Μια ποδοσφαιρική ομάδα μπορεί να καθορίζει την καθημερινότητα, να διαμορφώνει φιλίες και να προσφέρει στους ανθρώπους την αίσθηση ότι ανήκουν σε μια κοινότητα.
Μπορεί, όμως, να συνδέεται και με την κοινωνική αδικία, τον αποκλεισμό, τον φανατισμό και τη βία. Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την ίδρυση του ΠΑΟΚ, ένα διεθνές επιστημονικό συνέδριο στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης εξετάζει τη σχέση ποδοσφαίρου και κοινωνίας, ενώ μια έκθεση του 1940 επαναφέρει στο προσκήνιο προβλήματα που εξακολουθούν να ταλαιπωρούν το ελληνικό ποδόσφαιρο.
Από την ανθρωπολογία της κερκίδας μέχρι την ιστορία του αθλητισμού, το ερώτημα παραμένει επίκαιρο: τι σημαίνει να είσαι οπαδός μιας ομάδας και πώς αυτή η ταυτότητα επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου, την πόλη σου και τους άλλους;
Το διεθνές συνέδριο «100 χρόνια ΠΑΟΚ: Ποδόσφαιρο και Κοινωνία», που διοργανώνει η ΠΑΕ ΠΑΟΚ και πραγματοποιείται έως τις 11 Οκτωβρίου στην Αίθουσα Τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, επιχειρεί να δώσει απαντήσεις. Η είσοδος είναι ελεύθερη. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι οπαδικές κοινότητες, η συλλογική μνήμη, οι κοινωνικές αναφορές του ΠΑΟΚ και οι αντιφάσεις ενός αθλήματος που αποτελεί ταυτόχρονα ψυχαγωγία, κοινωνικό δεσμό και πεδίο συγκρούσεων.
Η επέτειος των εκατό χρόνων έχει ήδη κινητοποιήσει χιλιάδες φιλάθλους στη Θεσσαλονίκη, όπως φάνηκε και από τους εορτασμούς στην Αριστοτέλους. Η συλλογική ταυτότητα των οπαδών του ΠΑΟΚ αποτυπώνει μια σχέση που υπερβαίνει τα αποτελέσματα των αγώνων και συνδέεται με τις οικογενειακές αναμνήσεις, τις κοινωνικές σχέσεις και την ιστορία της πόλης.
Ο ΠΑΟΚ ως καθημερινό βίωμα και συλλογική ταυτότητα
Για τον Δημήτρη Καταϊφτσή, διδάσκοντα Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στις αγωνιστικές επιδόσεις, στους τίτλους ή στην εμπορική διάσταση του συλλόγου. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο ο ΠΑΟΚ ενσωματώνεται στην καθημερινότητα των ανθρώπων και αποκτά προσωπικό νόημα.
«Με ενδιαφέρει πώς ο ΠΑΟΚ, σαν ιδέα, σαν θρησκεία για πολλούς, γίνεται βίωμα. Και όχι μόνο οπαδικό βίωμα, αλλά βίωμα στην καθημερινότητά τους. Πώς η τηλεοπτική θέαση ή η παρουσία στο γήπεδο γίνεται μια τελετουργία», εξηγεί, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Για πολλούς φιλάθλους, ο αγώνας αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς στην εβδομάδα. Οι συναντήσεις με φίλους, οι οικογενειακές συνήθειες και ο προγραμματισμός της καθημερινότητας προσαρμόζονται στην ώρα της αναμέτρησης. Η νίκη προκαλεί κοινή χαρά, η ήττα γίνεται αφορμή για απογοήτευση και συζητήσεις, ενώ η αναμονή του επόμενου αγώνα συντηρεί τη συναισθηματική σύνδεση.
