20 Οκτ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Headlines
  • Τραμπ – Πούτιν – Σι: Το πυρηνικό παζάρι των τριών υπερδυνάμεων και η Ουκρανία στο περιθώριο

Τραμπ – Πούτιν – Σι: Το πυρηνικό παζάρι των τριών υπερδυνάμεων και η Ουκρανία στο περιθώριο

Image

Τριμερής σύνοδος για τα πυρηνικά και το μέλλον της Ουκρανίας

Η προοπτική μιας τριμερούς συνάντησης του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν και τον Σι Τζινπίνγκ επαναφέρει στο προσκήνιο το ενδεχόμενο μιας νέας διπλωματικής συνεννόησης ανάμεσα στις τρεις μεγαλύτερες πυρηνικές δυνάμεις. Ο Αμερικανός πρόεδρος δηλώνει ανοιχτός σε μια τέτοια συνάντηση τον Νοέμβριο, με βασικό αντικείμενο τον πυρηνικό αφοπλισμό και τον έλεγχο των εξοπλισμών, αφήνοντας παράλληλα ανοιχτό το ενδεχόμενο να συζητηθούν το εμπόριο και άλλες διεθνείς εκκρεμότητες.

Η πρωτοβουλία, η οποία θα μπορούσε να συνδεθεί με τη σύνοδο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού (APEC) στην Κίνα, δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί. Ωστόσο, η πολιτική της σημασία υπερβαίνει κατά πολύ μια συνάντηση για τα πυρηνικά όπλα. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται, οι σχέσεις ΗΠΑ – Ρωσίας μεταβάλλονται και η Κίνα διεκδικεί ισχυρότερο ρόλο στη διεθνή ασφάλεια, το ενδεχόμενο μιας κοινής πρωτοβουλίας Τραμπ, Πούτιν και Σι θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιοι θα καθορίσουν τους όρους της επόμενης διεθνούς τάξης και ποιοι κινδυνεύουν να μείνουν έξω από το τραπέζι;

Μια συνάντηση με επίκεντρο τα πυρηνικά

Ο Τραμπ δήλωσε στις 19 Οκτωβρίου ότι θα συμμετείχε σε μια τριμερή συνάντηση εφόσον το επιθυμούσε ο Κινέζος πρόεδρος, διευκρινίζοντας ότι το επίκεντρο θα ήταν τα πυρηνικά όπλα και η αποπυρηνικοποίηση. Παράλληλα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να συζητηθούν εμπορικά ζητήματα. Η τοποθέτησή του ακολούθησε αναφορές για πρόταση του Πούτιν σχετικά με μια συνάντηση των τριών ηγετών στην Κίνα τον επόμενο μήνα.

Η αμερικανική πλευρά επιδιώκει εδώ και καιρό να εντάξει την Κίνα σε μια ευρύτερη διαδικασία ελέγχου των πυρηνικών εξοπλισμών. Η λογική της Ουάσιγκτον είναι ότι μια συμφωνία που θα περιορίζει τις πυρηνικές δυνατότητες μόνο των ΗΠΑ και της Ρωσίας δεν ανταποκρίνεται πλέον στις σημερινές ισορροπίες, καθώς το κινεζικό οπλοστάσιο αναπτύσσεται.

Η επιδίωξη, ωστόσο, συναντά μια βασική αντίρρηση του Πεκίνου. Η κινεζική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το πυρηνικό της οπλοστάσιο δεν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με εκείνα της Ρωσίας και των ΗΠΑ και έχει χαρακτηρίσει άδικη, μη εύλογη και μη ρεαλιστική την απαίτηση να συμμετάσχει, στην παρούσα φάση, σε τριμερείς διαπραγματεύσεις πυρηνικού αφοπλισμού.

Η διαφωνία αυτή αποτελεί τον πρώτο μεγάλο σκόπελο. Η Ουάσιγκτον θέλει ένα πλαίσιο που θα λαμβάνει υπόψη την άνοδο της Κίνας, ενώ το Πεκίνο δεν επιθυμεί να αναλάβει περιορισμούς αντίστοιχους με εκείνους των δύο μεγαλύτερων πυρηνικών δυνάμεων, όταν θεωρεί ότι οι δυνατότητές του παραμένουν μικρότερες.

