07 Οκτ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • To the Point
  • Ευρώπη σε κρίση: Από τις μαθητικές καταλήψεις και τη στεγαστική κρίση στην αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού μοντέλου

Ευρώπη σε κρίση: Από τις μαθητικές καταλήψεις και τη στεγαστική κρίση στην αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού μοντέλου

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Η Ευρώπη των τελευταίων ημερών δεν βρίσκεται στις αίθουσες συνεδριάσεων των Βρυξελλών. Βρίσκεται στους δρόμους της Γαλλίας και στις πλατείες της Ισπανίας.

Από τα λύκεια των παρισινών προαστίων έως την Puerta del Sol της Μαδρίτης, διαφορετικές κοινωνικές ομάδες εκφράζουν διαφορετικές αγωνίες, οι οποίες όμως συναντώνται σε ένα κοινό σημείο: την αίσθηση ότι το ευρωπαϊκό σύστημα αδυνατεί πλέον να προσφέρει στους πολίτες την ασφάλεια και την προοπτική που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητες.

Στη Γαλλία, η μαθητική κινητοποίηση που ξεκίνησε από τα υποβαθμισμένα προάστια του Παρισιού και επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη χώρα έχει ως αφετηρία συγκεκριμένα προβλήματα: ελλείψεις εκπαιδευτικών, υπερφορτωμένες τάξεις, σχολικά κτίρια που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα και μια δημόσια εκπαίδευση που, σύμφωνα με τους μαθητές, δεν διαθέτει τους πόρους που χρειάζεται. Οι μαθητικές κινητοποιήσεις όμως δεν έμειναν στα σχολεία. Συνδέθηκαν με τη γενικότερη κοινωνική δυσαρέσκεια για την ακρίβεια, τις περικοπές και την υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης.

Στην Ισπανία, η αφορμή ήταν διαφορετική και ίσως ακόμη πιο συμβολική. Η έξωση μιας 87χρονης γυναίκας από το σπίτι όπου ζούσε επί σχεδόν επτά δεκαετίες μετέτρεψε μέσα σε λίγες ώρες το στεγαστικό πρόβλημα σε πολιτική κρίση. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κατέβηκαν στους δρόμους, ενώ εκατοντάδες έστησαν σκηνές στην Puerta del Sol. Η στεγαστική κρίση στην Ισπανία απέκτησε πρόσωπο και όνομα: Μαρικάρμεν.

Δεν διαδήλωσαν όμως μόνο για εκείνη. Διαδήλωσαν για τα ενοίκια που έχουν ξεφύγει, για τις εξώσεις, για την είσοδο των επενδυτικών κεφαλαίων στην αγορά κατοικίας και για μια γενιά εργαζομένων που δυσκολεύεται να εξασφαλίσει ακόμη και το στοιχειώδες δικαίωμα σε μια σταθερή κατοικία. Ο καταυλισμός στην Puerta del Sol δεν ήταν απλώς μια ακόμη διαμαρτυρία. Ήταν η εικόνα μιας κοινωνίας που αισθάνεται ότι η κατοικία έχει πάψει να είναι κοινωνικό αγαθό και έχει μετατραπεί σε χρηματοοικονομικό προϊόν.

Και όταν η κυβέρνηση Σάντσεθ προσπάθησε να μετατρέψει την κοινωνική πίεση σε πολιτική πρωτοβουλία, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια κοινοβουλευτική πραγματικότητα που δεν μπορούσε να ελέγξει. Η ήττα στη Βουλή άνοιξε τον δρόμο για πρόωρες εκλογές στις 29 Νοεμβρίου. Η πολιτική κρίση στην Ισπανία είναι πλέον άμεσα συνδεδεμένη με τη στεγαστική κρίση.

Δεν είναι δύο εθνικές ιστορίες

Θα ήταν εύκολο να αντιμετωπίσει κανείς όσα συμβαίνουν στη Γαλλία και την Ισπανία ως δύο εθνικές ιδιαιτερότητες.

Οι Γάλλοι έχουν μακρά παράδοση κοινωνικών εξεγέρσεων και πολιτικών συγκρούσεων στους δρόμους. Οι Ισπανοί αντιμετωπίζουν εδώ και χρόνια ένα οξύ στεγαστικό πρόβλημα. Οι πολιτικές παραδόσεις των δύο χωρών είναι διαφορετικές, όπως διαφορετικές είναι και οι κυβερνήσεις, οι οικονομίες και οι κοινωνικές τους δομές.

