Η νέα έρευνα της Wall Street Journal για την Κίμπερλι Γκιλφόιλ φέρνει στο προσκήνιο ταξίδια με ιδιωτικά αεροσκάφη, πολυτελείς διαμονές και τις σχέσεις της Αμερικανίδας πρέσβειρας στην Αθήνα με Έλληνες επιχειρηματίες.
Στο επίκεντρο βρίσκονται ο εφοπλιστής Νίκος Τσάκος, ένα ταξίδι στο Παρίσι και η διαμονή στο ξενοδοχείο George V, με την εφημερίδα να επικαλείται ηχητικό υλικό και μαρτυρίες προσώπων που γνωρίζουν τις σχετικές υποθέσεις. Η πλευρά της πρέσβειρας απορρίπτει τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι έχει τηρήσει τους κανόνες δεοντολογίας του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών.
Η νέα αποκάλυψη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Γκιλφόιλ βρίσκεται υπό αυξανόμενη πίεση στην Ουάσιγκτον, μετά και το προηγούμενο δημοσίευμα για φερόμενο αίτημά της προς δωρητή του Ντόναλντ Τραμπ να καταβάλει 100.000 δολάρια για την εξόφληση λογαριασμού της American Express. Η υπόθεση έχει προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις και αιτήματα για έρευνα, ενώ η προοπτική των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου προσδίδει στις αποκαλύψεις ευρύτερη πολιτική διάσταση.
Για την Αθήνα, το ζήτημα έχει και ξεχωριστή σημασία. Η τοποθέτηση της Γκιλφόιλ στην αμερικανική πρεσβεία είχε συνδεθεί με την προσδοκία ότι οι προσωπικές σχέσεις της με τον Τραμπ θα διευκόλυναν την πρόσβαση της ελληνικής κυβέρνησης στον Λευκό Οίκο. Η κρίση που αντιμετωπίζει πλέον η πρέσβειρα επαναφέρει τα ερωτήματα για το κατά πόσο η ελληνική διπλωματία επένδυσε υπερβολικά σε ένα πρόσωπο, σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή συνεργασία και οι αμυντικές σχέσεις με τις ΗΠΑ αποκτούν αυξημένο βάρος.
Τα ταξίδια με ιδιωτικά τζετ και οι σχέσεις με τους Έλληνες επιχειρηματίες
Σύμφωνα με το δημοσίευμα της Wall Street Journal, η Γκιλφόιλ μιλούσε τον Ιανουάριο, στο Νταβός, για τις στενές σχέσεις της με Έλληνες επιχειρηματίες, αναφερόμενη στη δυνατότητά τους να διευκολύνουν τα ταξίδια της και να καλύπτουν πολυτελείς μετακινήσεις και διαμονές.
Η εφημερίδα επικαλείται ηχητικό υλικό από συνομιλία της με Αμερικανό επιχειρηματία, στον οποίο φέρεται να περιέγραφε τις διασυνδέσεις της με ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες στην Ελλάδα. Στην ίδια συνομιλία, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, εξέφραζε την ενόχλησή της επειδή δεν είχε προσκληθεί σε δείπνο που διοργάνωνε το Greek House Davos προς τιμήν του Έρικ Τραμπ, γιου του Αμερικανού προέδρου.
Η Γκιλφόιλ φέρεται να αναφέρθηκε στην παρέμβασή της προκειμένου να εξασφαλίσει τελικά θέση στην εκδήλωση. Η πρόεδρος του Greek House Davos, Ειρήνη Βανταράκη, δήλωσε στην εφημερίδα ότι υπήρξε μια δύσκολη κατάσταση με ορισμένους υψηλού προφίλ προσκεκλημένους, προσθέτοντας ότι η Αμερικανίδα πρέσβειρα ήταν ευγενική και αποχώρησε νωρίς.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον Αλέξανδρο Εξάρχου, επικεφαλής του ομίλου AKTOR, με τον οποίο η Γκιλφόιλ φέρεται να ταξίδεψε με ιδιωτικό αεροσκάφος στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, τον Ιανουάριο του 2026.
