23 Σεπ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Headlines
  • Μάρμαρα Παρθενώνα: Κατέρρευσαν οι συνομιλίες Ελλάδας-Βρετανίας

Μάρμαρα Παρθενώνα: Κατέρρευσαν οι συνομιλίες Ελλάδας-Βρετανίας

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Οι συνομιλίες Ελλάδας και Βρετανικού Μουσείου για τα Μάρμαρα του Παρθενώνα έχουν ουσιαστικά καταρρεύσει, σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα της Telegraph, κλείνοντας προς το παρόν έναν κύκλο διαπραγματεύσεων που είχε ανοίξει εκ νέου το 2021.

Η διαφωνία αποδείχθηκε τελικά αδύνατο να ξεπεραστεί: το Βρετανικό Μουσείο επιμένει στη λύση ενός μακροχρόνιου δανεισμού, ενώ η Ελλάδα ζητά την οριστική επανένωση των Γλυπτών με το μνημείο από το οποίο αποσπάστηκαν.

Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό καθώς μόλις πριν από λίγες ημέρες η Αμάλ Κλούνεϊ βρέθηκε στην Αθήνα και συναντήθηκε με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Τασούλα. Δώδεκα χρόνια νωρίτερα, όταν ο Τασούλας ήταν υπουργός Πολιτισμού, είχε αναθέσει στο δικηγορικό γραφείο Doughty Street Chambers, όπου εργαζόταν η Κλούνεϊ, τη νομική μελέτη για τις δυνατότητες διεκδίκησης των Γλυπτών του Παρθενώνα.

Η νέα συνάντηση των δύο, τον Σεπτέμβριο του 2026, επανέφερε στο προσκήνιο μια υπόθεση που εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο της ελληνικής πολιτιστικής διπλωματίας.

Το «όχι» της Αθήνας στον δανεισμό

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που επικαλείται η Telegraph, αυτή τη στιγμή δεν διεξάγονται συνομιλίες μεταξύ της ελληνικής πλευράς και του Βρετανικού Μουσείου και δεν έχει προγραμματιστεί επανέναρξή τους.

Το βασικό πρόβλημα βρίσκεται στο καθεστώς των Γλυπτών. Το Βρετανικό Μουσείο υποστηρίζει ότι ο βρετανικός νόμος δεν του επιτρέπει να παραχωρήσει οριστικά αντικείμενα από τις συλλογές του και επομένως η διαθέσιμη λύση είναι ένας μακροχρόνιος δανεισμός.

Για την Αθήνα, όμως, το ζήτημα δεν είναι απλώς πού θα εκτίθενται τα Γλυπτά, αλλά ποια είναι η σχέση τους με τον Παρθενώνα και ποιος έχει την κυριότητα. Μια συμφωνία δανεισμού θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αναγνωρίζει εμμέσως τη βρετανική κυριότητα, κάτι που η ελληνική πλευρά δεν αποδέχεται.

Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι τα Γλυπτά αποτελούν τμήμα ενός ενιαίου μνημείου και ότι ο στόχος δεν είναι μια απλή μεταφορά αρχαιοτήτων από το ένα μουσείο στο άλλο, αλλά η επανένωση των τμημάτων του Παρθενώνα.

Από την «υβριδική» λύση στο αδιέξοδο

Για μεγάλο διάστημα αναζητήθηκε μια φόρμουλα που θα μπορούσε να παρακάμψει τις νομικές «κόκκινες γραμμές» των δύο πλευρών. Είχαν συζητηθεί ακόμη και σχήματα τα οποία δεν θα χαρακτηρίζονταν ούτε ως οριστική επιστροφή ούτε ως κλασικός δανεισμός.

Μεταξύ των ιδεών που είχαν πέσει στο τραπέζι ήταν η αποστολή ελληνικών αρχαιοτήτων στη Βρετανία, με εναλλασσόμενες εκθέσεις ελληνικών ευρημάτων, ακόμη και ως μορφή εγγύησης για την επιστροφή των Γλυπτών.

Το 2024 υπήρχαν εκτιμήσεις ότι μια συμφωνία ήταν κοντά. Ο τότε πρόεδρος του Βρετανικού Μουσείου Τζορτζ Όσμπορν είχε μιλήσει για «συμφωνία που μπορεί να γίνει», ενώ είχε περιγράψει ως πιθανό ένα μοντέλο στο οποίο τα Γλυπτά θα μπορούσαν να βρίσκονται τόσο στο Λονδίνο όσο και στην Αθήνα.