Μόνο που το ίδιο έργο, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές και διαφορετικές αφορμές, παίζεται πλέον σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης.

Την περασμένη άνοιξη, δεκάδες χιλιάδες Βέλγοι βρέθηκαν στους δρόμους των Βρυξελλών διαμαρτυρόμενοι για τις συντάξεις, τους μισθούς και την αγοραστική δύναμη. Η Πορτογαλία γνώρισε δύο γενικές απεργίες μέσα σε έξι μήνες απέναντι στις αλλαγές στην εργατική νομοθεσία, με τις μεταφορές, τα σχολεία και τις δημόσιες υπηρεσίες να παραλύουν. Οι αγροτικές κινητοποιήσεις έχουν γίνει σχεδόν μόνιμο στοιχείο του ευρωπαϊκού τοπίου, από τη Γαλλία και τη Γερμανία έως την Πολωνία, την Ολλανδία και τις Βρυξέλλες.

Τα διαθέσιμα συγκρίσιμα στοιχεία για το πρώτο τρίμηνο του 2026 είναι ενδεικτικά: 234 απεργίες στην Πορτογαλία, 190 στην Ιταλία, 108 στην Ισπανία και 105 στη Γαλλία.

Δεν εξεγείρονται όλοι για το ίδιο πράγμα. Και θα ήταν σοβαρό λάθος να τα βάλουμε όλα στο ίδιο σακί.

Ο μαθητής στη Γαλλία δεν έχει το ίδιο αίτημα με τον αγρότη στην Πολωνία. Ο ενοικιαστής στη Μαδρίτη δεν βρίσκεται στην ίδια θέση με τον δημόσιο υπάλληλο στις Βρυξέλλες. Ο εργαζόμενος στην Πορτογαλία δεν κινητοποιείται για τους ίδιους λόγους με τον συνταξιούχο στη Γερμανία.

Πίσω όμως από αυτές τις διαφορετικές αφορμές υπάρχει μια κοινή αίσθηση: ότι το ευρωπαϊκό κοινωνικό συμβόλαιο έχει αρχίσει να χάνει τη δύναμή του.

Η μεγάλη υπόσχεση της μεταπολεμικής Ευρώπης

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν γεννήθηκε ως οικονομικό project.

Γεννήθηκε από τα ερείπια του πιο καταστροφικού πολέμου που γνώρισε η ευρωπαϊκή ήπειρος. Η αρχική ιδέα ήταν πολιτική πριν γίνει οικονομική: η ειρήνη, η δημοκρατία και η ευημερία θα μπορούσαν να καταστούν κοινή ευρωπαϊκή υπόθεση, ώστε οι λαοί που επί αιώνες πολεμούσαν μεταξύ τους να αποκτήσουν κοινά συμφέροντα ισχυρότερα από τις παλιές αντιπαλότητες.

Για πολλές δεκαετίες αυτό λειτούργησε.

Η μεταπολεμική Ευρώπη δημιούργησε ισχυρές οικονομίες, διεύρυνε το κοινωνικό κράτος, αύξησε την προστασία των εργαζομένων και δημιούργησε ένα πρωτοφανές επίπεδο κοινωνικής ασφάλειας. Κυρίως, πέτυχε κάτι που οι προηγούμενες γενιές θα θεωρούσαν σχεδόν αδιανόητο.

Γάλλοι, Γερμανοί, Ιταλοί, Βέλγοι, Ολλανδοί και αργότερα οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι έπαψαν σταδιακά να θεωρούν τον γείτονά τους τον επόμενο πιθανό εχθρό.

Αυτό ήταν το μεγάλο ιστορικό επίτευγμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Δεν χρειάζεται να το μηδενίσουμε για να αναγνωρίσουμε ότι σήμερα κάτι έχει πάει πολύ στραβά.

Από την Ευρώπη της ευημερίας στην Ευρώπη της διαχείρισης

Η φθορά δεν εμφανίστηκε ξαφνικά.

