Η αποτυχία του κεντρώου “επιτελικού” μοντέλου και η κρίση στη Γαλλία
Η πολιτική διαδρομή του Εμανουέλ Μακρόν αποτυπώνει τα όρια ενός μοντέλου εξουσίας που στηρίχθηκε στην προσωπική προβολή, στην υπόσχεση της τεχνοκρατικής αποτελεσματικότητας -«επιτελικό κράτος» το λέμε στο χωριό μας- και στην αποδυνάμωση των παραδοσιακών κομμάτων.
Σχεδόν δέκα χρόνια μετά την εκλογική του νίκη το 2017, ο Γάλλος πρόεδρος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια χώρα που αμφισβητεί την ηγεσία του, ένα κοινοβούλιο χωρίς σταθερή πλειοψηφία, δημοσιονομικούς περιορισμούς και κοινωνικές συγκρούσεις. Η κρίση του Οκτωβρίου 2026, με εκτεταμένες ταραχές και κατακόρυφη πτώση της δημοτικότητάς του, φέρνει στο προσκήνιο το ερώτημα που η αρχική ευφορία είχε αφήσει στο περιθώριο: τι ακριβώς εκπροσωπούσε ο μακρονισμός και τι απομένει από αυτόν;
Το γαλλικό πείραμα ξεκίνησε ως υπόσχεση υπέρβασης του παλιού πολιτικού συστήματος. Καταλήγει, στην τελευταία περίοδο της προεδρίας του, να αναδεικνύει την αδυναμία μιας προσωποκεντρικής εξουσίας να οικοδομήσει σταθερές πολιτικές συμμαχίες και να διατηρήσει κοινωνική νομιμοποίηση όταν εξαντλείται η αρχική της δυναμική.
Από τον «νέο Ντε Γκωλ» στην πολιτική απομόνωση
Η εικόνα του Μακρόν ως μεταρρυθμιστή που θα ανανέωνε τη Γαλλία και θα επανέφερε την Ευρώπη στο επίκεντρο της παγκόσμιας πολιτικής έχει υποστεί σοβαρή διάβρωση. Σήμερα, με μόλις 15% θετικές γνώμες σε δημοσκόπηση που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο και το 82% των ερωτηθέντων να εκφράζει αρνητική άποψη, η απόσταση από την πολιτική ευφορία του 2017 είναι εντυπωσιακή.
Η γαλλική κρίση έχει πλέον ευρωπαϊκές διαστάσεις. Η αδυναμία του Παρισιού να διαμορφώσει σταθερή κυβερνητική πολιτική επηρεάζει την οικονομική ισχύ της χώρας, τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις ισορροπίες ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027. Η πρόσφατη ανάλυση του Reuters για την πολιτική και κοινωνική κρίση στη Γαλλία περιγράφει έναν πρόεδρο που εισέρχεται στους τελευταίους μήνες της θητείας του με περιορισμένη πολιτική επιρροή, ενώ η δημοσιονομική στενότητα δυσκολεύει κάθε προσπάθεια εκτόνωσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Το 2017: Η γέννηση ενός πολιτικού προϊόντος
Όταν ο Μακρόν κέρδισε τις προεδρικές εκλογές του 2017, η Γαλλία βρισκόταν σε αναζήτηση πολιτικής διεξόδου. Ο Φρανσουά Ολάντ είχε απογοητεύσει μεγάλο μέρος της εκλογικής βάσης των Σοσιαλιστών, η παραδοσιακή Δεξιά είχε πληγεί από την υπόθεση Φιγιόν και η άνοδος της Μαρίν Λεπέν δημιουργούσε ένα νέο πολιτικό περιβάλλον.
Ο Μακρόν εμφανίστηκε ως η απάντηση σε όλα αυτά τα προβλήματα. Νέος, επικοινωνιακά αποτελεσματικός, με εμπειρία στο υπουργείο Οικονομίας και προηγούμενη θητεία στην επενδυτική τράπεζα Rothschild, υποσχέθηκε να υπερβεί τη διαίρεση ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά. Το κίνημά του, En Marche!, συγκροτήθηκε γύρω από το πρόσωπό του και όχι πάνω σε μια μακρά ιστορία κομματικών οργανώσεων, κοινωνικών δεσμών και πολιτικής αντιπροσώπευσης.
Το εγχείρημα πέτυχε εκλογικά. Η νίκη του απέναντι στη Λεπέν στον δεύτερο γύρο, με 66,1% των ψήφων, του έδωσε ισχυρή αρχική νομιμοποίηση. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία που εξασφάλισε το κόμμα του στις εκλογές του Ιουνίου ενίσχυσε την αίσθηση ότι η Γαλλία είχε περάσει σε μια νέα εποχή.
Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ο Μακρόν αντιμετωπίστηκε από σημαντικό μέρος των πολιτικών και δημοσιογραφικών ελίτ ως υπόδειγμα ανανέωσης. Η απουσία μακράς κομματικής διαδρομής παρουσιάστηκε ως πλεονέκτημα, η τεχνοκρατική του συγκρότηση ως εγγύηση αποτελεσματικότητας και ο αυτοπροσδιορισμός του ως κεντρώου ως δυνατότητα σύνθεσης διαφορετικών πολιτικών ρευμάτων.
Εκείνο που υποτιμήθηκε ήταν η διαφορά ανάμεσα στην εκλογική επιτυχία και την οικοδόμηση μιας σταθερής πολιτικής παράταξης. Ο Μακρόν διέθετε ισχυρή προσωπική προβολή και πρόσβαση σε κέντρα οικονομικής και θεσμικής ισχύος. Η πολιτική του συμμαχία, όμως, εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τη δική του δημοτικότητα και από την πεποίθηση ότι μπορούσε να προσφέρει ανάπτυξη, εκσυγχρονισμό και σταθερότητα.
Η σύγκρουση με την κοινωνία και το κόστος των μεταρρυθμίσεων
Η πρώτη μεγάλη ρωγμή εμφανίστηκε ήδη το 2018, με το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων. Η αύξηση του κόστους των καυσίμων αποτέλεσε την αφορμή, αλλά η κοινωνική έκρηξη εξέφραζε βαθύτερες αντιθέσεις: την πίεση στα εισοδήματα, την εγκατάλειψη της περιφέρειας, την αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονταν από μια πολιτική ελίτ αποκομμένη από την καθημερινότητα των πολιτών.
Ο Μακρόν είχε επιλέξει ένα μοντέλο μεταρρυθμίσεων που έδινε έμφαση στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, στην προσέλκυση επενδύσεων και στην ευελιξία της αγοράς εργασίας. Οι αλλαγές στη φορολογία του κεφαλαίου και η σταδιακή κατάργηση του φόρου μεγάλης περιουσίας στα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενίσχυσαν την κριτική ότι η κυβέρνησή του ευνοούσε τους οικονομικά ισχυρότερους.
Η εικόνα του «προέδρου των πλουσίων» έγινε σταδιακά ένα από τα βασικά προβλήματα της πολιτικής του ταυτότητας. Παρά τις παραχωρήσεις που ακολούθησαν τις κινητοποιήσεις των Κίτρινων Γιλέκων, η δυσπιστία παρέμεινε.
Η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, το 2023, βάθυνε τη σύγκρουση. Η αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 χρόνια προκάλεσε μαζικές διαδηλώσεις και απεργίες. Η κυβέρνηση επέλεξε να περάσει το νομοσχέδιο χωρίς τελική ψηφοφορία στην Εθνοσυνέλευση, αξιοποιώντας το άρθρο 49.3 του Συντάγματος.
Η επιλογή ήταν συνταγματικά επιτρεπτή, αλλά πολιτικά επιβαρυντική. Η κυβέρνηση έδειξε ότι μπορούσε να επιβάλει μια μεταρρύθμιση χωρίς να διαθέτει ευρεία κοινωνική αποδοχή. Παράλληλα, ενισχύθηκε η αντίληψη ότι ο διάλογος λειτουργούσε ως δευτερεύον στοιχείο ενός συστήματος εξουσίας που έδινε προτεραιότητα στην προεδρική απόφαση.
Η διάλυση της Εθνοσυνέλευσης που γύρισε μπούμερανγκ
Η καθοριστική αποτυχία ήρθε τον Ιούνιο του 2024. Μετά τη βαριά ήττα του στις ευρωεκλογές, ο Μακρόν αποφάσισε να διαλύσει την Εθνοσυνέλευση και να προκηρύξει πρόωρες βουλευτικές εκλογές, επιδιώκοντας να ανακτήσει την πολιτική πρωτοβουλία.
Το αποτέλεσμα ήταν το αντίθετο. Οι εκλογές της 30ής Ιουνίου και της 7ης Ιουλίου δεν έδωσαν αυτοδυναμία σε καμία πολιτική δύναμη. Η Αριστερά, συγκροτημένη στο Νέο Λαϊκό Μέτωπο, κατέλαβε την πρώτη θέση σε έδρες, η ακροδεξιά Εθνική Συσπείρωση της Λεπέν ενίσχυσε την παρουσία της και το προεδρικό στρατόπεδο αποδυναμώθηκε.