Αυτή η σχέση, ωστόσο, δεν είναι ίδια για όλους. Ο τόπος κατοικίας, η κοινωνική προέλευση, η γειτονιά και η εποχή διαμορφώνουν διαφορετικές εμπειρίες. Ένας φίλαθλος που ζει στο εξωτερικό μπορεί να βιώνει τον ΠΑΟΚ ως σύνδεσμο με την Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη. Για κάποιον που μεγαλώνει σε μια εργατική συνοικία της δυτικής Θεσσαλονίκης, η ομάδα μπορεί να αποτελεί μέρος της τοπικής κοινωνικής ζωής. Για έναν οπαδό που κατοικεί στην Αθήνα, μπορεί να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς σε ένα διαφορετικό περιβάλλον.
Η οπαδική ταυτότητα, επομένως, δεν είναι στατική. Μεταβάλλεται μαζί με τις κοινωνικές συνθήκες και τις προσωπικές διαδρομές.
Ο Καταϊφτσής επιμένει στην ανάγκη να μελετώνται οι οπαδοί μέσα από τις δικές τους εμπειρίες και όχι με βάση προκατασκευασμένες αντιλήψεις. Όπως σημειώνει, η έρευνα δεν πρέπει να περιορίζεται σε γενικές ερμηνείες του αθλητισμού, αλλά να εξετάζει τι σημαίνει για έναν άνθρωπο να αισθάνεται ενταγμένος σε μια κοινότητα.
«Οι οπαδοί δεν είναι υποκουλτούρες. Είναι ξεχωριστές κουλτούρες, που οφείλουμε να κατανοήσουμε χωρίς να θεωρούμε ότι εμείς ανήκουμε σε μια ανώτερη και οι οπαδοί σε μια κατώτερη κουλτούρα», τονίζει.
Η Θεσσαλονίκη, το αίσθημα αδικίας και η αλλαγή της οπαδικής ταυτότητας
Η ιστορία του ΠΑΟΚ συνδέεται στενά με την κοινωνική και ιστορική διαδρομή της Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με τον Καταϊφτσή, το αίσθημα αδικίας, η εμπειρία της ήττας και η αντίληψη ότι η Βόρεια Ελλάδα βρίσκεται στο περιθώριο της κεντρικής εξουσίας αποτέλεσαν στοιχεία που επηρέασαν τη διαμόρφωση της οπαδικής ταυτότητας.
Η σχέση με την ομάδα δεν αφορά, συνεπώς, μόνο όσα συμβαίνουν στο γήπεδο. Συνδέεται και με τον τρόπο με τον οποίο οι φίλαθλοι αντιλαμβάνονται τη θέση της πόλης τους στην Ελλάδα.
«Η κουλτούρα της ήττας, της αδικίας και της απομόνωσης δημιούργησε και το συναίσθημα της ανάγκης να βγούμε με κάποιον τρόπο από αυτή τη μιζέρια. Δεν αφορά μόνο το να είσαι μια ομάδα, αλλά και το πώς βιώνεις ότι ανήκεις σε μια συγκεκριμένη περιοχή», σημειώνει.
Η μετάβαση του ΠΑΟΚ σε μια εποχή μεγαλύτερων αγωνιστικών επιτυχιών και πρωταθλητισμού επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο οι φίλαθλοι αντιλαμβάνονται πλέον τον εαυτό τους. Όταν αλλάζουν οι συνθήκες, μεταβάλλεται και το νόημα που αποδίδεται στην οπαδική ταυτότητα.
Το ερώτημα που τίθεται είναι πώς μπορεί μια κοινότητα να διατηρήσει τη συλλογική μνήμη και τους δεσμούς της χωρίς να εξαρτά την ταυτότητά της από την αντιπαράθεση με άλλες ομάδες ή από την αίσθηση της διαρκούς αδικίας.
Η κερκίδα ως τελετουργία: Πέρα από τη βία και τον σεξισμό
Η καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Φωτεινή Τσιμπιρίδου προσεγγίζει το οπαδικό φαινόμενο μέσα από τις τελετουργίες της κερκίδας, τα συνθήματα και τις συλλογικές εκδηλώσεις πίστης προς την ομάδα.
