10 Οκτ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Spots
  • Από την καρμανιόλα στη θανατηφόρα ένεση: Η ιστορία της θανατικής ποινής στην Ελλάδα και τον κόσμο

Από την καρμανιόλα στη θανατηφόρα ένεση: Η ιστορία της θανατικής ποινής στην Ελλάδα και τον κόσμο

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Θανατική ποινή: Οι δημόσιες εκτελέσεις στην Ελλάδα και οι 2.707 θάνατοι του 2025

Το καλοκαίρι του 1925, χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στη Μαλακάσα για να παρακολουθήσουν την εκτέλεση ενός 24χρονου καταδικασμένου για ληστεία και φόνο. Άνθρωποι κάθε ηλικίας είχαν φτάσει από την προηγούμενη ημέρα, εξασφαλίζοντας θέσεις με θέα στο σημείο όπου θα εκτελούνταν η θανατική ποινή. Για πολλούς, ήταν ένα δημόσιο θέαμα που δεν έπρεπε να χάσουν. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, η εικόνα αυτή μοιάζει να ανήκει σε μια άλλη εποχή. Ωστόσο, η ίδια η πρακτική της εκτέλεσης ανθρώπων από το κράτος παραμένει πραγματικότητα σε δεκάδες χώρες.

Η ιστορία της θανατικής ποινής στην Ελλάδα είναι μια διαδρομή από τη δημόσια καρατόμηση με την καρμανιόλα, που έφτασε στη χώρα επί Όθωνα, μέχρι τον τουφεκισμό και την οριστική κατάργηση της ποινής το 1993. Είναι, παράλληλα, η ιστορία μιας κοινωνίας που άλλοτε αντιμετώπιζε τις εκτελέσεις ως μέσο παραδειγματισμού και άλλοτε άρχισε να αμφισβητεί τόσο τη σκοπιμότητα όσο και την ηθική τους νομιμοποίηση.

Η σημερινή πραγματικότητα δείχνει ότι η εγκατάλειψη της θανατικής ποινής δεν αποτελεί παγκόσμια κατάκτηση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για το 2025, καταγράφηκαν τουλάχιστον 2.707 εκτελέσεις σε 17 χώρες, αριθμός αυξημένος κατά 78% σε σύγκριση με τις 1.518 του 2024. Στην καταγραφή δεν περιλαμβάνονται οι χιλιάδες εκτελέσεις που εκτιμάται ότι πραγματοποιούνται στην Κίνα, όπου τα επίσημα στοιχεία δεν δημοσιοποιούνται.

Η θανατική ποινή και οι δημόσιες αντιδράσεις στην επιβολή της παραμένουν ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα της σύγχρονης δικαιοσύνης. Η συζήτηση δεν αφορά μόνο το δικαίωμα του κράτους να αφαιρεί τη ζωή ενός καταδικασμένου, αλλά και το ενδεχόμενο δικαστικών πλανών, τις συνθήκες των εκτελέσεων και τον βαθμό στον οποίο η ποινή λειτουργεί πράγματι αποτρεπτικά.

Από τη Μαλακάσα στο Παλαμήδι: Το δημόσιο θέαμα του θανάτου

Στις αρχές Ιουλίου του 1925, η περιοχή του Αγίου Μερκουρίου, στη Μαλακάσα Αττικής, μετατράπηκε σε ένα αυτοσχέδιο υπαίθριο θέατρο. Χιλιάδες άνθρωποι κατέλαβαν την πλαγιά από την οποία μπορούσαν να παρακολουθήσουν την εκτέλεση του Τηλέμαχου (Μάκη) Μπασιάκου, 24 ετών, ο οποίος είχε καταδικαστεί για τη ληστεία και τη δολοφονία του 40χρονου εμπόρου Παναγιώτη Μωραΐτη.

Η δημόσια εκτέλεση αποτελούσε τότε μέρος της ποινικής πρακτικής του κράτους. Ο στόχος ήταν ο παραδειγματισμός: η τιμωρία του καταδικασμένου έπρεπε να λειτουργεί ως προειδοποίηση προς τους υπόλοιπους. Η παρουσία του πλήθους, ωστόσο, αποκάλυπτε και μια άλλη διάσταση. Για πολλούς θεατές, η εκτέλεση αποτελούσε ένα μακάβριο δημόσιο γεγονός, με την προσέλευση να θυμίζει περισσότερο γιορτή παρά πένθιμη τελετή.