Η λήξη της New START και το κενό στον πυρηνικό έλεγχο

Η συγκυρία προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην πρωτοβουλία. Η συνθήκη New START, η τελευταία μεγάλη συμφωνία που περιόριζε τα στρατηγικά πυρηνικά οπλοστάσια των ΗΠΑ και της Ρωσίας, έληξε τον Φεβρουάριο του 2026. Η απουσία ενός νέου δεσμευτικού πλαισίου ενισχύει τις ανησυχίες για μια περίοδο κατά την οποία οι δύο χώρες θα μπορούσαν να αυξήσουν τις στρατηγικές τους δυνατότητες χωρίς τους προηγούμενους συμβατικούς περιορισμούς.

Η προοπτική τριμερών συνομιλιών θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα νέο πεδίο διαπραγμάτευσης. Οι δυσκολίες, όμως, είναι σημαντικές: οι ΗΠΑ και η Ρωσία διαθέτουν πολύ μεγαλύτερα πυρηνικά αποθέματα, ενώ η Κίνα αναπτύσσει τις δικές της δυνατότητες και δεν αποδέχεται την εξίσωση των οπλοστασίων τους.

Για να προκύψει μια ουσιαστική συμφωνία, θα απαιτούνταν συγκεκριμένοι στόχοι, μηχανισμοί επαλήθευσης και σαφείς δεσμεύσεις για τον περιορισμό των εξοπλισμών. Μια πολιτική δήλωση υπέρ της αποπυρηνικοποίησης δεν αρκεί για να διασφαλίσει μετρήσιμη πρόοδο. Η Ένωση Ελέγχου των Εξοπλισμών (Arms Control Association) έχει επισημάνει ότι η επανεκκίνηση της διπλωματίας θα μπορούσε να ξεκινήσει από ένα πάγωμα της ανάπτυξης πρόσθετων στρατηγικών συστημάτων και από την επαναφορά των διαπραγματεύσεων για τη μείωση των πυρηνικών οπλοστασίων.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο Τραμπ επιδιώκει μια πραγματική συμφωνία ελέγχου των εξοπλισμών ή μια πολιτική πρωτοβουλία υψηλού συμβολισμού, η οποία θα ενισχύσει τη θέση του ως διαπραγματευτή με τις δύο άλλες μεγάλες δυνάμεις.

Η Ουκρανία κινδυνεύει να μείνει εκτός της διαπραγμάτευσης

Η πιθανή συνάντηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας της στάσης του Τραμπ απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία. Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι μια συνάντηση με τον Πούτιν και τον Σι θα είχε ως βασικό αντικείμενο τα πυρηνικά και όχι τόσο την Ουκρανία. Παράλληλα, αμφισβήτησε τη στάση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι και υποστήριξε ότι κάποιος άλλος θα πρέπει να αναλάβει τη διαπραγμάτευση εκ μέρους του Κιέβου.

Η τοποθέτηση αυτή δεν είναι απλώς μια ακόμη δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ των δύο προέδρων. Αποτυπώνει μια διαφορετική αντίληψη για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να τερματιστεί ο πόλεμος: μέσα από απευθείας συνεννόηση των μεγάλων δυνάμεων, ακόμη και όταν η χώρα που δέχεται την επίθεση δεν συμμετέχει στην ίδια τη διαπραγμάτευση.

Η Μόσχα έχει λόγους να επιδιώκει ένα τέτοιο σχήμα. Μια συνάντηση με τον Αμερικανό πρόεδρο και τον Κινέζο ηγέτη θα αναβάθμιζε τη διεθνή θέση της Ρωσίας και θα της έδινε τη δυνατότητα να συζητήσει την ευρωπαϊκή ασφάλεια σε ένα πλαίσιο στο οποίο η Ουκρανία δεν θα είχε ισότιμη παρουσία.