Για την ίδια, αυτές οι πρακτικές μπορούν να βοηθήσουν τους ανθρώπους να διαχειριστούν δυσκολίες, να ενισχύσουν τους κοινωνικούς δεσμούς τους και να δημιουργήσουν θετικά συναισθήματα.
«Υπάρχει ένα σύνθημα που λέει “ο ΠΑΟΚ είναι θρησκεία”. Κάθε θρησκεία χρειάζεται τις τελετουργίες της, οι οποίες λειτουργούν και θεραπευτικά, γιατί θεραπεύουν τραύματα», αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Το γήπεδο, όπως και οι μικρές τελετουργίες στις γειτονιές, προσφέρει έναν χώρο συλλογικής συμμετοχής. Η κοινή φωνή, τα συνθήματα, οι κινήσεις και η αγωνία της αναμέτρησης δημιουργούν μια εμπειρία που δύσκολα εξηγείται μόνο με όρους αθλητικού θεάματος.
Η προσέγγιση αυτή δεν παραβλέπει τις σκοτεινές πλευρές της οπαδικής κουλτούρας. Η βία, ο σεξισμός και η υποτίμηση του αντιπάλου αποτελούν υπαρκτά προβλήματα. Η Τσιμπιρίδου, ωστόσο, επισημαίνει ότι η έρευνα πρέπει να εξετάζει και τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι επιλέγουν να βρίσκονται στην κερκίδα, χωρίς να τους ταυτίζει αποκλειστικά με τις επιθετικές συμπεριφορές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρουσία γυναικών και κοριτσιών στα γήπεδα, σε ένα περιβάλλον όπου συχνά αναπαράγονται σεξιστικές εκφράσεις και πρακτικές. Η συμμετοχή τους αναδεικνύει την πολυπλοκότητα των οπαδικών κοινοτήτων και την ανάγκη να κατανοηθούν οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι συνδέονται με μια ομάδα.
Η κερκίδα μπορεί να συνδυάζει την αντιπαράθεση με την αλληλεγγύη, την επιθετικότητα με τη συντροφικότητα και τον ανταγωνισμό με την ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει κάπου. Για να γίνει κατανοητό αυτό το πλέγμα σχέσεων, χρειάζεται να ακουστούν οι ίδιοι οι φίλαθλοι και να εξεταστούν τα βιώματά τους.
Μια έκθεση του 1940 περιγράφει τα προβλήματα του ελληνικού ποδοσφαίρου
Η κοινωνική διάσταση του αθλητισμού συνδέεται άμεσα με τη θεσμική και ιστορική του εξέλιξη. Αυτό αναδεικνύει η εισήγηση του αναπληρωτή καθηγητή Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Στράτου Δορδανά, ο οποίος εντόπισε στο Αρχείο Μεταξά, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στην Αθήνα, μια έκθεση του Ιουνίου του 1940 για την κατάσταση του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Η έκθεση συντάχθηκε από τον Νικόλαο Μπαλτατζή-Μαυροκορδάτο, άνθρωπο του αθλητισμού που ανέλαβε να καταγράψει τα προβλήματα του ελληνικού ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου και να προτείνει μέτρα για την αναδιάρθρωση, την εξυγίανση και τον εκσυγχρονισμό του.
Το κείμενο προοριζόταν για την Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων, της οποίας πρόεδρος ήταν τότε ο διάδοχος Παύλος. Ο τίτλος της εισήγησης του Δορδανά, «Το εθνικόν μας ποδόσφαιρον εις την σημερινήν του κακοδαιμονίαν – Προτάσεις διά τη βελτίωσιν του ποδοσφαίρου… από το μακρινό παρελθόν», αποτυπώνει το βασικό συμπέρασμα της ιστορικής έρευνας.