Συσσωρευόταν για χρόνια, πίσω από δείκτες ανάπτυξης, δημοσιονομικούς κανόνες, συνθήκες, πλεονάσματα και ελλείμματα. Κυρίως, πίσω από την πεποίθηση ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα μπορούσε να προχωρά περίπου αυτόματα.

Κάποια στιγμή, όμως, η πραγματικότητα άρχισε να εισβάλλει.

Χρηματοπιστωτική κρίση. Κρίση χρέους. Πανδημία. Ενεργειακή ανατροπή. Πόλεμος στην Ουκρανία. Πληθωρισμός. Στεγαστική κρίση. Μεταναστευτικό. Τεχνολογική υστέρηση. Κλιματική μετάβαση. Και τώρα η ανάγκη για έναν πρωτοφανή ευρωπαϊκό επανεξοπλισμό.

Η μία κρίση διαδέχεται την άλλη και η Ευρώπη συχνά μοιάζει να ανακαλύπτει τη λύση για το χθεσινό πρόβλημα τη στιγμή που το επόμενο έχει ήδη φτάσει.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν κρίσεις. Οι κρίσεις αποτελούν μέρος της ιστορίας.

Το πρόβλημα είναι ότι δημιουργείται η εντύπωση πως η Ευρώπη δεν προλαβαίνει πλέον να διαμορφώσει τις εξελίξεις. Τις ακολουθεί.

Η κοινωνία που εργάζεται αλλά δεν προχωρά

Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο.

Εκατομμύρια Ευρωπαίοι εξακολουθούν να εργάζονται, να πληρώνουν φόρους, να μεγαλώνουν παιδιά και να προσπαθούν να σχεδιάσουν το μέλλον τους. Όμως για ένα αυξανόμενο τμήμα του πληθυσμού η εργασία δεν προσφέρει πλέον την ίδια κοινωνική ασφάλεια που προσέφερε στις προηγούμενες γενιές.

Η κατοικία απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος. Η ενέργεια παραμένει ακριβή. Η αγοραστική δύναμη πιέζεται. Η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης γίνεται δυσκολότερη σε αρκετές χώρες. Και η μεσαία τάξη, η κοινωνική ομάδα που αποτέλεσε για δεκαετίες τον βασικό πυλώνα της πολιτικής σταθερότητας, αισθάνεται ότι χάνει έδαφος.

Το 2025, 92,7 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Περισσότεροι από ένας στους πέντε κατοίκους.

Ο αριθμός από μόνος του δεν εξηγεί την ευρωπαϊκή κρίση. Δείχνει όμως το μέγεθος της κοινωνικής πίεσης.

Γιατί πίσω από κάθε στατιστική υπάρχει ένας άνθρωπος.

Ένας νέος άνθρωπος που στα 30 του δεν μπορεί να νοικιάσει σπίτι χωρίς τη βοήθεια των γονιών του. Ένας εργαζόμενος που βλέπει τον μισθό του να εξαφανίζεται πριν τελειώσει ο μήνας. Μια οικογένεια που φοβάται τον επόμενο λογαριασμό ενέργειας. Ένας συνταξιούχος που βλέπει το κόστος της καθημερινότητας να αυξάνεται ταχύτερα από το εισόδημά του.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για το πόσο επιτυχημένος ήταν ο τελευταίος ευρωπαϊκός συμβιβασμός.

Θέλουν να ξέρουν εάν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα έχει ακόμη κάποια απτή σχέση με τη δική τους ζωή.

Το πρώτο μεγάλο λάθος: η οικονομία έγινε λογιστική

Εδώ βρίσκεται ίσως το πρώτο μεγάλο λάθος της Ευρώπης.

Η οικονομία αντιμετωπίστηκε υπερβολικά συχνά ως λογιστική.

Η πολιτική ως διαχείριση.

Η κοινωνία ως μεταβλητή σε έναν πίνακα.

Η δημοσιονομική πειθαρχία είναι αναγκαία. Μια οικονομία δεν μπορεί να λειτουργεί επ’ αόριστον με ανεξέλεγκτα ελλείμματα και χρέη. Όμως η δημοσιονομική υπευθυνότητα παύει να είναι εργαλείο όταν μετατρέπεται σε αυτοσκοπό.

Γιατί μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει βελτιωμένους αριθμούς την ίδια στιγμή που η κοινωνία της υποχωρεί.