Η αντίδραση του Κιέβου ήταν σαφής. Ο υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας, Αντρίι Σιμπίχα, υποστήριξε ότι μια τριμερής συνάντηση μεταξύ των ηγετών της Ουκρανίας, των ΗΠΑ και της Ρωσίας θα μπορούσε να συμβάλει στον ταχύτερο τερματισμό του πολέμου, ενώ μια συνάντηση ΗΠΑ – Ρωσίας – Κίνας χωρίς ουκρανική συμμετοχή θα ενθάρρυνε τον Πούτιν να συνεχίσει τη σύγκρουση.

Η διάκριση είναι ουσιαστική. Μια συμφωνία μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων μπορεί να επηρεάσει τη στρατιωτική υποστήριξη, τις κυρώσεις και τις διεθνείς εγγυήσεις ασφαλείας. Δεν μπορεί, όμως, από μόνη της να εξασφαλίσει την αποδοχή των όρων από την Ουκρανία ούτε να επιλύσει τις διαφωνίες για τα εδάφη, την κυριαρχία και τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας της χώρας.

Το διπλωματικό όφελος για τον Πούτιν και η επιφυλακτικότητα του Πεκίνου

Για τον Ρώσο πρόεδρο, η προοπτική μιας συνάντησης με τον Τραμπ και τον Σι προσφέρει ένα σημαντικό διπλωματικό πλεονέκτημα: η Ρωσία εμφανίζεται ως αναγκαίος συνομιλητής για την επίλυση των σημαντικότερων διεθνών κρίσεων, παρά τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία.

Η χρονική συγκυρία είναι επίσης κρίσιμη. Οι σχέσεις Ουάσιγκτον – Κιέβου βρίσκονται σε περίοδο έντασης, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε κινήσεις που αφορούν τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και την εισαγωγή ρωσικού ντίζελ. Οι εξελίξεις αυτές έχουν προκαλέσει αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, καθώς επικριτές της πολιτικής Τραμπ εκτιμούν ότι οι αποφάσεις του ευνοούν τη Μόσχα χωρίς να εξασφαλίζουν ουσιαστικά ανταλλάγματα.

Η Κίνα, από την πλευρά της, θα μπορούσε να αξιοποιήσει μια τέτοια συνάντηση για να ενισχύσει τον διεθνή διπλωματικό της ρόλο. Ωστόσο, η συμμετοχή της δεν είναι δεδομένη. Το Πεκίνο πρέπει να σταθμίσει το κόστος μιας πρωτοβουλίας που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εξυπηρετεί πρωτίστως τις ρωσικές επιδιώξεις, αλλά και τις συνέπειες στις σχέσεις του με την Ευρωπαϊκή Ένωση, έναν κρίσιμο εμπορικό εταίρο.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που δημοσίευσε η Washington Post, η κινεζική πλευρά είχε ζητήσει διευκρινίσεις από Αμερικανούς αξιωματούχους, ενώ το Κρεμλίνο χαρακτήριζε τη συνάντηση υποθετική, χωρίς συγκεκριμένη συμφωνία για το περιεχόμενο ή την ατζέντα της.

Αυτό σημαίνει ότι το Πεκίνο δεν έχει ακόμη δεσμευτεί σε ένα συγκεκριμένο διπλωματικό σχέδιο. Μπορεί να ενδιαφέρεται για τη στρατηγική σταθερότητα και τον έλεγχο των εξοπλισμών, χωρίς να επιθυμεί να αναλάβει τις πολιτικές ευθύνες μιας διαπραγμάτευσης που θα συνδεθεί άμεσα με την τύχη του πολέμου στην Ευρώπη.

Η Ευρώπη μπροστά στον κίνδυνο της διπλωματικής περιθωριοποίησης

Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το ενδεχόμενο μιας συνεννόησης Τραμπ – Πούτιν – Σι δημιουργεί ένα πρόβλημα που αφορά τόσο την Ουκρανία όσο και την ίδια την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επενδύσει πολιτικά και οικονομικά στην υποστήριξη του Κιέβου, ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες βρίσκονται αντιμέτωπες με το κόστος της ενίσχυσης της άμυνάς τους. Εάν οι βασικές αποφάσεις για την έκβαση του πολέμου ληφθούν από την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και το Πεκίνο, χωρίς ουσιαστική ευρωπαϊκή συμμετοχή, η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με μια συμφωνία που θα επηρεάζει άμεσα την ασφάλειά της, χωρίς να έχει καθορίσει τους όρους της.