«Από το 1940 μέχρι το 2026 δεν άλλαξαν πολλά πράγματα», σημειώνει ο καθηγητής, εντοπίζοντας στην έκθεση διαπιστώσεις που παραμένουν επίκαιρες.
Ο παραγοντισμός και η διαπλοκή στην «καρδιά του κακού»
Σύμφωνα με τον Δορδανά, ένα από τα βασικά προβλήματα που καταγράφει η έκθεση είναι ο παραγοντισμός και η εμπλοκή προσώπων που χρησιμοποιούν το ποδόσφαιρο για να εξυπηρετήσουν προσωπικές, πολιτικές ή οικονομικές επιδιώξεις.
Η έκθεση περιγράφει ένα περιβάλλον στο οποίο ορισμένοι παράγοντες αντιμετωπίζουν τον αθλητισμό ως μέσο απόκτησης πολιτικής επιρροής ή οικονομικού οφέλους. Ο ιστορικός εντοπίζει σε αυτές τις αναφορές ομοιότητες με παθογένειες του σημερινού ελληνικού ποδοσφαίρου.
«Η έκθεση του Μπαλτατζή-Μαυροκορδάτου κάνει λόγο για την καρδιά του κακού. Επισημαίνει ότι τα περισσότερα δεινά του ελληνικού ποδοσφαίρου προέρχονται από τον παραγοντισμό, από την κακοδαιμονία των Ελλήνων παραγόντων», αναφέρει.
Η ιστορική συνέχεια δεν σημαίνει ότι το ποδόσφαιρο του 1940 και το σημερινό λειτουργούν με τους ίδιους όρους. Οι οικονομικές συνθήκες, η επαγγελματοποίηση, η τηλεοπτική αγορά και η διεθνοποίηση του αθλήματος έχουν αλλάξει ριζικά. Ωστόσο, η επαναλαμβανόμενη κριτική για τη λειτουργία των διοικήσεων και τη σχέση ποδοσφαίρου και εξουσίας δείχνει ότι ορισμένα θεσμικά προβλήματα έχουν βαθιές ρίζες.
Από τις εκδρομές των φιλάθλων στις δολοφονίες για οπαδικούς λόγους
Η έκθεση του 1940 περιγράφει και μια διαφορετική εικόνα της οπαδικής ζωής. Οι φίλαθλοι ταξίδευαν εκατοντάδες χιλιόμετρα για να παρακολουθήσουν την ομάδα τους εκτός έδρας. Οι μετακινήσεις αυτές θεωρούνταν θετικές, καθώς ενίσχυαν την οικονομική δραστηριότητα στις πόλεις και στις περιοχές που φιλοξενούσαν αγώνες, με οφέλη για τις μεταφορές, την εστίαση και τον αθλητικό Τύπο.
Παράλληλα, το κείμενο σημείωνε ότι οι ποινικά κολάσιμες πράξεις από μέλη του ποδοσφαιρικού κόσμου ήταν σπάνιες.
Η εικόνα αυτή απέχει σημαντικά από τα περιστατικά οπαδικής βίας των τελευταίων δεκαετιών, με επιθέσεις, οργανωμένες συγκρούσεις και δολοφονίες. Η βία έχει οδηγήσει πολλούς φιλάθλους να απομακρυνθούν από τα γήπεδα, ενώ η ασφάλεια των μετακινήσεων και η παρουσία οικογενειών στις εξέδρες παραμένουν κρίσιμα ζητήματα.
Η οπαδική βία και οι συνέπειές της στη Θεσσαλονίκη έχουν αφήσει βαθύ αποτύπωμα στη δημόσια συζήτηση για το ποδόσφαιρο και τα όρια του φανατισμού.
Για τον Δορδανά, το φαινόμενο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως πρόβλημα του αθλητισμού. Συνδέεται με τις κοινωνικές συνθήκες, το αίσθημα δικαιοσύνης, τις ευκαιρίες που προσφέρονται στους νέους και το επίπεδο ασφάλειας που αισθάνονται οι πολίτες.
