05 Οκτ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Opinions
  • Η «Μαύρη Διεθνής» και το στοίχημα των προοδευτικών μετώπων

Η «Μαύρη Διεθνής» και το στοίχημα των προοδευτικών μετώπων

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Η πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ συνέβαλε στη νομιμοποίηση της Ακροδεξιάς ως δύναμης που μπορούσε να διεκδικεί ανοιχτά την εξουσία.

Η δεύτερη θητεία του, όμως, έχει ανοίξει μια διαφορετική φάση: η νέα Ακροδεξιά δεν θέλει πλέον απλώς να επηρεάζει τις πολιτικές εξελίξεις. Θέλει να διαμορφώσει τους ίδιους τους συσχετισμούς εξουσίας στη Δύση, δημιουργώντας ένα διεθνές δίκτυο πολιτικών, οικονομικών και ιδεολογικών συγγενειών.

Η εικόνα αυτή είναι ιδιαίτερα καθαρή στην Ευρώπη. Η άνοδος της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον περιθωριακό φαινόμενο. Από την Ιταλία και τη Γαλλία μέχρι τη Γερμανία και την Ισπανία, κόμματα που πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν πολιτικά αποκλεισμένα διεκδικούν την κυβέρνηση, συμμετέχουν σε κυβερνητικούς συνασπισμούς ή μετακινούν ολόκληρη τη Δεξιά προς τις θέσεις τους.

Στη Λατινική Αμερική, το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη γεωπολιτική διάσταση. Μια ενδεχόμενη ήττα του Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα στη Βραζιλία θα μπορούσε να ενισχύσει αποφασιστικά την επιρροή του τραμπικού μοντέλου στην περιοχή. Η Βραζιλία αποτελεί το μεγαλύτερο πολιτικό και οικονομικό βάρος της Λατινικής Αμερικής και η έκβαση της αναμέτρησης εκεί θα έχει συνέπειες πολύ πέρα από τα εθνικά της σύνορα.

Την ίδια ώρα, στην Γαλλία η Ακροδεξιά βρίσκεται ήδη σε τροχιά πρωτιάς, ενώ η συζήτηση για το αν η Κεντροδεξιά μπορεί ή πρέπει να συνεργαστεί μαζί της έχει πάψει να αποτελεί ταμπού. Το ίδιο ευρύτερο φαινόμενο καταγράφεται, με διαφορετικές μορφές και εντάσεις, στην Ιταλία, στην Ισπανία και στη Γερμανία.

Η γερμανική πολιτική κρίση προσθέτει ένα ακόμη κρίσιμο κομμάτι στο παζλ. Η αποδυνάμωση των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας και η ενίσχυση της AfD δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η Ακροδεξιά δεν χρειάζεται πλέον να καταλάβει μόνη της την εξουσία. Μπορεί να επιδιώξει να καταστήσει τις δικές της θέσεις μέρος της νέας κανονικότητας.

Από τη νομιμοποίηση στην ηγεμονία

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της σημερινής συγκυρίας. Η Ακροδεξιά δεν βρίσκεται πλέον απλώς απέναντι από το πολιτικό σύστημα. Σε μεγάλο βαθμό βρίσκεται ήδη μέσα σε αυτό και επηρεάζει τη λειτουργία του.

Η διαδικασία είχε ξεκινήσει εδώ και χρόνια. Η πρώτη θητεία Τραμπ λειτούργησε ως επιταχυντής. Πολιτικές θέσεις που παλαιότερα θεωρούνταν ακραίες απέκτησαν πρόσβαση στην κεντρική πολιτική συζήτηση. Η μετανάστευση, η ασφάλεια, η εθνική κυριαρχία, η δυσπιστία απέναντι στους υπερεθνικούς θεσμούς και η επιθετική αμφισβήτηση των φιλελεύθερων κανόνων μετακινήθηκαν σταδιακά προς το κέντρο.

Σήμερα η νέα Ακροδεξιά έχει κάνει ένα ακόμη βήμα. Δεν επιδιώκει κατ’ ανάγκην να καταργήσει τη δημοκρατία με την κλασική έννοια. Επιχειρεί να την επαναπροσδιορίσει: λιγότερα δικαιώματα, ασθενέστερες θεσμικές εγγυήσεις, μεγαλύτερη συγκέντρωση εξουσίας και ισχυρότερη διασύνδεση πολιτικής και οικονομικής ισχύος.

Το μοντέλο που διαμορφώνεται θα μπορούσε να περιγραφεί ως ένα ολιγαρχικό-εταιρικό σχήμα διακυβέρνησης. Ένα σύστημα στο οποίο η δημοκρατική νομιμοποίηση παραμένει, αλλά η πραγματική δυνατότητα των κοινωνιών να επηρεάζουν τις αποφάσεις περιορίζεται.