Το δημοσίευμα συνδέει τις προσωπικές επαφές της πρέσβειρας με την ευρύτερη προσπάθεια προώθησης του αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στην περιοχή. Σύμφωνα με τη WSJ, η Γκιλφόιλ ενθάρρυνε κυβερνήσεις χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης να συνεργαστούν με τον Έξαρχου για την αγορά αμερικανικού φυσικού αερίου.
Η ίδια φέρεται να περιέγραψε τον Έλληνα επιχειρηματία ως άνθρωπο του στενού της κύκλου. Η AKTOR, μέσω των δικηγόρων της, έχει αρνηθεί να σχολιάσει το νέο δημοσίευμα, ενώ εκπρόσωποί της έχουν απορρίψει προηγούμενους ισχυρισμούς ότι η πρέσβειρα προωθούσε αθέμιτα τα εμπορικά συμφέροντα του ομίλου.
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή η ενεργειακή συνεργασία Ελλάδας και ΗΠΑ αποτελεί έναν από τους βασικούς άξονες της διμερούς σχέσης. Η συμμετοχή ιδιωτικών επιχειρήσεων σε αυτήν είναι αυτονόητη, ωστόσο η πιθανή σύμπτωση επιχειρηματικών συμφερόντων και προσωπικών διευκολύνσεων για έναν εν ενεργεία διπλωμάτη δημιουργεί ζητήματα που χρήζουν σαφών απαντήσεων.
Το ταξίδι στο Παρίσι και ο λογαριασμός στο George V
Το δεύτερο σκέλος της έρευνας αφορά τον εφοπλιστή Νίκο Τσάκο και ένα ταξίδι της Γκιλφόιλ στο Παρίσι, όπου επρόκειτο να παρακολουθήσει εκδήλωση μόδας της συζύγου του, σχεδιάστριας Σήλιας Κριθαριώτη.
Σύμφωνα με την εφημερίδα, η πρέσβειρα είχε αναφερθεί σε ηχογραφημένη συνομιλία στην επικείμενη μετακίνησή της με ιδιωτικό αεροσκάφος μαζί με τον Τσάκο. Στην ίδια συνομιλία φέρεται να περιέγραφε τη στενή προσωπική τους σχέση και να αναφερόταν σε κοινές διακοπές κατά την εορταστική περίοδο στο Γκστάαντ της Ελβετίας.
Το κρίσιμο στοιχείο του ρεπορτάζ αφορά τη διαμονή της στο ξενοδοχείο Four Seasons George V, ένα από τα πλέον πολυτελή ξενοδοχεία του Παρισιού. Σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν την υπόθεση και επικαλείται η WSJ, τον λογαριασμό της διαμονής της κάλυψε η διευθύνουσα σύμβουλος της Tsakos Energy Navigation.
Η εφημερίδα σημειώνει ότι η συγκεκριμένη πληροφορία δεν είχε δημοσιοποιηθεί προηγουμένως. Ο Νίκος Τσάκος και η σύζυγός του δεν απάντησαν στα αιτήματα για σχολιασμό.
Το δημοσίευμα δεν τεκμηριώνει από μόνο του παράνομη συναλλαγή. Θέτει, ωστόσο, ερωτήματα για τη φύση των οικονομικών διευκολύνσεων που φέρεται να έλαβε η πρέσβειρα, για το εάν αυτές δηλώθηκαν σύμφωνα με τους προβλεπόμενους κανόνες και για το κατά πόσο υπήρξαν ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων.
Η απάντηση της πρεσβείας και η έρευνα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ
Εκπρόσωπος της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα υποστήριξε ότι η επαγγελματική πορεία της Γκιλφόιλ χαρακτηρίζεται από σταθερές αξίες και ότι η ίδια έχει ακολουθήσει τις οδηγίες δεοντολογίας και τους κανόνες του υπουργείου Εξωτερικών για την αναφορά δωρεών.
Η πρεσβεία χαρακτήρισε τους ισχυρισμούς αβάσιμους, υποστηρίζοντας ότι αποσπούν την προσοχή από το έργο της πρέσβειρας στην Ελλάδα και στην ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο.
Παράλληλα, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο γενικός επιθεωρητής του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών εξετάζει εάν η Γκιλφόιλ έλαβε δώρα ή άλλες διευκολύνσεις από ιδιώτες επιχειρηματίες.