Ο ίδιος δηλώνει ότι έχει σταματήσει εδώ και χρόνια να πηγαίνει στα ελληνικά γήπεδα, παρά την αγάπη του για το ποδόσφαιρο.
«Προτιμώ να πέσω από αεροπλάνο χωρίς αλεξίπτωτο παρά να πάω σε ένα ελληνικό ποδοσφαιρικό γήπεδο», λέει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την απόσταση που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα σε ένα μέρος του φίλαθλου κοινού και το ίδιο το άθλημα.
Τα τρία μεγάλα προβλήματα: Πολιτεία, υποδομές και ακαδημίες
Ο ιστορικός εντοπίζει τρεις βασικούς άξονες στους οποίους πρέπει να επικεντρωθεί η προσπάθεια αλλαγής του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Πρώτος είναι η ευθύνη της πολιτείας. Ο Δορδανάς υποστηρίζει ότι δεν έχει υπάρξει μια συνεκτική και μακροπρόθεσμη προσπάθεια εκπαίδευσης των νέων φιλάθλων και αντιμετώπισης των κοινωνικών αιτιών που τροφοδοτούν τη βία.
Δεύτερος άξονας είναι οι αθλητικές υποδομές. Ο καθηγητής επισημαίνει τις ελλείψεις σε γήπεδα της περιφέρειας, αλλά και τα προβλήματα που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εγκαταστάσεις μεγαλύτερων ομάδων.
Τρίτος είναι η ανάπτυξη των ακαδημιών και η αξιοποίηση των Ελλήνων ποδοσφαιριστών. Ως παράδειγμα αναφέρει τον ΠΑΟΚ, ο οποίος έχει αναπτύξει δίκτυο τμημάτων υποδομής στη Θεσσαλονίκη και ευρύτερα στη Μακεδονία, δίνοντας τη δυνατότητα σε νέους ποδοσφαιριστές να εξελιχθούν και να διεκδικήσουν θέση στην επαγγελματική αγορά.
Η επένδυση στις ακαδημίες μπορεί να συμβάλει τόσο στην αγωνιστική ανάπτυξη των συλλόγων όσο και στη δημιουργία ισχυρότερων δεσμών με τις τοπικές κοινωνίες.
«Μετά τους Big 4, το χάος»
Παρά τις αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών, ο Δορδανάς θεωρεί ότι το ελληνικό πρωτάθλημα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από μεγάλες ανισότητες.
«Έχουμε ποδοσφαιρικές ομάδες της μίας ταχύτητας και νομίζω ότι δεν υπάρχει δεύτερη στο ελληνικό πρωτάθλημα της πρώτης εθνικής. Μετά τους Big 4, το χάος», σημειώνει, περιγράφοντας τη διαφορά ανάμεσα στους τέσσερις ισχυρότερους συλλόγους και τις υπόλοιπες ομάδες.
Την ίδια στιγμή, διαπιστώνει ότι ένα μέρος των νέων έχει απομακρυνθεί από το ποδόσφαιρο. Η αποστασιοποίηση αυτή δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη ότι οι νεότερες γενιές έχουν βρει μια υγιέστερη σχέση με τον αθλητισμό. Αναδεικνύει, όμως, την ανάγκη να δημιουργηθούν συνθήκες που θα επιτρέπουν στους νέους να συμμετέχουν χωρίς να υιοθετούν τον φανατισμό και τη βία.
Ο ΠΑΟΚ του σήμερα και η σχέση με το παρελθόν
Αναφερόμενος στην ομάδα που βρίσκεται στο επίκεντρο του συνεδρίου, ο Δορδανάς αναγνωρίζει ότι ο ΠΑΟΚ έχει αλλάξει σημαντικά σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες.