Η συμπεριφορά αυτή δεν εμφανίστηκε ξαφνικά στον Μεσοπόλεμο. Οι δημόσιες εκτελέσεις είχαν μακρά ιστορία στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μετά την εγκαθίδρυση της μοναρχίας του Όθωνα. Τότε, η θανατική ποινή συνδέθηκε με τη χρήση της λαιμητόμου, ενός μηχανισμού που το ελληνικό κράτος εισήγαγε από τη Γαλλία.

Η καρμανιόλα, όπως επικράτησε να αποκαλείται στα ελληνικά, χρησιμοποιήθηκε επί δεκαετίες ως το βασικό μέσο εκτέλεσης. Η παρουσία της αποτελούσε μέρος της δημόσιας εικόνας της δικαιοσύνης, ενώ οι εκτελέσεις προγραμματίζονταν με τρόπο που επέτρεπε τη συγκέντρωση θεατών.

Η μαζική προσέλευση στη Μαλακάσα το 1925 αναζωπύρωσε τον προβληματισμό για τον δημόσιο χαρακτήρα της θανατικής ποινής. Η εκτέλεση ενός ανθρώπου δεν ήταν μόνο η ολοκλήρωση μιας δικαστικής απόφασης, αλλά και ένα θέαμα που μπορούσε να καλλιεργήσει την εξοικείωση του κοινού με τη βίαιη αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής.

Η σκέψη αυτή παραπέμπει και στον Τόμας Χομπς, ο οποίος, τον 17ο αιώνα, διατύπωσε την αντίληψη ότι ο άνθρωπος μπορεί να γίνει ο χειρότερος εχθρός του συνανθρώπου του. Η ιστορία της θανατικής ποινής προσφέρει πολλές αφορμές για να εξεταστεί αυτή η σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Η «φοβερή μηχανή» του Παλαμηδιού και οι δήμιοι του Μπούρτζι

Η καρμανιόλα είχε μόνιμη θέση στις φυλακές του Παλαμηδιού στο Ναύπλιο. Στο κοντινό Μπούρτζι διέμεναν οι δήμιοι, απομονωμένοι από την υπόλοιπη κοινωνία και υπό στρατιωτική επιτήρηση.

Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, στο διήγημά του «Αι φυλακαί του Ναυπλίου», περιγράφει με γλαφυρό τρόπο την παρουσία των δημίων και τη σχέση τους με τους κρατουμένους. Η κοινωνία τούς αντιμετώπιζε ως πρόσωπα στιγματισμένα, παρά το γεγονός ότι εκτελούσαν μια υπηρεσία που είχε αναθέσει το ίδιο το κράτος.

Η άφιξη της λαιμητόμου στην Ελλάδα συνοδεύτηκε από δύο Γάλλους δημίους, οι οποίοι είχαν αναλάβει να εκπαιδεύσουν τους Έλληνες στον χειρισμό της. Η συμφωνία προέβλεπε ότι θα παρέμεναν στη χώρα για όσο διάστημα χρειαζόταν, ώστε να μεταφέρουν την τεχνογνωσία τους.

Η κοινωνική εχθρότητα, όμως, έκανε τη θέση τους επικίνδυνη. Σύμφωνα με τις ιστορικές περιγραφές της εποχής, δέχονταν προπηλακισμούς και επιθέσεις. Ο Γάλλος περιηγητής Εντμόντ Αμπού καταγράφει την απομόνωση των ανθρώπων που αναλάμβαναν το έργο της εκτέλεσης, περιγράφοντας μια κοινωνία που απαιτούσε την εφαρμογή της θανατικής ποινής, αλλά απέρριπτε εκείνους που την εκτελούσαν.

Η λύση που επιλέχθηκε ήταν να αναλαμβάνουν χρέη δημίου κατάδικοι με βαριές ποινές, οι οποίοι στρατολογούνταν από τις φυλακές. Η απόφαση αυτή δημιουργούσε μια παράδοξη σχέση ανάμεσα στους μελλοθάνατους και σε εκείνους που αναλάμβαναν να εκτελέσουν την ποινή.