Η νέα έρευνα προστίθεται στις αποκαλύψεις της ίδιας εφημερίδας για τα μηνύματα που φέρεται να αντάλλαξε η πρέσβειρα με τον Έρικ Ντίτερς, υποστηρικτή του Τραμπ. Σύμφωνα με εκείνο το ρεπορτάζ, η Γκιλφόιλ ζήτησε από τον επιχειρηματία να καταβάλει 100.000 δολάρια για την εξόφληση λογαριασμού της American Express, ενώ φέρεται να συνέδεσε το αίτημα με τη δυνατότητά της να διευκολύνει την εξέταση προσωπικών φορολογικών και νομικών ζητημάτων του.
Δικηγόρος της αμφισβήτησε την αυθεντικότητα των μηνυμάτων, χωρίς να δώσει περαιτέρω διευκρινίσεις.
Η συσσώρευση των δημοσιευμάτων δημιουργεί πλέον ένα ευρύτερο πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση Τραμπ. Η υπόθεση δεν περιορίζεται στις σχέσεις της πρέσβειρας με συγκεκριμένους επιχειρηματίες, αλλά επεκτείνεται στον τρόπο με τον οποίο πρόσωπα του στενού κύκλου του Αμερικανού προέδρου διαχειρίζονται την πρόσβαση στην εξουσία.
Ο Τραμπ, ο Ρούμπιο και η στάση της κυβέρνησης
Η αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ στις αποκαλύψεις ήταν συγκρατημένη. Ερωτηθείς από δημοσιογράφους για τα δημοσιεύματα, φέρεται να απάντησε ότι λυπάται για την εξέλιξη, προσθέτοντας πως η Γκιλφόιλ ήταν πάντοτε ευγενική μαζί του.
Η δήλωση δεν συνιστά σαφή πολιτική στήριξη, αλλά ούτε και προαναγγέλλει την απομάκρυνσή της. Σύμφωνα με τη WSJ, στελέχη της κυβέρνησης εξετάζουν την πορεία της υπόθεσης, ενώ η τελική απόφαση για το μέλλον της πρέσβειρας αναμένεται να εξαρτηθεί από τις εξελίξεις.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο είχε ενημερωθεί για τις προηγούμενες αποκαλύψεις ενώ ταξίδευε προς την Αθήνα. Κατά την επίσκεψή του, απέφυγε να συζητήσει το θέμα σε συνέντευξη Τύπου, υποστηρίζοντας ότι δεν πρόκειται για ζήτημα που θα έπρεπε να εξετάζεται με αυτόν τον τρόπο κατά τη διάρκεια επίσημης επίσκεψης.
Η παρουσία της Γκιλφόιλ στο πλευρό του Ρούμπιο κατά τις επαφές του στην Αθήνα είχε εκληφθεί ως ένδειξη ότι διατηρεί τη θέση της στον στενό κύκλο της αμερικανικής διοίκησης. Οι νέες αποκαλύψεις, ωστόσο, περιπλέκουν την εικόνα.
Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς απέφυγε επίσης να πάρει θέση υπέρ ή κατά της πρέσβειρας, σημειώνοντας ότι πρόκειται για κατηγορίες που πρέπει να εξεταστούν και ότι, εφόσον διαπιστωθεί παρανομία, θα πρέπει να υπάρξουν συνέπειες.
Οι ενδιάμεσες εκλογές και η πίεση των Δημοκρατικών
Η χρονική συγκυρία ενισχύει την πολιτική σημασία της υπόθεσης. Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου θα κρίνουν τους νέους συσχετισμούς στο Κογκρέσο και θα μπορούσαν να περιορίσουν σημαντικά τα περιθώρια κινήσεων του Τραμπ, εφόσον οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων ή της Γερουσίας.
Δημοκρατικοί βουλευτές έχουν ζητήσει τη διερεύνηση των καταγγελιών και την εξέταση του ενδεχομένου παραβίασης της ομοσπονδιακής νομοθεσίας περί δωροδοκίας και διαφθοράς.
Ο Γκρέγκορι Μικς, κορυφαίο στέλεχος των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, ζήτησε άμεση έρευνα για το εάν η πρέσβειρα παραβίασε τη νομοθεσία που διέπει τη συμπεριφορά δημόσιων λειτουργών.