«Ο ΠΑΟΚ των φοιτητικών μου χρόνων δεν έχει καμία σχέση με τον ΠΑΟΚ του σήμερα», λέει, χαρακτηρίζοντάς τον μία από τις μεγαλύτερες ομάδες της Ελλάδας.
Εκτιμά ότι ο σύλλογος έχει κάνει σημαντικά βήματα προόδου, αν και θεωρεί ότι χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή παρουσία για να εδραιώσει τη θέση του σε υψηλότερο επίπεδο.
Η σχέση του ΠΑΟΚ με τη Θεσσαλονίκη παραμένει, πάντως, καθοριστική. Η ομάδα αντιπροσωπεύει μια ολόκληρη πόλη και διαθέτει ευρύ αθλητικό δυναμικό. Παράλληλα, ο ιστορικός θεωρεί ότι ο σύλλογος πρέπει να απομακρυνθεί σταδιακά από τη διαρκή αναπαραγωγή της αντιπαράθεσης Βορρά και Νότου και του αισθήματος αδικίας που συνοδεύει μέρος της ιστορικής του διαδρομής.
Η πρόκληση είναι να διατηρηθεί η ιστορική μνήμη χωρίς αυτή να μετατρέπεται σε μόνιμο μηχανισμό αντιπαράθεσης.
Πώς μπορεί να αλλάξει το ελληνικό ποδόσφαιρο
Για τον Δορδανά, η βασική προϋπόθεση για την αλλαγή είναι η ανάληψη ουσιαστικής ευθύνης από την πολιτεία και η αντιμετώπιση των παθογενειών χωρίς υπεκφυγές.
«Εδώ, στην περίπτωση της Ελλάδος, συνεχίζει αυτή η ατολμία —στην καλύτερη περίπτωση θα την ονομάσω ατολμία— από την ελληνική πολιτεία να βάλει το μαχαίρι και να το φτάσει μέχρι το κόκαλο», υπογραμμίζει.
Χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις, εκτιμά, τα ίδια προβλήματα θα επανέρχονται. Οι επιτυχίες της Εθνικής ομάδας, όσο σημαντικές κι αν είναι, δεν αρκούν για να καλύψουν τις αδυναμίες του εγχώριου ποδοσφαίρου.
Το ζητούμενο είναι η διαμόρφωση μιας διαφορετικής ποδοσφαιρικής κουλτούρας, στην οποία η αγάπη για μια ομάδα δεν θα συνοδεύεται από φόβο, αποκλεισμούς και βία. Ένα περιβάλλον όπου οι φίλαθλοι θα μπορούν να ταξιδεύουν για να παρακολουθήσουν την ομάδα τους, οι οικογένειες να επιστρέφουν στις εξέδρες και η αντιπαράθεση να παραμένει στο επίπεδο του αθλητικού ανταγωνισμού.
Το συνέδριο για τα 100 χρόνια του ΠΑΟΚ αναδεικνύει, τελικά, δύο πλευρές του ίδιου ζητήματος. Η μία αφορά τη δύναμη του ποδοσφαίρου να δημιουργεί κοινότητες, να συνδέει ανθρώπους και να προσφέρει νόημα στην καθημερινότητα. Η άλλη αφορά τις θεσμικές αδυναμίες και τις κοινωνικές αντιφάσεις που μπορούν να μετατρέψουν αυτή τη σύνδεση σε πεδίο σύγκρουσης.
Η έκθεση του 1940 υπενθυμίζει ότι η συζήτηση για την εξυγίανση του ελληνικού ποδοσφαίρου δεν ξεκίνησε σήμερα. Και η ανθρωπολογική προσέγγιση εξηγεί γιατί η λύση δεν μπορεί να περιοριστεί σε διοικητικές αποφάσεις και μέτρα ασφαλείας: απαιτεί και βαθύτερη κατανόηση των ανθρώπων που βρίσκονται πίσω από τα χρώματα και τα συνθήματα.