Ο δεύτερος στόχος είναι η Ευρώπη

Αν η Λατινική Αμερική αποτελεί ένα πρώτο πεδίο επέκτασης της τραμπικής επιρροής, η Ευρώπη είναι το μεγάλο πολιτικό στοίχημα.

Το ζητούμενο δεν είναι απαραίτητα η δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού ακροδεξιού κόμματος. Οι εθνικές διαφορές είναι πολύ μεγάλες. Το ζητούμενο είναι η διαμόρφωση ενός κοινού πολιτικού χώρου όπου η Ακροδεξιά θα αποτελεί τον έναν πόλο και η παραδοσιακή Δεξιά τον άλλο, με τους δύο να μπορούν να συνεργαστούν όταν οι συσχετισμοί το επιτρέπουν.

Η μετατόπιση έχει ήδη αρχίσει. Η Δεξιά υιοθετεί όλο και περισσότερες θέσεις της Ακροδεξιάς στο μεταναστευτικό, στην ασφάλεια, στα κοινωνικά δικαιώματα και στην αντίληψη περί «εσωτερικού εχθρού». Παράλληλα, η πολεμική οικονομία και η ενίσχυση των αμυντικών δαπανών δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον, στο οποίο η λογική της ισχύος αποκτά μεγαλύτερη πολιτική νομιμοποίηση.

Το αποτέλεσμα είναι μια σταδιακή μετατόπιση ολόκληρου του πολιτικού φάσματος προς τα δεξιά.

Εάν οι σημερινές τάσεις σε Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία και Γερμανία επιβεβαιωθούν στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, το ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο θα έχει αλλάξει ριζικά. Η Ακροδεξιά μπορεί να βρεθεί στην πρώτη γραμμή των πολιτικών συσχετισμών και η παραδοσιακή Δεξιά, με βασικό κορμό το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, να αναζητήσει μαζί της μορφές συνεργασίας.

Δεν πρόκειται για μαθηματική βεβαιότητα. Είναι όμως ένα πολιτικό σενάριο που δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως υπερβολή.

Το πραγματικό κενό της Αριστεράς

Η κρίσιμη ερώτηση, επομένως, δεν είναι αν η Ακροδεξιά ανεβαίνει. Αυτό είναι ήδη ορατό.

Το ερώτημα είναι τι κάνουν απέναντί της οι προοδευτικές δυνάμεις.

Η δημιουργία ενός ευρέος προοδευτικού μετώπου σε Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες μπορεί να αποτελέσει αναγκαία προϋπόθεση για την αναχαίτιση της Ακροδεξιάς. Αλλά ένα μέτωπο δεν δημιουργείται μόνο με διακηρύξεις. Απαιτεί πολιτικούς συμβιβασμούς, κοινές υποψηφιότητες, συγκεκριμένο πρόγραμμα και, κυρίως, την ικανότητα διαφορετικών πολιτικών ρευμάτων να συνυπάρξουν.

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αδυναμία της ευρωπαϊκής Αριστεράς.

Ένα μέτωπο που συγκροτείται μόνο γύρω από την πολιτική ταυτότητα των συμμετεχόντων δεν αρκεί. Χρειάζεται να μπορεί να κερδίζει εκλογές. Και για να κερδίζει εκλογές, πρέπει να απευθύνεται και σε ψηφοφόρους που δεν αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί.

Το γαλλικό παράδειγμα και η παγίδα του «όσο χειρότερα τόσο καλύτερα»

Η Γαλλία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Οι σημερινές δημοσκοπικές τάσεις εμφανίζουν τη Μαρίν Λεπέν σε ισχυρή θέση και τον Ζαν-Λικ Μελανσόν να διεκδικεί την είσοδο στον δεύτερο γύρο. Η γαλλική Αριστερά βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα.

Αν απέναντι στη Λεπέν βρεθεί ο Μελανσόν και η διαφορά φτάσει σε επίπεδα 65%-35%, θα υπάρχει άραγε πολιτική χρησιμότητα στο να επιλεγεί μια τέτοια σύγκρουση με την προσδοκία ότι η ήττα θα «αποκαλύψει τον προδοτικό ρόλο του κέντρου»;

Και μετά τι;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ότι ένα τμήμα των ψηφοφόρων του κέντρου θα ριζοσπαστικοποιηθεί επειδή η Αριστερά θα έχει επιλέξει τη σύγκρουση ως αυτοσκοπό. Το ίδιο ισχύει και για την προσδοκία ότι οι ψηφοφόροι της Λεπέν θα επιστρέψουν κάποια στιγμή μαζικά στην Αριστερά επειδή θα απογοητευθούν από την Ακροδεξιά.