Η λαιμητόμος δεν βρισκόταν μόνο στο Ναύπλιο. Υπήρχε και δεύτερη, κινητή κατασκευή, η οποία αποσυναρμολογούνταν, μεταφερόταν και συναρμολογούνταν σε άλλες περιοχές της χώρας. Ο στόχος ήταν η εκτέλεση να πραγματοποιείται κοντά στον τόπο όπου είχε διαπραχθεί το έγκλημα, ώστε ο παραδειγματισμός να είναι πιο άμεσος.

Στην Αθήνα, η λαιμητόμος στηνονόταν κοντά στο σπήλαιο των Νυμφών. Ο Αμπού περιγράφει το ικρίωμα ως μια κατασκευή που έφερνε τους θεατές σε άμεση οπτική επαφή με την εκτέλεση, εντείνοντας την αίσθηση συμμετοχής τους στο γεγονός.

Η μεταφορά της καρμανιόλας στις διάφορες περιοχές απαιτούσε ειδική οργάνωση. Τον Νοέμβριο του 1887, το πολεμικό ατμόπλοιο «Ευρώτας» απέπλευσε από τον Πειραιά μεταφέροντας τα εξαρτήματα της κινητής λαιμητόμου. Πρώτος σταθμός ήταν το Ναύπλιο, όπου επιβιβάστηκε ο δήμιος, και στη συνέχεια το πλοίο κατευθύνθηκε προς τον Βόλο, την Καλαμάτα, την Ιτέα, την Κέρκυρα και το Ληξούρι της Κεφαλονιάς. Σε αυτές τις περιοχές είχαν προγραμματιστεί εννέα εκτελέσεις από τις συνολικά 50 που αναφέρονται για εκείνη τη χρονιά.

Από τη λαιμητόμο στον τουφεκισμό

Η καρατόμηση παρέμεινε σε χρήση μέχρι το 1913, όταν καταργήθηκε οριστικά και αντικαταστάθηκε από τον τουφεκισμό. Η αλλαγή παρουσιάστηκε ως μετάβαση σε μια λιγότερο αποτρόπαιη μέθοδο, χωρίς, βεβαίως, να αλλάζει η ουσία της ποινής: το κράτος εξακολουθούσε να αφαιρεί τη ζωή του καταδικασμένου.

Η θανατική ποινή προβλεπόταν ήδη από την πρώτη ποινική νομοθεσία του ελληνικού κράτους, το «Απάνθισμα των Εγκληματικών», που θεσπίστηκε στις 17 Απριλίου 1823, κατά τη Β΄ Εθνοσυνέλευση στο Άστρος. Αφορούσε σοβαρά εγκλήματα, όπως ο φόνος εκ προμελέτης, η ληστεία μετά φόνου και η προδοσία.

Παρά τη βία της περιόδου, οι αιτήσεις χάριτος ήταν συχνές και αρκετές γίνονταν δεκτές. Η πρώτη περίοδος εφαρμογής της ποινής χαρακτηρίστηκε από περιορισμένο αριθμό εκτελέσεων, μέχρι το φθινόπωρο του 1830, όταν πραγματοποιήθηκαν τρεις μέσα σε διάστημα περίπου ενός μήνα.

Στις 15 Οκτωβρίου 1830, ο 25χρονος Γεώργιος Λεμονής εκτελέστηκε στη Σκόπελο, αφού είχε καταδικαστεί για τριπλή ανθρωποκτονία και κλοπή. Δέκα ημέρες αργότερα εκτελέστηκε στα Σάλωνα, τη σημερινή Άμφισσα, ο Δημήτριος Κολοκυθόπουλος, που είχε κριθεί ένοχος για ληστεία μετά φόνου. Στις 17 Νοεμβρίου ακολούθησε η εκτέλεση του ναύτη Δημητρίου Κασιμάκου στην Καλαμάτα, για ληστεία μετά φόνου τριών επιβαινόντων σε πλοίο.