Ο Μακρόν είχε επιχειρήσει να αναδιατάξει το πολιτικό τοπίο. Κατέληξε να χάσει τον έλεγχο της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, να δυσκολεύεται να σχηματίσει βιώσιμες κυβερνήσεις και να εξαρτάται από διαρκείς διαπραγματεύσεις με πολιτικές δυνάμεις που αμφισβητούν τις επιλογές του.
Η απόφαση για τη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης χαρακτηρίστηκε από στελέχη ακόμη και του δικού του χώρου ως στρατηγικό λάθος. Η πολιτική αποδυνάμωση του προέδρου επιβεβαιώθηκε από τη διαδοχή κυβερνήσεων με περιορισμένη κοινοβουλευτική στήριξη και από την αδυναμία εξασφάλισης σταθερής πλειοψηφίας για τον προϋπολογισμό.
Το 2025, η πτώση των κυβερνήσεων του Μισέλ Μπαρνιέ και του Φρανσουά Μπαϊρού ανέδειξε τη δυσκολία διακυβέρνησης σε ένα κατακερματισμένο κοινοβούλιο. Η δημοσιονομική προσαρμογή, το δημόσιο χρέος και η ανάγκη περιορισμού του ελλείμματος έγιναν πεδία διαρκούς σύγκρουσης.
Η κρίση δεν οφείλεται αποκλειστικά στον Μακρόν. Η απροθυμία των γαλλικών κομμάτων να συμβιβαστούν, η πόλωση ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά και η άνοδος των αντισυστημικών δυνάμεων αποτελούν βαθύτερα προβλήματα. Η δική του ευθύνη, ωστόσο, αφορά την επιλογή να μετατρέψει μια ήδη δύσκολη κοινοβουλευτική κατάσταση σε ακόμη πιο ασταθές πολιτικό περιβάλλον.
Ο Οκτώβριος του 2026 και η εικόνα ενός απομονωμένου προέδρου
Οι τελευταίες εξελίξεις στη Γαλλία φέρνουν την κρίση σε νέα φάση. Οι εκτεταμένες ταραχές του Οκτωβρίου, με λεηλασίες, εμπρησμούς και ζημιές σε δημόσιες υποδομές, ανέδειξαν την αδυναμία των αρχών να αποκαταστήσουν γρήγορα την κοινωνική ηρεμία. Η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με την οργή των διαδηλωτών, την κριτική για τη διαχείριση της ασφάλειας και την πίεση από την οικονομική αβεβαιότητα.
Το τηλεοπτικό διάγγελμα του Μακρόν μετά τα επεισόδια δεν έπεισε τους πολιτικούς του αντιπάλους ούτε καθησύχασε το σύνολο της κοινής γνώμης. Ο πρόεδρος καταδίκασε τη βία, αναγνώρισε αστοχίες στην πρόβλεψη των γεγονότων και ζήτησε νέες διαβουλεύσεις από τον πρωθυπουργό Σεμπαστιάν Λεκορνί. Παράλληλα, απέρριψε την ιδέα παραίτησης του υπουργού Εσωτερικών.
Η παρουσία του Μακρόν σε συναυλία της Σελίν Ντιόν, μαζί με τη σύζυγό του Μπριζίτ, ενώ η χώρα βρισκόταν σε αναβρασμό, αξιοποιήθηκε από τους επικριτές του ως σύμβολο πολιτικής αποστασιοποίησης. Η εικόνα αυτή απέκτησε ιδιαίτερο βάρος επειδή ο πρόεδρος δεν διαθέτει πλέον το πολιτικό κεφάλαιο που θα του επέτρεπε να απορροφήσει εύκολα μια τέτοια επικοινωνιακή κρίση.
Η δημοσκόπηση της Ipsos BVA-Cesi, που δημοσιεύθηκε στις 11 Οκτωβρίου, κατέγραψε μόλις 15% θετικές γνώμες για τον Μακρόν, το χαμηλότερο επίπεδο από την εκλογή του το 2017. Οι αριθμοί αποτυπώνουν τη φθορά μιας προεδρίας που ξεκίνησε με την υπόσχεση της ανανέωσης και πλησιάζει στο τέλος της με περιορισμένη κοινωνική αποδοχή.