Οι προσπάθειες αυτές, ωστόσο, δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Σύμφωνα με την Telegraph, η τακτική επικοινωνία έχει πλέον σταματήσει, ενώ από την Αθήνα έχει διαμηνυθεί ότι οι συνομιλίες δύσκολα θα επαναληφθούν υπό τους σημερινούς όρους. Οι δίαυλοι επικοινωνίας παραμένουν πάντως ανοικτοί.

Η Αμάλ Κλούνεϊ και η συνάντηση με τον Τασούλα

Η παρουσία της Αμάλ Κλούνεϊ στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το φως των σημερινών εξελίξεων.

Η διεθνώς γνωστή δικηγόρος είχε βρεθεί στην Ελλάδα και το 2014, όταν η κυβέρνηση είχε επιχειρήσει να ενισχύσει τη νομική διάσταση της ελληνικής διεκδίκησης. Τότε, ο Κωνσταντίνος Τασούλας, ως υπουργός Πολιτισμού, είχε αναθέσει στο Doughty Street Chambers τη σχετική μελέτη.

Στη φετινή συνάντησή τους στο Προεδρικό Μέγαρο, ο Τασούλας υπενθύμισε ότι η νομική γνωμοδότηση της Κλούνεϊ και των συνεργατών της είχε συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση της υπόθεσης και στη διεθνοποίηση του ελληνικού αιτήματος. Ο ίδιος επέμεινε στη χρήση του όρου «επανένωση» αντί της «επιστροφής», υπογραμμίζοντας ότι το ζητούμενο, κατά την ελληνική θέση, είναι η επανασύνδεση των Γλυπτών με τον Παρθενώνα.

Η Κλούνεϊ από την πλευρά της αναφέρθηκε στην αξία των ανταλλαγών πολιτιστικών θησαυρών και χρησιμοποίησε ως πρόσφατο παράδειγμα την Ταπισερί της Μπαγιέ, η οποία μεταφέρθηκε από τη Γαλλία στο Βρετανικό Μουσείο στο πλαίσιο διακρατικής συμφωνίας.

Η Ταπισερί της Μπαγιέ δεν έπεισε την Αθήνα

Η συμφωνία Γαλλίας-Βρετανίας για την Ταπισερί της Μπαγιέ είχε παρουσιαστεί από τη βρετανική πλευρά ως πιθανό μοντέλο και για τα Μάρμαρα του Παρθενώνα.

Ο διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου Νίκολας Κάλινναν είχε χαρακτηρίσει τη συμφωνία «αχτίδα δυνατότητας» για να προχωρήσει και η υπόθεση της Ελλάδας.

Η σύγκριση, όμως, προσέκρουσε στην ελληνική θέση ότι οι δύο περιπτώσεις δεν είναι αντίστοιχες. Στην περίπτωση της Ταπισερί δεν υπάρχει αντίστοιχη διαμάχη για την κυριότητα, ενώ το μεσαιωνικό έργο δεν αποτελεί τμήμα ενός μνημείου που αποσπάστηκε και μεταφέρθηκε σε άλλη χώρα.

Στην περίπτωση των Μαρμάρων, αντίθετα, η Ελλάδα ζητά την επανένωση των γλυπτών που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο με εκείνα που εκτίθενται στο Μουσείο της Ακρόπολης.

Η βρετανική νομοθεσία και το ζήτημα της κυριότητας

Στον πυρήνα της διαφοράς βρίσκεται και το βρετανικό νομικό πλαίσιο. Το Βρετανικό Μουσείο υποστηρίζει ότι δεν έχει τη δυνατότητα να αποξενώσει οριστικά αντικείμενα της συλλογής του και για τον λόγο αυτό μπορεί να εξετάσει μόνο λύσεις δανεισμού.

Από την ελληνική πλευρά, ωστόσο, ένας δανεισμός προϋποθέτει διαφορετική αφετηρία από αυτή που δέχεται η Αθήνα. Η Ελλάδα θεωρεί ότι τα Γλυπτά δεν αποτελούν ιδιοκτησία του Βρετανικού Μουσείου και ότι η επιστροφή τους δεν μπορεί να εξαρτάται από την αναγνώριση μιας βρετανικής κυριότητας.