Οι περιγραφές της εποχής καταγράφουν μια αυστηρά οργανωμένη τελετουργία. Ο μελλοθάνατος παρέμενε υπό φρούρηση, συχνά περνούσε τις τελευταίες ώρες του με ιερέα και οδηγούνταν στον τόπο της εκτέλεσης ενώ οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα.

Στην περίπτωση του Κολοκυθόπουλου, σύμφωνα με δημοσίευμα του νομικού περιοδικού «Θέμις» το 1891, ο κατάδικος πέρασε τη νύχτα στον ναό του Αγίου Γεωργίου Καλαμάτας, προσευχόμενος και εξομολογούμενος. Την επόμενη ημέρα οδηγήθηκε στον χώρο της παλαιάς Μητρόπολης και των παλαιών μνημάτων, όπου εκτελέστηκε από τρεις στρατιώτες, οι οποίοι πυροβόλησαν στο κεφάλι.

Η δημόσια εκτέλεση παρέμενε, επομένως, μια διαδικασία με ισχυρό συμβολικό περιεχόμενο. Συνδύαζε τη δικαστική εξουσία, τη θρησκευτική τελετουργία και τη δημόσια έκθεση του θανάτου.

Ο Όθωνας και η εγκατάσταση της καρμανιόλας στην Ελλάδα

Με την εγκατάσταση του Όθωνα στην Ελλάδα, η λαιμητόμος εντάχθηκε επισήμως στο ποινικό σύστημα της χώρας. Η σχετική νομοθεσία προέβλεπε ότι ο καταδικασμένος σε θάνατο θα αποκεφαλιζόταν με τη συγκεκριμένη μέθοδο, ενώ η ταφή του θα γινόταν χωρίς δημόσια πομπή.

Η πρόβλεψη αυτή αποκαλύπτει μια χαρακτηριστική αντίφαση: η εκτέλεση μπορούσε να είναι δημόσια και να προσελκύει πλήθος θεατών, αλλά η διαχείριση του νεκρού έπρεπε να γίνεται με απόλυτη ησυχία.

Η σταθερή λαιμητόμος εγκαταστάθηκε στο «Αλωνάκι», έξω από τα ανατολικά τείχη του Ναυπλίου, στους πρόποδες του Παλαμηδιού. Εκεί εκτελέστηκαν το 1898 οι δύο άνδρες που είχαν επιχειρήσει να δολοφονήσουν τον βασιλιά Γεώργιο Α΄.

Η μετάβαση στον τουφεκισμό το 1913 δεν σήμανε το τέλος του δημόσιου χαρακτήρα των εκτελέσεων. Ο τόπος και ο χρόνος εξακολουθούσαν να ανακοινώνονται και τα πλήθη συγκεντρώνονταν από νωρίς. Κάποιοι επευφημούσαν, ανάλογα με το έγκλημα για το οποίο είχε καταδικαστεί ο μελλοθάνατος, ενώ άλλοι παρακολουθούσαν σιωπηλοί.

Οι εκτελέσεις είχαν αρχίσει να αντιμετωπίζονται από ορισμένους επιστήμονες ως πρακτική που μπορούσε να οδηγήσει σε εξοικείωση με τη βία. Αντί να λειτουργεί αποκλειστικά αποτρεπτικά, το δημόσιο θέαμα ενδεχομένως να μετέτρεπε την αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής σε επαναλαμβανόμενο γεγονός, ενταγμένο στην καθημερινότητα.

Το τέλος των δημόσιων εκτελέσεων και η κατάργηση της θανατικής ποινής

Το 1931, με τον νόμο 5060, καταργήθηκε ο δημόσιος χαρακτήρας των εκτελέσεων. Η θανατική ποινή εξακολουθούσε να εφαρμόζεται με τουφεκισμό, αλλά πλέον σε περίκλειστο και ειδικά διαμορφωμένο χώρο των σωφρονιστικών καταστημάτων, παρουσία δικαστικής αρχής, ιερέα και γιατρού.

Η αλλαγή περιόρισε την έκθεση του θανάτου σε δημόσιο θέαμα, χωρίς να καταργεί την ίδια την ποινή. Η τελευταία εκτέλεση στην Ελλάδα για κοινό ποινικό αδίκημα πραγματοποιήθηκε στις 25 Αυγούστου 1972, όταν ο Βασίλης Λυμπέρης εκτελέστηκε στο πεδίο βολής της ΣΕΑΠ, στα Δύο Αοράκια Ηρακλείου.