Η πολιτική πίεση έφτασε μέχρι το εσωτερικό του πρώην προεδρικού στρατοπέδου. Ορισμένοι πρώην σύμμαχοι συζητούν πλέον ανοιχτά το ενδεχόμενο πρόωρης αποχώρησής του, αν και ο Μακρόν επιμένει ότι θα παραμείνει στη θέση του έως τη λήξη της θητείας του, τον Μάιο του 2027.
Η κληρονομιά του μακρονισμού και η άνοδος της ακροδεξιάς
Η μεγαλύτερη πολιτική αντίφαση της προεδρίας Μακρόν βρίσκεται στο αποτέλεσμα που είχε η προσπάθειά του να ανακόψει την άνοδο της ακροδεξιάς. Η στρατηγική του βασίστηκε στην ιδέα ότι η αποδυνάμωση των παραδοσιακών κομμάτων και η συγκρότηση ενός ισχυρού κεντρώου πόλου θα περιόριζαν τη δυναμική της Λεπέν.
Στην πράξη, η Εθνική Συσπείρωση ενίσχυσε την εκλογική και κοινοβουλευτική της παρουσία, προβάλλοντας την εικόνα μιας δύναμης που εκφράζει τη δυσαρέσκεια απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Η Λεπέν και ο Ζορντάν Μπαρντελά επιχειρούν να αξιοποιήσουν την κοινωνική ανασφάλεια, το μεταναστευτικό και την αίσθηση κρατικής αδυναμίας, παρουσιάζοντας τη δική τους πρόταση ως λύση για την αποκατάσταση της τάξης.
Το παράδοξο είναι ότι ο Μακρόν επιδίωξε να περιορίσει την ακροδεξιά μέσα από την αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος, αλλά η αποδυνάμωση του κέντρου δημιούργησε πρόσθετο χώρο για τους αντιπάλους του. Η Γαλλία εισέρχεται στην προεκλογική περίοδο του 2027 με αβέβαιες ισορροπίες, υψηλή πόλωση και ένα προεδρικό στρατόπεδο που δυσκολεύεται να εμφανιστεί ως αξιόπιστη δύναμη διακυβέρνησης.
Η αποτυχία του Μακρόν δεν σημαίνει ότι όλες οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις του απέτυχαν ή ότι η ευρωπαϊκή του πολιτική στερήθηκε στρατηγικού περιεχομένου. Η επιδίωξη μεγαλύτερης ευρωπαϊκής αυτονομίας, η ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας και η προσπάθεια προσέλκυσης επενδύσεων αποτελούν πλευρές της πολιτικής του που εξακολουθούν να έχουν σημασία.
Το κρίσιμο πρόβλημα βρίσκεται στη σχέση ανάμεσα στη στρατηγική φιλοδοξία και στην εσωτερική πολιτική νομιμοποίηση. Ένας πρόεδρος μπορεί να διατυπώνει μεγάλες ευρωπαϊκές ιδέες, αλλά χρειάζεται κοινοβουλευτικές συμμαχίες, κοινωνική εμπιστοσύνη και πολιτικούς μηχανισμούς που θα στηρίζουν τις επιλογές του.
Ο Μακρόν επένδυσε περισσότερο στην προσωπική του παρουσία και στην ικανότητά του να επιβάλλει την ατζέντα. Η εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας δείχνει πόσο εύθραυστη μπορεί να γίνει αυτή η στρατηγική όταν η οικονομική πίεση, η κοινωνική δυσαρέσκεια και η εκλογική αποδυνάμωση συμπέσουν.
Το ερώτημα για τη Γαλλία είναι πλέον ποιος θα καλύψει το πολιτικό κενό μετά το 2027 και με ποια κοινωνική συμμαχία θα επιχειρήσει να κυβερνήσει. Για την υπόλοιπη Ευρώπη, η γαλλική κρίση αποτελεί προειδοποίηση για τα όρια ενός μοντέλου που στηρίζεται στην επικοινωνιακή υπεροχή και στην προσωποκεντρική εξουσία, χωρίς να εξασφαλίζει διαρκή πολιτική εκπροσώπηση.
Η εποχή του Μακρόν δεν τελειώνει απλώς με την πτώση της δημοτικότητάς του. Κλείνει με μια ανοιχτή συζήτηση για το αν η τεχνοκρατική αποτελεσματικότητα, η προσωπική προβολή και η υπόσχεση υπέρβασης των παραδοσιακών κομμάτων μπορούν από μόνες τους να αποτελέσουν βάση διακυβέρνησης μιας μεγάλης ευρωπαϊκής δημοκρατίας.






