοβουλία.
Η συνομιλία αποτέλεσε συνέχεια των επαφών που είχαν οι δύο ηγέτες στο Όσλο στις 20 Οκτωβρίου με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι και τον ειδικό απεσταλμένο του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ. Την επόμενη ημέρα, ο Αμερικανός απεσταλμένος συναντήθηκε με τον Πούτιν στη Ρωσία.
Η απάντηση της Μόσχας και το μήνυμα του Κιέβου
Το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε ότι οι συνομιλητές αντάλλαξαν απόψεις για την επίλυση της ουκρανικής κρίσης, χωρίς να δώσει ενδείξεις για συγκεκριμένη πρόοδο. Η Μόσχα εξακολουθεί να επιμένει ότι μια μακροπρόθεσμη διευθέτηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ρωσικά συμφέροντα, χωρίς να προκύπτει από την ανακοίνωση ότι η συνομιλία οδήγησε σε συγκεκριμένη συμφωνία.
Ο Ζελένσκι ενημερώθηκε από τους δύο ηγέτες μετά την ολοκλήρωση της συνομιλίας και τους ευχαρίστησε για τη στήριξή τους στις διπλωματικές προσπάθειες της Ουκρανίας. Σύμφωνα με τον Ουκρανό πρόεδρο, ο Στουμπ και ο Στόρε μετέφεραν στον Πούτιν την ανάγκη για συγκεκριμένα βήματα αποκλιμάκωσης, ιδίως σε ό,τι αφορά τις επιθέσεις κατά ενεργειακών εγκαταστάσεων και υποδομών.
Το Κίεβο προετοιμάζεται πλέον για τις προγραμματισμένες συνομιλίες με τη συμμετοχή αμερικανικών και ρωσικών αντιπροσωπειών στο Άμπου Ντάμπι. Η ουσία, ωστόσο, θα κριθεί από το αν η διπλωματική κινητικότητα θα οδηγήσει σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις και όχι απλώς σε ανταλλαγή θέσεων.
Η Σουηδία ζητά ειρήνη με όρους ισχύος
Επιφυλάξεις διατύπωσε και ο πρωθυπουργός της Σουηδίας, Ουλφ Κρίστερσον, ο οποίος δήλωσε ότι οι συνομιλίες είναι ευπρόσδεκτες εφόσον οδηγούν στην ειρήνη. Προειδοποίησε, όμως, ότι η διπλωματία δεν πρέπει να μετατραπεί σε κατευνασμό της Ρωσίας και υποστήριξε ότι η ειρήνη πρέπει να στηρίζεται στην ισχύ και να διασφαλίζει τα συμφέροντα της Ουκρανίας.
Αντίθετα, ο πρωθυπουργός της Πολωνίας, Ντόναλντ Τουσκ, εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξος για την προοπτική εποικοδομητικών συνομιλιών. Υπογράμμισε ότι η ασφάλεια της βόρειας και ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ είναι κρίσιμη και αδιαπραγμάτευτη, δίνοντας έμφαση στις εγγυήσεις που θα πρέπει να συνοδεύουν οποιαδήποτε συμφωνία.
Η στάση των τριών χωρών αναδεικνύει τις διαφορετικές προτεραιότητες στο εσωτερικό της Ευρώπης. Η Κοπεγχάγη φοβάται ότι οι ασυντόνιστες πρωτοβουλίες αποδυναμώνουν τη συλλογική διαπραγματευτική θέση, η Στοκχόλμη επιμένει ότι η διπλωματία χρειάζεται αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ, ενώ η Βαρσοβία δίνει προτεραιότητα στις εγγυήσεις ασφαλείας.
Γιατί η πρωτοβουλία έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Φινλανδία και τη Νορβηγία
Η γεωγραφία εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την απόφαση του Στουμπ και του Στόρε να επικοινωνήσουν απευθείας με τον Πούτιν. Η Φινλανδία μοιράζεται με τη Ρωσία χερσαία συνοριογραμμή περίπου 1.340 χιλιομέτρων, ενώ και η Νορβηγία συνορεύει με τη Ρωσία στον Αρκτικό Βορρά. Και οι δύο χώρες θεωρούν ότι η έκβαση του πολέμου θα επηρεάσει άμεσα τη δική τους ασφάλεια, αλλά και τη σταθερότητα στη Βαλτική και στις βόρειες περιοχές της Ευρώπης.
Ο Στουμπ συγκαταλέγεται στους Ευρωπαίους ηγέτες που διατηρούν λειτουργική σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ, στοιχείο που ενδέχεται να του επιτρέψει να διαδραματίσει ρόλο στις προσπάθειες συνεννόησης μεταξύ Ουάσιγκτον και ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Η Φινλανδία, άλλωστε, έχει άμεσο ενδιαφέρον για τις μελλοντικές ρυθμίσεις ασφαλείας στην περιοχή της.
Η επικοινωνία με τον Πούτιν δεν σημαίνει ότι οι δύο ηγέτες εγκαταλείπουν τη στήριξή τους προς την Ουκρανία. Αντίθετα, δήλωσαν ότι αυτή θα συνεχιστεί και ότι η επανέναρξη των διαπραγματεύσεων πρέπει να συνδυαστεί με την αποκλιμάκωση των εχθροπραξιών.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η πρωτοβουλία τους θα λειτουργήσει ως γέφυρα προς μια ευρύτερη ευρωπαϊκή συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις ή αν θα ενισχύσει τις διαφωνίες για το ποιος εκπροσωπεί την Ευρώπη απέναντι στη Μόσχα. Οι συνομιλίες στο Άμπου Ντάμπι αναμένεται να δείξουν αν υπάρχει περιθώριο ουσιαστικής προόδου ή αν οι διαφορετικές στρατηγικές θα εξακολουθήσουν να δυσκολεύουν τη διαμόρφωση κοινής ευρωπαϊκής γραμμής.