Ο Λυμπέρης είχε καταδικαστεί για τον εμπρησμό του σπιτιού της εν διαστάσει συζύγου του στο Χαλάνδρι, όπου έχασαν τη ζωή τους η σύζυγός του, η πεθερά του και τα δύο μικρά παιδιά του.

Η υπόθεσή του έμεινε στην ιστορία ως η τελευταία εφαρμογή της θανατικής ποινής στην Ελλάδα για κοινό ποινικό αδίκημα. Παρότι η ποινή εξακολούθησε να προβλέπεται από τη νομοθεσία για αρκετά χρόνια, δεν πραγματοποιήθηκε άλλη εκτέλεση.

Η Ελλάδα κατάργησε τη θανατική ποινή για τα εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου το 1993, επί κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου και υπουργίας του Γεωργίου Κουβελάκη. Το 2001 κατοχυρώθηκε συνταγματικά η κατάργησή της, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται από το διεθνές δίκαιο για εγκλήματα που τελούνται σε καιρό πολέμου.

Η τελευταία εκτέλεση στην Ελλάδα, το 1972, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία αναφοράς στην ιστορία της ελληνικής δικαιοσύνης και της σταδιακής εγκατάλειψης της εσχάτης των ποινών.

Οι τελευταίες εκτελέσεις στην Ελλάδα: Σταυρούλα Γκουβούση και Βασίλης Λυμπέρης

Στην ιστορία της θανατικής ποινής στην Ελλάδα καταγράφονται δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικές περιπτώσεις από την περίοδο μετά τον πόλεμο.

Η Σταυρούλα Γκουβούση, 62 ετών, εκτελέστηκε στις 26 Αυγούστου 1960, στο Ναύπλιο, αφού είχε καταδικαστεί για τη δολοφονία της εγκύου νύφης της στο Λεωνίδιο Αρκαδίας. Ήταν η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε σε καιρό ειρήνης στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις ιστορικές καταγραφές.

Δώδεκα χρόνια αργότερα, ο Βασίλης Λυμπέρης έγινε ο τελευταίος άνθρωπος που εκτελέστηκε στη χώρα για κοινό ποινικό αδίκημα. Η εκτέλεσή του, στις 25 Αυγούστου 1972, πραγματοποιήθηκε με τουφεκισμό στο Ηράκλειο.

Οι δύο περιπτώσεις καταδεικνύουν ότι η θανατική ποινή παρέμενε ενεργό εργαλείο του ελληνικού ποινικού συστήματος μέχρι τη δεκαετία του 1970. Η κατάργησή της ήρθε αρκετά αργότερα, καθώς η θεσμική αλλαγή απαιτούσε πολιτική απόφαση και μεταβολή της αντίληψης για τον ρόλο της τιμωρίας.

Η θανατική ποινή σήμερα: 2.707 εκτελέσεις μέσα σε έναν χρόνο

Η κατάργηση της θανατικής ποινής στην Ελλάδα και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες δεν σημαίνει ότι η πρακτική έχει εξαφανιστεί από τον κόσμο. Τα στοιχεία της Διεθνούς Αμνηστίας για το 2025 καταγράφουν σημαντική αύξηση των εκτελέσεων, επαναφέροντας τη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα και τη νομιμοποίησή της.

Σύμφωνα με την έκθεση, οι 2.707 καταγεγραμμένες εκτελέσεις σε 17 χώρες το 2025 συνιστούν αύξηση 78% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ο πραγματικός αριθμός εκτιμάται ότι είναι μεγαλύτερος, καθώς η Κίνα δεν δημοσιοποιεί επίσημα στοιχεία και θεωρείται ότι πραγματοποιεί χιλιάδες εκτελέσεις.

Το Ιράν καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση με 2.159 εκτελέσεις, ακολουθούμενο από τη Σαουδική Αραβία με 356, την Υεμένη με 51 και τις Ηνωμένες Πολιτείες με 47. Οι αριθμοί αυτοί αφορούν τις καταγεγραμμένες εκτελέσεις και όχι το σύνολο των ανθρώπων που έχουν καταδικαστεί σε θάνατο.