Η πολιτική δεν λειτουργεί έτσι.

Η συγκεκριμένη κατάσταση απαιτεί συγκεκριμένη ανάλυση και, κυρίως, συγκεκριμένες συμμαχίες.

Το μάθημα των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ

Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα έρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και ιδιαίτερα από τους Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές της Αμερικής.

Το μάθημα δεν είναι ότι «κερδίζει η Αριστερά». Δεν κερδίζει παντού. Και ακριβώς αυτό είναι το ενδιαφέρον.

Σε αρκετές προκριματικές αναμετρήσεις, υποψήφιοι που βρίσκονται πιο κοντά στο κέντρο κερδίζουν απέναντι σε υποψηφίους της πιο ριζοσπαστικής Αριστεράς. Η απάντηση, όμως, δεν είναι η εγκατάλειψη των πρώτων. Η λογική είναι να στηριχθούν οι υποψήφιοι που μπορούν να συγκροτήσουν ένα ευρύτερο κοινωνικό και εκλογικό μέτωπο.

Αυτό σημαίνει να στηρίζεται κανείς την ίδια στιγμή την Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ και έναν Δημοκρατικό που μπορεί να έχει διαφορετικές θέσεις, ακόμη και σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

Πρόκειται για μια εξαιρετικά δύσκολη πολιτική επιλογή. Είναι όμως και η ουσία της λαϊκομετωπικής πολιτικής.

Δεν απαιτεί να συμφωνούν όλοι σε όλα. Απαιτεί να μπορούν να συμφωνήσουν σε αυτά που είναι απαραίτητα για να κερδίσουν την κρίσιμη μάχη.

Από τον Τόνι Μπεν στον Μπραντ και τον Πάλμε

Η ευρωπαϊκή Αριστερά έχει ιστορικά παραδείγματα για το πώς μπορεί να λειτουργήσει μια τέτοια στρατηγική.

Ο Τόνι Μπεν στη Βρετανία είχε την πολιτική αντοχή να διατηρήσει επί δεκαετίες μια αριστερή τάση μέσα στο Εργατικό Κόμμα, ακόμη και όταν οι συσχετισμοί δεν ήταν ευνοϊκοί. Η πολιτική του δεν στηριζόταν στην ιδέα ότι η Αριστερά μπορεί να κυβερνά μόνη της. Στηριζόταν στην προσπάθεια να μετακινεί σταδιακά τους συσχετισμούς.

Αντίστοιχα, ο Βίλι Μπραντ και ο Ούλοφ Πάλμε δεν υπήρξαν «αριστεροί» με την έννοια μιας ριζοσπαστικής Αριστεράς. Ήταν σοσιαλδημοκράτες που μπορούσαν όμως να ανοίγουν τον πολιτικό τους χώρο προς τα αριστερά όταν οι συνθήκες το απαιτούσαν.

Ο Μπραντ έφτασε μάλιστα να εξετάζει ακόμη και την προοπτική διαλόγου με μια εκδημοκρατισμένη Σοβιετική Ένωση, πολύ πριν καταστεί κάτι τέτοιο πολιτικά ρεαλιστικό.

Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο: η σοσιαλδημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στο κέντρο και την Αριστερά μόνο όταν διαθέτει πολιτική αυτοπεποίθηση και δεν φοβάται να κινηθεί προς τα αριστερά.

Ο Σάντσεθ και η αξία των συμμαχιών

Στη σημερινή Ευρώπη, ο Πέδρο Σάντσεθ αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λογικής.

Η πολιτική του δεν ταυτίζεται με την Αριστερά της Μελανσόν. Ούτε όμως επιδιώκει να κλείσει την πόρτα σε συνεργασίες που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση μιας προοδευτικής πλειοψηφίας.

Η Ισπανία δείχνει έτσι ότι η σοσιαλδημοκρατία μπορεί να διατηρεί την κυβερνητική της αυτονομία και ταυτόχρονα να αναζητά ανοίγματα προς τα αριστερά. Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τον Σάντσεθ είναι ενδεικτική ακριβώς αυτής της διαφορετικής στρατηγικής.

Το αντίθετο παράδειγμα είναι ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που αρνείται ακόμη και σε ομοσπονδιακό επίπεδο να αφήσει χώρο για συνεργασίες προς τα αριστερά. Σε μια τέτοια περίπτωση, η σοσιαλδημοκρατία κινδυνεύει να γίνει απλώς η πιο ήπια εκδοχή της Δεξιάς.

Και αυτό δεν αρκεί για να αντιμετωπιστεί η Ακροδεξιά.