Μπορεί το έλλειμμα να μειώνεται, αλλά οι νέοι να μην μπορούν να αγοράσουν σπίτι.

Μπορεί το χρέος να σταθεροποιείται, αλλά οι δημόσιες υπηρεσίες να υποβαθμίζονται.

Μπορεί η ανεργία να μειώνεται, αλλά η εργασία να μην προσφέρει πλέον αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης.

Μπορεί οι επενδύσεις να αυξάνονται, αλλά να αφορούν κυρίως τομείς που δεν δημιουργούν την παραγωγική βάση της επόμενης ημέρας.

Η Ευρώπη χρειάστηκε αρκετό χρόνο για να αντιληφθεί αυτή την αντίφαση.

Όταν οι εξωτερικές βεβαιότητες κατέρρευσαν

Για χρόνια, το ευρωπαϊκό μοντέλο στηρίχθηκε σε μια σειρά από εξωτερικές βεβαιότητες.

Η Ρωσία θα παρείχε σχετικά φθηνή ενέργεια.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εγγυούνταν σε μεγάλο βαθμό την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Η Κίνα θα παρέμενε μια τεράστια αγορά και παραγωγική βάση.

Η παγκοσμιοποίηση θα συνέχιζε να λειτουργεί περίπου όπως είχε λειτουργήσει τις προηγούμενες δεκαετίες.

Η Ευρώπη δεν χρειάστηκε να επιλέξει συνειδητά αυτό το μοντέλο. Το κληρονόμησε και το θεωρούσε φυσιολογικό.

Μόνο που ο κόσμος άλλαξε πολύ γρηγορότερα από όσο άλλαξε η Ευρώπη.

Η ενεργειακή σχέση με τη Μόσχα κατέρρευσε. Η Κίνα εξελίχθηκε από παραγωγικός συνεργάτης σε έναν από τους ισχυρότερους βιομηχανικούς ανταγωνιστές. Η Ουάσιγκτον επανήλθε σε πιο προστατευτικές οικονομικές πολιτικές. Και η Ευρώπη ανακάλυψε πόσο εξαρτημένη είχε γίνει από άλλους για κρίσιμες πρώτες ύλες, τεχνολογίες, ενέργεια και άμυνα.

Ξαφνικά, η περίφημη ευρωπαϊκή «στρατηγική αυτονομία» έπρεπε να αποκτήσει πραγματικό περιεχόμενο.

Η Ευρώπη ανακάλυψε καθυστερημένα το επενδυτικό της κενό

Η έκθεση Ντράγκι απλώς έβαλε αριθμούς σε μια πραγματικότητα που είχε ήδη αρχίσει να φαίνεται.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της έκθεσης, επιπλέον επενδύσεις ύψους περίπου 750 έως 800 δισεκατομμυρίων ευρώ κάθε χρόνο για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της και να παραμείνει ανταγωνιστική.

Κάθε χρόνο.

Όχι συνολικά.

Η κλίμακα είναι τέτοια ώστε αποκαλύπτει το μέγεθος του προβλήματος.

Για χρόνια η ευρωπαϊκή συζήτηση εξαντλούνταν σε ποσοστά ελλείμματος και χρέους, ενώ η παραγωγική βάση της ηπείρου έχανε έδαφος απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ασία.

Και τώρα η Ευρώπη καλείται να καλύψει μέσα σε λίγα χρόνια ένα επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε επί δεκαετίες.

Τα 800 δισεκατομμύρια της άμυνας και η μεγάλη αντίφαση

Εδώ βρίσκεται η πιο χαρακτηριστική αντίφαση της σημερινής Ευρώπης.

Όταν η γεωπολιτική απειλή έγινε υπαρξιακή, βρέθηκε τρόπος να δημιουργηθεί δημοσιονομικός χώρος.

Το Readiness 2030 μπορεί να κινητοποιήσει αμυντικές δαπάνες της τάξης των 800 δισ. ευρώ, με τα 150 δισ. να συνδέονται με το SAFE και το υπόλοιπο περιθώριο να προκύπτει κυρίως από αυξημένες εθνικές δαπάνες και την ενεργοποίηση της δημοσιονομικής ρήτρας διαφυγής.