Τον Σεπτέμβριο, μάλιστα, η βρετανική κυβέρνηση φέρεται να απέκλεισε αλλαγή του νόμου που θα επέτρεπε στο μουσείο να προχωρήσει σε οριστική παραχώρηση. Η εξέλιξη αυτή ήρθε σχεδόν ταυτόχρονα με την παρουσία της Κλούνεϊ στην Αθήνα και τις νέες δημόσιες αναφορές της στην υπόθεση.

Τι υποστηρίζει η Βρετανία για τον Έλγιν

Η βρετανική θέση στηρίζεται μεταξύ άλλων στην άποψη ότι ο Τόμας Μπρους, 7ος κόμης του Έλγιν, είχε εξασφαλίσει την απαραίτητη άδεια από τις οθωμανικές αρχές για την αφαίρεση των γλυπτών από τον Παρθενώνα.

Ο Έλγιν απομάκρυνε στις αρχές του 19ου αιώνα γλυπτά από τα αετώματα του Παρθενώνα, τμήματα της ζωφόρου και άλλες μαρμάρινες διακοσμήσεις του ναού. Τα Γλυπτά αγοράστηκαν από τη βρετανική κυβέρνηση το 1816 και στη συνέχεια εντάχθηκαν στη συλλογή του Βρετανικού Μουσείου.

Η Ελλάδα αμφισβητεί ότι υπήρξε έγκυρη άδεια που να επέτρεπε την αφαίρεση των συγκεκριμένων έργων. Η αντιπαράθεση γύρω από το περίφημο «φιρμάνι» παραμένει ένα από τα βασικά σημεία της ιστορικής και νομικής διαμάχης.

Η παρέμβαση της Τουρκίας και η διεθνής διάσταση

Στη διαμάχη έχει υπάρξει τα τελευταία χρόνια και μια απρόσμενη παρέμβαση της Τουρκίας. Το 2024, εκπρόσωποι της Άγκυρας στην UNESCO τάχθηκαν υπέρ της ελληνικής θέσης, υποστηρίζοντας ότι η έρευνα στα οθωμανικά αρχεία δεν είχε εντοπίσει το έγγραφο που επικαλείται η βρετανική πλευρά ως βάση για την αφαίρεση των Γλυπτών.

Η Ελλάδα επανέφερε και φέτος επίσημα το ζήτημα σε συνεδρίαση της UNESCO στο Παρίσι, ενώ η βρετανική κυβέρνηση εξακολουθεί να απορρίπτει την ελληνική αξίωση.

Από το 2014 στο 2026

Η χρονική συγκυρία δίνει ιδιαίτερο βάρος στην πρόσφατη συνάντηση Τασούλα-Κλούνεϊ. Το 2014 οι δύο πλευρές είχαν επιχειρήσει να ενισχύσουν τη νομική βάση της ελληνικής διεκδίκησης. Το 2021 η Αθήνα και το Βρετανικό Μουσείο άνοιξαν ξανά απευθείας δίαυλο για μια πιθανή συμφωνία. Το 2024 εμφανίστηκε η προοπτική μιας συμβιβαστικής φόρμουλας.

Το 2026, όμως, οι διαπραγματεύσεις φαίνεται να έχουν επιστρέψει στο σημείο μηδέν.

Και η ουσιαστική διαφορά παραμένει η ίδια: το Λονδίνο συζητά έναν μακροχρόνιο δανεισμό, ενώ η Αθήνα ζητά την επανένωση των Γλυπτών με τον Παρθενώνα χωρίς να αποδεχθεί ότι πρόκειται για αντικείμενα που ανήκουν στο Βρετανικό Μουσείο.

Έτσι, παρά τις προσπάθειες για μια «έξυπνη» φόρμουλα που θα απέφευγε τη σύγκρουση γύρω από την κυριότητα, οι δύο πλευρές δεν κατάφεραν να βρουν κοινό έδαφος. Η υπόθεση των Μαρμάρων του Παρθενώνα παραμένει επομένως ανοικτή, αλλά ο κύκλος των σημερινών διαπραγματεύσεων έχει, σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, κλείσει.

Δείτε επίσης