Παράλληλα, σε 48 χώρες καταγράφηκαν τουλάχιστον 2.334 νέες θανατικές καταδίκες. Περισσότεροι από 25.500 άνθρωποι παραμένουν στις πτέρυγες των μελλοθανάτων, περιμένοντας την εκτέλεση της ποινής τους.

Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι η θανατική ποινή εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εργαλείο τιμωρίας σε ορισμένα κράτη, παρά τις διεθνείς πιέσεις για την κατάργησή της.

Από τη λαιμητόμο στη θανατηφόρα ένεση: Άλλαξαν οι μέθοδοι, όχι το ερώτημα

Η ιστορική εξέλιξη της θανατικής ποινής συνοδεύτηκε από την αλλαγή των μεθόδων εκτέλεσης. Η λαιμητόμος έδωσε τη θέση της στον τουφεκισμό, ενώ σε ορισμένες χώρες χρησιμοποιούνται σήμερα η ηλεκτρική καρέκλα, οι θανατηφόρες ενέσεις και άλλες μέθοδοι.

Η τεχνολογική εξέλιξη, ωστόσο, δεν εξάλειψε τα προβλήματα. Οι αποτυχημένες εκτελέσεις, οι καθυστερήσεις και οι περιπτώσεις στις οποίες η διαδικασία προκαλεί παρατεταμένο πόνο έχουν επαναφέρει το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να υπάρξει πραγματικά ανώδυνη εκτέλεση.

Πρόσφατες υποθέσεις στις ΗΠΑ έχουν αναδείξει τις δυσκολίες που συνοδεύουν ακόμη και τις μεθόδους οι οποίες παρουσιάζονται ως περισσότερο ελεγχόμενες. Η χρήση θανατηφόρων ενέσεων, για παράδειγμα, έχει προκαλέσει αντιδράσεις εξαιτίας αποτυχιών και αμφισβητήσεων σχετικά με τα πρωτόκολλα που εφαρμόζονται.

Η συζήτηση για τις αποτυχημένες εκτελέσεις και τις σύγχρονες μεθόδους θανάτωσης αποκαλύπτει ότι η τεχνολογική πρόοδος δεν απαντά από μόνη της στα ηθικά και νομικά ζητήματα της θανατικής ποινής.

Η διαμάχη αφορά επίσης το ενδεχόμενο δικαστικής πλάνης. Μια εκτέλεση είναι μη αναστρέψιμη και, αν αποδειχθεί ότι η καταδίκη ήταν λανθασμένη, δεν υπάρχει δυνατότητα αποκατάστασης της ζωής του ανθρώπου που θανατώθηκε.

Το επιχείρημα της αποτροπής παραμένει στο επίκεντρο της συζήτησης. Οι υποστηρικτές της θανατικής ποινής θεωρούν ότι η αυστηρότερη δυνατή τιμωρία μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα. Οι επικριτές της αμφισβητούν την αποτελεσματικότητά της και επισημαίνουν ότι η ύπαρξή της δεν εξαλείφει τις κοινωνικές αιτίες της εγκληματικότητας.

Η ιστορία της Ελλάδας δείχνει ότι μια πρακτική που κάποτε παρουσιαζόταν ως αναγκαία για την απονομή της δικαιοσύνης μπορεί να εγκαταλειφθεί και να καταργηθεί θεσμικά. Η εικόνα των χιλιάδων θεατών στη Μαλακάσα το 1925 απέχει πολύ από τη σημερινή αντίληψη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την προστασία της ζωής.

Το ερώτημα, όμως, παραμένει ανοιχτό σε διεθνές επίπεδο: μπορεί ένα κράτος να υπερασπίζεται το δικαίωμα στη ζωή και ταυτόχρονα να διατηρεί το δικαίωμα να την αφαιρεί ως τιμωρία; Και αν η δικαιοσύνη αποσκοπεί στην προστασία της κοινωνίας, ποια είναι η θέση μιας ποινής που δεν επιτρέπει καμία επανόρθωση όταν αποδειχθεί ότι ήταν άδικη;

Δείτε επίσης