Δεν υπάρχει κάποιο τεράστιο θησαυροφυλάκιο στις Βρυξέλλες από το οποίο θα μοιραστούν 800 δισ. ευρώ.

Υπάρχει όμως κάτι πολιτικά πολύ σημαντικότερο.

Η Ευρώπη αναγνώρισε ότι όταν μια ανάγκη θεωρείται υπαρξιακή, οι κανόνες μπορούν να αλλάξουν.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το ερώτημα που θα ήταν δύσκολο να μην τεθεί από έναν Ευρωπαίο πολίτη.

Αν είναι δυνατό να βρεθεί δημοσιονομικός χώρος όταν πρόκειται για την άμυνα, γιατί δεν μπορούσε να βρεθεί ανάλογος χώρος όταν επρόκειτο για την παραγωγική ανασυγκρότηση;

Για τη στέγη;

Για την ενεργειακή φτώχεια;

Για την εκπαίδευση;

Για τις δημόσιες υποδομές;

Για την τεχνολογική αυτονομία;

Κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι η Ευρώπη δεν χρειάζεται ισχυρή άμυνα. Η διεθνής πραγματικότητα είναι πλέον διαφορετική και μια ήπειρος 450 εκατομμυρίων ανθρώπων δεν μπορεί να στηρίζεται επ’ αόριστον στην αμερικανική στρατιωτική προστασία.

Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού.

Για έναν πύραυλο που βρίσκεται στα σύνορα μπορείς να σημάνεις συναγερμό.

Για μια κοινωνία που φτωχαίνει αργά δεν υπάρχει σειρήνα.

Η ασφάλεια δεν είναι μόνο στρατιωτική

Αυτό όμως είναι ένα επικίνδυνο λάθος αντίληψης.

Η ασφάλεια μιας κοινωνίας δεν μετριέται μόνο σε άρματα μάχης, αεράμυνα και πυρομαχικά.

Είναι και η ενεργειακή επάρκεια.

Είναι η παραγωγική βάση.

Είναι η πρόσβαση σε κατοικία.

Είναι η παιδεία.

Είναι η τεχνολογία.

Είναι η αξιοπρεπής εργασία.

Είναι η δυνατότητα ενός νέου ανθρώπου να δημιουργήσει οικογένεια χωρίς να χρειάζεται πρώτα να λύσει το πρόβλημα της στέγης.

Είναι η πεποίθηση ότι η επόμενη γενιά θα ζήσει τουλάχιστον λίγο καλύτερα από την προηγούμενη.

Χωρίς αυτά μπορείς να δημιουργήσεις στρατιωτική ισχύ. Δύσκολα δημιουργείς πολιτική ανθεκτικότητα.

Και η πολιτική ανθεκτικότητα είναι τελικά ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της εθνικής και ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Η Ευρώπη έγινε δύναμη κανόνων, όχι παραγωγής

Υπάρχει και μια δεύτερη μεγάλη αντίφαση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξελίχθηκε σε παγκόσμια δύναμη κανονισμών χωρίς να καταφέρει να γίνει αντίστοιχα ισχυρή στην παραγωγή όσων ρυθμίζει.

Διαθέτει αυστηρούς κανόνες για την προστασία του καταναλωτή, το περιβάλλον, τα προσωπικά δεδομένα και την ασφάλεια. Και σε πολλές περιπτώσεις δικαίως.

Όμως οι μεγαλύτερες ψηφιακές εταιρείες του κόσμου είναι αμερικανικές. Μεγάλο μέρος της παραγωγής κρίσιμων τεχνολογιών βρίσκεται στην Ασία. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερο ενεργειακό κόστος, δυσκολότερη πρόσβαση σε κεφάλαια και ένα πολύ πιο σύνθετο κανονιστικό περιβάλλον.

Το να θέτεις κανόνες έχει αξία όταν διαθέτεις την οικονομική και πολιτική ισχύ που κάνει τους άλλους να χρειάζονται την αγορά σου.

Διαφορετικά υπάρχει ένας κίνδυνος.

Να καταλήξεις να ρυθμίζεις με εξαιρετική λεπτομέρεια προϊόντα που κατασκευάζει κάποιος άλλος.

Και αυτό ακριβώς είναι που απειλεί την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα.

