Στο Μικρό Χωριό, όπου έμενε τα τελευταία χρόνια, επειδή το ήθελε, έκανε την ίδια διαδρομή κάθε μέρα. Από το σπίτι, μέσα στα έλατα, στην πλατεία με τον πλάτανο. Ανάμεσα σε ήχους της φύσης και στην αυθυπαρξία του βουνού, σε ορεσίβιους και σ’ έναν χρόνο που μετράει αλλιώς.
Toυ Χρόνη Διαμαντόπουλου
Ήξερε από χιόνια και αυτοσχέδια ζεστασιά. Ο Διονύσης Χαριτόπουλος, ο Πειραιώτης. Ήξερε να διεισδύει στον κόσμο, έτσι όπως γιγαντωνόταν πέρα από το Βελούχι και την Καλιακούδα. Μίλαγε όπως έγραφε, όπως σωστά σημείωσε ένας συνάδελφος. Γεννιέσαι με αυτό, το καλλιεργείς. Περισσότερο ως παρατηρητής, όσο οι ώμοι σου ακουμπούν τους ώμους των ανθρώπων.
Έγινε αυτό που ήταν. Κάθε τόπος, κάθε ανθρωπογεωγραφία που τον περιείχε, ήταν συμβατή με το στίγμα του. Όλα συνδέονταν. Η γραμμή του ορίζοντα και ο κόπος των πρώτων χρόνων, η δική του γλώσσα με τη δωρικότητα, τα εύγλωττα μάτια και η μακραίωνη θητεία στα απλά της ζωής, η τέχνη της αγάπης και το μοναδικό σύμπαν που γέννησε.
Γι’ αυτό τα βιβλία του ήταν σαν όλα αυτά που ξεβράζει η ζωή όταν επιβάλλει τη σιωπή της. Πώς το κατάφερνε; Είχε βρει τον καλύτερο τρόπο να αντιμετωπίζει τον χρόνο που πρέπει να προηγείται πριν από κάθε κατάθεση. Ξεκούραζε το μέσα του με σοφία και αξιοπρέπεια. Δεν βιαζόταν.
«Με κάθε νέο βιβλίο, χάνω κι έναν έρωτα», έλεγε. Μια φράση που επαναλάμβανε συχνά. Δεν ήταν ανθεκτικός στις οδύνες. Κουβάλησε πολλή μοναξιά.
Μια φορά, μεσημέρι ήταν, πριν από πολλά χρόνια, τον είχα δει στην ανηφόρα της Πλουτάρχου. Όπως τον περιέγραφε η Μαλβίνα Κάραλη στα γραπτά της. Ένας μοναχικός λύκος. Μπορεί και έξω από τα νερά του. Έτσι ένιωσα.
Πρώτη φορά κατάλαβα, μέσα από αυτόν τον άνθρωπο, το αδιάκοπο που διαγράφουν δύο άνθρωποι που υπηρέτησαν τη σφοδρή επιθυμία.
Ένας συνομιλητής που μοιραζόταν το βίωμα. Και είναι ωραίο να σε απογειώνει κι εσένα ένα κομμάτι του πυρετού του.

Μετανιώνω που δεν κατάφερα να τον συναντήσω στα Άγραφα, όπως το λέγαμε. Αναβάλλουμε οι άνθρωποι και δεν ξέρω γιατί. Την είχα ονειρευτεί αυτή τη συνάντηση. Θα ήταν φθινόπωρο και τα γύρω χωριά θα γιόρταζαν ή τα κάστανα ή το τσίπουρο. Θα κάπνιζαν τα τζάκια, θα μύριζε ρετσίνι, θα ήταν κρύος και πυκνός ο αέρας.
Θα μιλούσαμε για ώρες. Δεν έγινε και το φέρω βαριά.
Έλεγε πάντα ότι θα ήθελε να «ξαναβρεθεί», μετά τον θάνατό του, στην αρχή των μεγάλων ταξιδιών, στην ακμή της πραγματικής ζωής, στον Πειραιά, δίπλα στα καράβια, εκεί όπου έπαιζε παιδί.
Δεν θα τον ξεχάσουμε.
- Η συνέντευξη στο Anatropinews:
- H συνέντευξη στο Libre:
Ο Διονύσης Χαριτόπουλος στο libre: Τι θα ψήφιζε σήμερα ο Άρης Βελουχιώτης – Libre
- Διονύσης Χαριτόπουλος / 50 Χρόνια, γραπτώς:
Διονύσης Χαριτόπουλος: 50 χρόνια γραπτώς – Η διαχρονική φωνή της λογοτεχνίας




