Η νέα κυβερνητική πλατφόρμα «PosoKanei» (posokanei.gov.gr) παρουσιάζεται ως εργαλείο ενημέρωσης του καταναλωτή για τις τιμές βασικών αγαθών. Στην πράξη, όμως, συμπυκνώνει μια συγκεκριμένη πολιτική ανάγνωση της ακρίβειας: όχι ως δομικό οικονομικό πρόβλημα, αλλά ως ζήτημα πληροφορίας, επιλογών και ατομικής διαχείρισης. Εκεί ακριβώς ξεκινά και η πολιτική της βαρύτητα.
Η ακρίβεια ως πρόβλημα πληροφορίας και όχι εξουσίας αγοράς
Η πλατφόρμα εντάσσεται σε ένα ήδη γνωστό πλαίσιο πολιτικής αφήγησης: ότι ο καταναλωτής, εφόσον ενημερωθεί σωστά, μπορεί να «πειθαρχήσει» την αγορά. Με αυτόν τον τρόπο, η ακρίβεια μετατρέπεται από πεδίο σύγκρουσης συμφερόντων σε πρόβλημα αναζήτησης τιμών.
Όμως η πραγματικότητα των τελευταίων ετών στην Ελλάδα δεν περιγράφεται με όρους ανεπαρκούς πληροφόρησης. Οι αυξήσεις 30% και 40% σε βασικά αγαθά, η στεγαστική κρίση που απορροφά δυσανάλογο ποσοστό εισοδήματος και οι διαρκείς ανατιμήσεις στα ράφια των σούπερ μάρκετ δεν προκύπτουν από έλλειμμα σύγκρισης τιμών, αλλά από μια δομή αγοράς με ισχυρές συγκεντρώσεις και περιορισμένο ανταγωνισμό.
Σε αυτό το περιβάλλον, η εφαρμογή δεν παρεμβαίνει στον μηχανισμό παραγωγής των τιμών. Τον παρακολουθεί.
Η πολιτική μετατόπιση: από τον έλεγχο της αγοράς στην ευθύνη του καταναλωτή
Η λογική της πλατφόρμας επαναφέρει μια γνώριμη πολιτική μετατόπιση: το βάρος της ακρίβειας μεταφέρεται στον πολίτη. Η τιμή δεν αντιμετωπίζεται ως αποτέλεσμα εταιρικών στρατηγικών, συγκέντρωσης ισχύος και εμπορικών πρακτικών, αλλά ως διακύμανση που μπορεί να «βελτιστοποιηθεί» μέσω καλύτερης ενημέρωσης.
Έτσι, η καθημερινή κατανάλωση μετατρέπεται σε άσκηση μικρο-διαχείρισης. Ο πολίτης καλείται να αναζητήσει το φθηνότερο προϊόν, να συγκρίνει σε πραγματικό χρόνο, να κινηθεί γεωγραφικά για να μειώσει λίγα λεπτά του ευρώ στο καλάθι του. Η ακρίβεια αντιμετωπίζεται σαν πρόβλημα συμπεριφοράς και όχι ισχύος.
Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική αφήγηση που αποφεύγει την παρέμβαση στην πηγή: στα περιθώρια κέρδους, στις δομές αγοράς, στα δίκτυα προμηθειών και στις πρακτικές τιμολόγησης.
Η οικονομία των δεδομένων πίσω από την κατανάλωση
Πέρα από τη ρητορική της «διαφάνειας», η ψηφιακή διαμεσολάβηση της κατανάλωσης παράγει ένα δεύτερο επίπεδο πραγματικότητας: τα δεδομένα. Κάθε αναζήτηση τιμής, κάθε σύγκριση προϊόντος, κάθε καταγραφή αγοράς δημιουργεί ένα ψηφιακό αποτύπωμα συμπεριφοράς.
Αυτό το αποτύπωμα έχει αξία. Όχι μόνο για το κράτος ως εργαλείο στατιστικής παρακολούθησης, αλλά κυρίως για την αγορά που μπορεί να αντλήσει μοτίβα κατανάλωσης, χρονισμούς ζήτησης και όρια αντοχής των νοικοκυριών.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η κατανάλωση δεν είναι απλώς πράξη επιβίωσης. Είναι παραγωγή δεδομένων. Και τα δεδομένα αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν για πιο στοχευμένη τιμολόγηση, προσαρμογή προσφορών και τελικά για ακόμη πιο ακριβή εκτίμηση του «πόσο αντέχει» ο καταναλωτής.
Η αγορά ως μηχανισμός προσαρμογής στη φτώχεια
Η πιο κρίσιμη μετατόπιση που αναδεικνύει η πλατφόρμα είναι ιδεολογική. Η αγορά εμφανίζεται ως ουδέτερο πεδίο που αυτορρυθμίζεται, αρκεί ο πολίτης να είναι επαρκώς ενημερωμένος. Όμως στην πράξη, η ενημέρωση δεν αλλάζει τη δύναμη των δομών.
Οι τιμές δεν διαμορφώνονται στο ράφι του σούπερ μάρκετ, αλλά πριν από αυτό: στην αλυσίδα παραγωγής, στη διανομή, στις συμφωνίες προμηθευτών, στις συγκεντρώσεις αγοράς. Εκεί ακριβώς όπου η δημόσια παρέμβαση παραμένει περιορισμένη.
Η ιδέα ότι ο καταναλωτής μπορεί να «νικήσει» την ακρίβεια με καλύτερη πληροφόρηση μεταθέτει τη συζήτηση από το συλλογικό στο ατομικό επίπεδο. Και σε αυτό το επίπεδο, η ανισότητα παραμένει αμετάβλητη.
Η πολιτική οικονομία της καθημερινότητας
Η ακρίβεια δεν λειτουργεί ως συγκυριακό φαινόμενο. Αποτελεί μηχανισμό ανακατανομής εισοδήματος, όπου η πίεση μεταφέρεται στα χαμηλότερα στρώματα μέσω τιμών και έμμεσων φόρων, ενώ η συσσώρευση κερδών παραμένει συγκεντρωμένη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η απάντηση δεν μπορεί να είναι τεχνική. Δεν αφορά τη βελτίωση της πληροφορίας, αλλά τη ρύθμιση της αγοράς: έλεγχο τιμών σε κρίσιμα αγαθά, φορολόγηση υπερκερδών, ενίσχυση ανταγωνισμού και παρέμβαση στις αλυσίδες διανομής.
Η μετατόπιση από αυτά τα εργαλεία προς μια ψηφιακή πλατφόρμα ενημέρωσης δείχνει μια συγκεκριμένη πολιτική επιλογή: την προτίμηση στη διαχείριση αντί της ρύθμισης.
Συμπέρασμα
Η πλατφόρμα «PosoKanei» δεν είναι ένα ουδέτερο τεχνολογικό εργαλείο. Εντάσσεται σε ένα συγκεκριμένο μοντέλο διακυβέρνησης της ακρίβειας, όπου η αγορά παραμένει ανεπηρέαστη και ο πολίτης καλείται να προσαρμοστεί σε αυτήν.
Σε ένα περιβάλλον επίμονης ακρίβειας, η πληροφορία έχει αξία, αλλά δεν υποκαθιστά την πολιτική παρέμβαση. Όταν η τεχνολογία χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της ρύθμισης, τότε το ερώτημα δεν αφορά το πόσο κοστίζει το γάλα. Αφορά το ποιος καθορίζει την τιμή του.