Γιατί ο λαϊκισμός βρίσκει χώρο

Μέσα σε αυτή την αντίφαση είναι εύκολο να αναζητήσει κανείς έναν εύκολο ένοχο.

Ο λαϊκισμός.

Οι αλγόριθμοι.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η παραπληροφόρηση.

Η ανευθυνότητα των ψηφοφόρων.

Όλα αυτά υπάρχουν και διαδραματίζουν ρόλο.

Δεν εξηγούν όμως από μόνα τους την πολιτική αναταραχή.

Όταν οι παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις υπόσχονται σταθερότητα ενώ ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας βιώνει στασιμότητα ή υποχώρηση, δημιουργείται κενό.

Και το κενό κάποιος θα το καλύψει.

Οι ακραίες πολιτικές δυνάμεις προσφέρουν συνήθως απλές απαντήσεις σε σύνθετα προβλήματα. Έχουν έναν εύκολο ένοχο, μια σαφή διαχωριστική γραμμή και την υπόσχεση ότι όλα μπορούν να διορθωθούν εάν απλώς «πάρουμε πίσω τον έλεγχο».

Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι απαντήσεις τους είναι συνήθως απλοϊκές.

Το πρόβλημα είναι ότι βρίσκουν ακροατήριο.

Και βρίσκουν ακροατήριο όταν η κοινωνία αισθάνεται ότι οι πιο μετριοπαθείς πολιτικές δυνάμεις δεν έχουν πλέον απαντήσεις.

Η Ευρώπη δεν απορρίπτεται ακόμη – αμφισβητείται

Και εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη διάκριση.

Οι Ευρωπαίοι δεν φαίνεται να έχουν εγκαταλείψει μαζικά την ιδέα της Ευρώπης.

Περισσότερο αμφιβάλλουν για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί.

Καταλαβαίνουν ότι απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα και άλλες μεγάλες δυνάμεις καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν διαθέτει μόνη της το βάρος που είχε πριν από έναν αιώνα.

Καταλαβαίνουν ότι η ευρωπαϊκή συνεργασία είναι αναγκαία.

Αυτό που βλέπουν, όμως, είναι ένα σύστημα που μπορεί να παράγει ατελείωτες διαδικασίες, οδηγίες, κανονισμούς και συμβιβασμούς, αλλά δυσκολεύεται όταν πρέπει να λάβει γρήγορες πολιτικές αποφάσεις.

Η απόσταση ανάμεσα στην ευρωπαϊκή ιδέα και την καθημερινή εμπειρία του πολίτη μεγαλώνει.

Και αυτή είναι η πραγματική πολιτική κρίση.

Η Ευρώπη ξέχασε να εξηγεί γιατί υπάρχει

Ίσως τελικά αυτό να είναι το σημαντικότερο από όσα πήγαν στραβά.

Η Ευρώπη κάποια στιγμή έπαψε να εξηγεί στους πολίτες γιατί υπάρχει.

Θεώρησε ότι η απάντηση ήταν αυτονόητη.

Δεν είναι πλέον.

Για έναν άνθρωπο που δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιο, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν μπορεί να είναι μόνο η ελεύθερη κυκλοφορία, η ενιαία αγορά ή ένας κοινός κανονισμός.

Για έναν νέο που δεν μπορεί να αποκτήσει κατοικία, η Ευρώπη πρέπει να σημαίνει κάτι συγκεκριμένο.

Για έναν εργαζόμενο που φοβάται ότι το εργοστάσιό του θα κλείσει, πρέπει να σημαίνει κάτι συγκεκριμένο.

Για έναν μαθητή που κάνει μάθημα σε ένα σχολείο με ελλείψεις, πρέπει να σημαίνει κάτι συγκεκριμένο.

Για μια οικογένεια που αδυνατεί να ανταποκριθεί στο κόστος της ενέργειας, πρέπει να σημαίνει κάτι συγκεκριμένο.

Αλλιώς η Ευρώπη κινδυνεύει να μετατραπεί από πολιτικό σχέδιο σε διοικητικό σύστημα.

Και κανένας διοικητικός μηχανισμός δεν δημιουργεί από μόνος του πολιτική αφοσίωση.

Το μεγάλο ευρωπαϊκό στοίχημα δεν είναι να επιστρέψουμε πίσω

Η απάντηση δεν είναι η διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ούτε ο εθνικός απομονωτισμός.