Το ζήτημα δεν περιορίζεται στη συμμετοχή σε μια σύνοδο. Αφορά την αξιοπιστία των αμερικανικών δεσμεύσεων στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, τη δυνατότητα των Ευρωπαίων να επηρεάζουν τις αποφάσεις για την ήπειρό τους και την προοπτική μιας νέας ισορροπίας δυνάμεων στην οποία η στρατιωτική ισχύς θα έχει μεγαλύτερο βάρος από τις θεσμικές εγγυήσεις.

Σε πρόσφατη ανάλυσή της, η Guardian προειδοποίησε ότι μια διαπραγμάτευση για το μέλλον της Ουκρανίας χωρίς τη συμμετοχή του Κιέβου θα μπορούσε να ενισχύσει τη λογική της διπλωματίας των ισχυρών, ενώ κάλεσε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να προετοιμαστούν για μεγαλύτερη ευθύνη στην άμυνα της ηπείρου.

Η ευρωπαϊκή απάντηση, επομένως, δεν μπορεί να περιοριστεί σε διαμαρτυρίες για τον αποκλεισμό της από μια ενδεχόμενη συνάντηση. Χρειάζεται να συνδυάζει τη διατήρηση της στήριξης προς την Ουκρανία, την ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας και τη διαμόρφωση κοινής θέσης για οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία ασφαλείας.

Η πραγματική δοκιμασία: από τη συμβολική σύνοδο σε μια εφαρμόσιμη συμφωνία

Η προοπτική μιας τριμερούς συνάντησης δεν αποτελεί ακόμη διπλωματικό γεγονός με ορισμένη ημερομηνία και συμφωνημένη ατζέντα. Η σύνοδος του APEC στη Σενζέν, στις 18 και 19 Νοεμβρίου, θα μπορούσε να προσφέρει το κατάλληλο περιβάλλον για επαφές, αλλά η πραγματοποίηση μιας ξεχωριστής συνάντησης των τριών ηγετών παραμένει αβέβαιη.

Εάν πραγματοποιηθεί, θα πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τρία κριτήρια.

Πρώτον, εάν θα υπάρξει συγκεκριμένη πρόοδος στον πυρηνικό έλεγχο, με δεσμεύσεις που μπορούν να επαληθευτούν και να εφαρμοστούν. Δεύτερον, εάν η διπλωματική διαδικασία θα συμβάλει σε μια βιώσιμη λύση για την Ουκρανία, με τη συμμετοχή της ουκρανικής ηγεσίας και με ουσιαστικές εγγυήσεις ασφαλείας. Τρίτον, εάν η Ευρώπη θα έχει θέση στη διαμόρφωση των αποφάσεων που αφορούν άμεσα τη δική της ασφάλεια.

Η επιτυχία μιας τέτοιας συνάντησης δεν θα κριθεί από τη φωτογραφία των τριών ηγετών ούτε από τις διακηρύξεις περί ειρήνης. Θα κριθεί από το εάν θα προκύψουν δεσμεύσεις που περιορίζουν πραγματικά τον πυρηνικό κίνδυνο και δημιουργούν προϋποθέσεις για σταθερότερες διεθνείς σχέσεις.

Στην παρούσα φάση, το βασικό διακύβευμα είναι εάν η πρωτοβουλία θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τη στρατηγική σταθερότητα ή θα λειτουργήσει κυρίως ως μέσο διπλωματικής αναβάθμισης των τριών ηγετών. Για την Ουκρανία και την Ευρώπη, η διαφορά μεταξύ των δύο σεναρίων είναι καθοριστική.

Πηγές: Reuters, Associated Press, The Washington Post, The Guardian, Arms Control Association.

Δείτε επίσης