Αντίστοιχα, ο Ρόμπερτ Γκαρσία, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής, ζήτησε οικονομικά στοιχεία και αντίγραφα επικοινωνιών της Γκιλφόιλ με κυβερνητικούς αξιωματούχους, επικαλούμενος ανησυχίες για πιθανή διαφθορά και ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
Εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο της Βουλής, θα έχουν τη δυνατότητα να εντείνουν την κοινοβουλευτική εποπτεία και να εξετάσουν την κλήση προσώπων για κατάθεση, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να μετατρέψει την υπόθεση Γκιλφόιλ σε μία από τις πιο προβεβλημένες αντιπαραθέσεις για τη δεοντολογία της κυβέρνησης Τραμπ.
Το εάν η πρέσβειρα θα αντιμετωπίσει θεσμικές ή πολιτικές συνέπειες παραμένει ανοιχτό. Το ίδιο ισχύει και για το ενδεχόμενο απομάκρυνσής της από την Αθήνα. Σε αυτή τη φάση, οι καταγγελίες και οι έρευνες δεν ισοδυναμούν με διαπιστωμένη παρανομία.
Από την προσωπική πρόσβαση στη διπλωματική αβεβαιότητα για την Αθήνα
Η υπόθεση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για την Ελλάδα, καθώς ο διορισμός της Γκιλφόιλ είχε αντιμετωπιστεί ως ευκαιρία άμεσης επικοινωνίας με τον Λευκό Οίκο. Η στενή σχέση της με τον Τραμπ θεωρήθηκε ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πλεονέκτημα για την ελληνική διπλωματία, ιδίως σε ζητήματα αμυντικής συνεργασίας, ενέργειας και περιφερειακής ασφάλειας.
Η προσέγγιση αυτή συνέπεσε με την ενίσχυση του αμερικανικού ενδιαφέροντος για την Ελλάδα ως ενεργειακό κόμβο και πύλη διοχέτευσης LNG προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Παράλληλα, η Αθήνα επιδίωξε να ενισχύσει τη θέση της έναντι της Τουρκίας, σε μια περίοδο κατά την οποία ο Τραμπ διατηρεί προσωπικές σχέσεις με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Οι εξελίξεις γύρω από τη Γκιλφόιλ αναδεικνύουν, ωστόσο, τα όρια μιας διπλωματίας που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις προσωπικές επαφές. Η πρόσβαση σε έναν πρόεδρο μπορεί να διευκολύνει τις επικοινωνίες, δεν αποτελεί όμως εγγύηση για τη σταθερότητα των διμερών σχέσεων ούτε υποκαθιστά τους θεσμικούς διαύλους.
Η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει λόγο να παρέμβει στις εσωτερικές διαδικασίες των ΗΠΑ και είναι υποχρεωμένη να συνεργάζεται με τον εκάστοτε επικεφαλής της αμερικανικής πρεσβείας. Εφόσον, όμως, η Γκιλφόιλ χάσει την πολιτική της επιρροή στην Ουάσιγκτον ή απομακρυνθεί από τη θέση της, η Αθήνα θα πρέπει να προσαρμόσει αναλόγως τον τρόπο επικοινωνίας της με την αμερικανική διοίκηση.
Οι ενεργειακές και αμυντικές συμφωνίες δεν ανατρέπονται αυτομάτως εξαιτίας μιας προσωπικής υπόθεσης. Ωστόσο, η αβεβαιότητα γύρω από την πρέσβειρα μπορεί να επηρεάσει τις ισορροπίες μεταξύ των προσώπων που διαχειρίζονται τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, αλλά και τα δίκτυα επιχειρηματικών και πολιτικών επαφών που αναπτύχθηκαν το προηγούμενο διάστημα.
Το βασικό ερώτημα για την Αθήνα είναι εάν έχει διαμορφώσει επαρκείς θεσμικούς διαύλους με την Ουάσιγκτον ώστε να διατηρήσει τη συνεργασία σε σταθερή βάση, ανεξάρτητα από την τύχη ενός προσώπου. Η στρατηγική σημασία της Ελλάδας για τις ΗΠΑ παραμένει δεδομένη. Η πολιτική αξιοπιστία, όμως, των ανθρώπων που λειτουργούν ως σύνδεσμοι μεταξύ των δύο κυβερνήσεων δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητη.