Η επιστροφή σε έναν κόσμο όπου κάθε ευρωπαϊκό κράτος θα αντιμετωπίζει μόνο του τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα, τη Ρωσία, την τεχνολογική επανάσταση και τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις δεν είναι επιστροφή στην ασφάλεια. Είναι επιστροφή στην αδυναμία.

Αλλά ούτε και η διατήρηση του σημερινού μοντέλου αποτελεί λύση.

Η Ευρώπη χρειάζεται να ξαναγίνει πολιτική υπόθεση.

Να αποκτήσει τη δυνατότητα να επενδύει όταν πρέπει.

Να προστατεύει χωρίς να στραγγαλίζει.

Να παράγει αντί να εισάγει διαρκώς.

Να σχεδιάζει πριν από την επόμενη κρίση και όχι μετά από αυτήν.

Να συνδέσει την οικονομική, την κοινωνική και τη στρατιωτική ασφάλεια σε μια ενιαία στρατηγική.

Και κυρίως να ξαναδώσει στους πολίτες την αίσθηση ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση βελτιώνει τη ζωή τους.

Το κοινωνικό συμβόλαιο πρέπει να ξαναγραφτεί

Το πραγματικό ευρωπαϊκό πρόβλημα δεν είναι τα 800 δισεκατομμύρια για την άμυνα.

Αν η κατάσταση το απαιτεί, μπορεί να χρειαστούν και περισσότερα.

Το πρόβλημα είναι ότι χρειάστηκε να φτάσουμε μπροστά σε μια στρατηγική απειλή για να θυμηθούμε πως η πολιτική προηγείται των λογιστικών κανόνων.

Μακάρι να είχαμε επιδείξει την ίδια αποφασιστικότητα όταν άρχισαν να χάνονται εργοστάσια.

Όταν η κατοικία έγινε απρόσιτη για τους νέους.

Όταν η ενέργεια έπαψε να αποτελεί ευρωπαϊκό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Όταν η τεχνολογική απόσταση άρχισε να μεγαλώνει.

Όταν η μεσαία τάξη άρχισε να κατεβαίνει αργά τα σκαλοπάτια που ανέβαινε επί μισό αιώνα.

Αυτό είναι το κοινωνικό συμβόλαιο που πρέπει να ξαναγραφτεί.

Όχι με περισσότερα συνθήματα.

Με πολιτικές.

Το τελευταίο στάδιο δεν είναι η οργή – είναι η αδιαφορία

Η Ευρώπη δεν βρίσκεται ακόμη μπροστά στο τέλος της.

Βρίσκεται όμως σε μια πολύ πιο ύπουλη στιγμή.

Ένα μεγάλο ιστορικό επίτευγμα μπορεί να συνεχίζει να υπάρχει θεσμικά και ταυτόχρονα να αδειάζει πολιτικά από μέσα.

Αν αυτό συμβεί, δεν είναι βέβαιο ότι οι Ευρωπαίοι θα ξυπνήσουν μια μέρα και θα μισούν την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μπορεί να συμβεί κάτι πολύ πιο επικίνδυνο.

Να πάψουν να περιμένουν οτιδήποτε από αυτήν.

Να θεωρήσουν ότι οι αποφάσεις των Βρυξελλών δεν έχουν σχέση με τη ζωή τους. Ότι η Ευρώπη είναι ένας μηχανισμός που συνεχίζει να λειτουργεί ανεξάρτητα από το εάν οι ίδιοι αισθάνονται καλύτερα ή χειρότερα.

Και τότε η κρίση θα έχει περάσει σε ένα διαφορετικό επίπεδο.

Γιατί η οργή μπορεί να κινητοποιήσει.

Η αδιαφορία όχι.

Η οργή βγάζει τους ανθρώπους στους δρόμους, όπως συμβαίνει σήμερα στη Γαλλία και την Ισπανία.

Η αδιαφορία τους κάνει να γυρίζουν την πλάτη.

Και τότε η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θα βρεθεί αντιμέτωπη ούτε με την οργή ούτε με τον οίκτο των ευρωπαϊκών εθνών.

Θα βρεθεί αντιμέτωπη με τη λήθη.

Δείτε επίσης