Η νέα ηγεμονία της Ακροδεξιάς

Πριν από μία δεκαετία, το βασικό πρόβλημα που διατυπωνόταν για τη Δύση ήταν το κενό πολιτικής ηγεμονίας. Σήμερα το κενό αυτό έχει σε μεγάλο βαθμό καλυφθεί.

Η Ακροδεξιά έχει πλέον πολιτική ηγεμονία σε ένα κρίσιμο επίπεδο: δεν χρειάζεται να κερδίζει όλες τις εκλογές για να επιβάλλει την ατζέντα της. Αρκεί να μετακινεί τα όρια του πολιτικά αποδεκτού.

Όταν η Κεντροδεξιά υιοθετεί τη ρητορική της για τη μετανάστευση, όταν υιοθετεί μέρος της αντίληψής της για την ασφάλεια, όταν αντιμετωπίζει τα κοινωνικά δικαιώματα ως εμπόδιο και όταν μετατρέπει την πολιτική σε διαρκή αναζήτηση «εσωτερικών εχθρών», η Ακροδεξιά έχει ήδη κερδίσει ένα μέρος της μάχης.

Η κατάληψη της εξουσίας είναι τότε το επόμενο στάδιο, όχι το πρώτο.

Το «τι κάνουμε» απαιτεί πραγματικούς συμβιβασμούς

Το ζητούμενο για την ευρωπαϊκή Αριστερά, επομένως, δεν είναι μια ακόμη διακήρυξη για την ανάγκη δημιουργίας ενός «προοδευτικού μετώπου».

Το ζητούμενο είναι να απαντήσει σε μια πολύ πιο δύσκολη ερώτηση: τι είναι διατεθειμένη να θυσιάσει για να δημιουργήσει ένα τέτοιο μέτωπο;

Ποια πρόσωπα θα δεχθεί; Ποιες πολιτικές διαφορές μπορεί να αφήσει στην άκρη; Με ποιους θα συνεργαστεί; Ποιο πρόγραμμα μπορεί να ενώσει έναν σοσιαλδημοκράτη, έναν Πράσινο, έναν αριστερό ριζοσπάστη και έναν κεντρώο ψηφοφόρο που απλώς δεν θέλει να κυβερνήσει η Ακροδεξιά;

Αυτές είναι οι δύσκολες ερωτήσεις.

Και δεν έχουν μία απάντηση για όλες τις χώρες. Ένα μέτωπο στη Γαλλία δεν μπορεί να είναι ίδιο με ένα μέτωπο στην Ιταλία ή την Ισπανία. Η πολιτική παράδοση, το εκλογικό σύστημα, η κοινωνική σύνθεση και οι συσχετισμοί διαφέρουν.

Το μόνο κοινό στοιχείο είναι η ανάγκη να αντιμετωπιστεί η Ακροδεξιά ως δύναμη που διεκδικεί πλέον την ηγεμονία και όχι ως ένα ακόμη κόμμα διαμαρτυρίας.

Η Αριστερά έχει μπροστά της μια ιστορική επιλογή

Η Ευρώπη δεν έχει ακόμη κριθεί. Η Ακροδεξιά δεν είναι ανίκητη. Αλλά η αντιμετώπισή της απαιτεί περισσότερα από την καταγγελία της.

Απαιτεί πολιτική ευφυΐα, αντοχή στους συμβιβασμούς και κυρίως ικανότητα να διαβάζονται οι πραγματικοί συσχετισμοί.

Οι φίλοι του Μελανσόν δεν μπορούν να ζητούν από τους ψηφοφόρους του κέντρου να τους ακολουθήσουν χωρίς να τους προσφέρουν έναν λόγο για να το κάνουν. Οι σοσιαλιστές δεν μπορούν να ζητούν από την Αριστερά να τους στηρίξει χωρίς να αφήνουν χώρο για πραγματική πολιτική συνεργασία. Και οι Πράσινοι δεν μπορούν να λειτουργούν σαν τρίτος πόλος όταν η ίδια η δημοκρατική πλειοψηφία κινδυνεύει να χάσει την εξουσία.

Η πολιτική των λαϊκών μετώπων δεν είναι πολιτική καθαρών ιδεολογικών ταυτοτήτων. Είναι πολιτική συσχετισμών.

Αυτό είναι ίσως το δυσκολότερο μάθημα για την ευρωπαϊκή Αριστερά σήμερα.

Γιατί η «Μαύρη Διεθνής» μπορεί να επιδιώκει την κυριαρχία της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς ένα πιο καθαρό αριστερό πρόγραμμα. Πρέπει να είναι ένα πολιτικό σχέδιο ικανό να κερδίσει την κοινωνία πριν η Ακροδεξιά καταφέρει να μετατρέψει τη δική της ατζέντα σε μόνιμη ευρωπαϊκή κανονικότητα.

Δείτε επίσης