Η ελληνική οικονομία μπαίνει στο τελευταίο τρίμηνο του 2026 με έναν δύσκολο συνδυασμό: πληθωρισμό που δύσκολα θα υποχωρήσει κάτω από 3,2%, ανάπτυξη 1,9% και περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο για νέα μέτρα στήριξης. Η ενεργειακή αναταραχή, το υψηλότερο κόστος χρήματος και η επίμονη ακρίβεια δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η κυβέρνηση καλείται να στηρίξει νοικοκυριά και επιχειρήσεις χωρίς να διαταράξει τη δημοσιονομική ισορροπία.
Ο επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, Ιωάννης Τσουκαλάς, έδωσε τον τόνο παρουσιάζοντας την τριμηνιαία έκθεση: ο πληθωρισμός δύσκολα θα κλείσει κάτω από 3,2% και «θα είναι θαύμα το αντίθετο». Την ίδια ώρα, το Γραφείο διατηρεί την πρόβλεψη για ανάπτυξη 1,9% το 2026, με εύρος από 1,7% έως 2%.
Η εικόνα γίνεται πιο σύνθετη καθώς η ενεργειακή κρίση μεταφέρεται σταδιακά στο κόστος παραγωγής και στις τιμές, ενώ η νέα αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ επιβαρύνει το κόστος χρηματοδότησης. Παράλληλα, τα μέτρα της ΔΕΘ έχουν ήδη δεσμεύσει σημαντικό μέρος του δημοσιονομικού χώρου.
Το βασικό μήνυμα του Γραφείου είναι ότι η επόμενη φάση της οικονομικής πολιτικής θα απαιτήσει μεγαλύτερη στόχευση. Ο κ. Τσουκαλάς τάσσεται υπέρ των μέτρων για εκείνους που πλήττονται περισσότερο από το ενεργειακό κόστος και κατά των οριζόντιων παρεμβάσεων, όπως γενικευμένες μειώσεις ΦΠΑ ή Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης.
Πληθωρισμός πάνω από 3,2% και νέες πιέσεις από την ενέργεια
Η εξέλιξη του πληθωρισμού αποτελεί πλέον τον σημαντικότερο άμεσο κίνδυνο για την οικονομία. Τον Αύγουστο ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα ανήλθε στο 3,7%, έναντι 2,7% τον Ιούλιο, ενώ παρέμεινε υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Ιδιαίτερα έντονες ήταν οι αυξήσεις στις μεταφορές, κατά 5,9%, και στην κατηγορία ξενοδοχεία, καφέ και εστιατόρια, κατά 8,1%. Η εξέλιξη δείχνει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν περιορίζονται πλέον αποκλειστικά στην ενέργεια, αλλά έχουν περάσει σε σημαντικό τμήμα της καθημερινής κατανάλωσης.
Το πρόβλημα αποκτά μεγαλύτερη διάρκεια καθώς η ενεργειακή κρίση παραμένει ανοιχτή. Η αβεβαιότητα γύρω από τις ενεργειακές ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ μπορεί να οδηγήσει σε νέα άνοδο του κόστους ενέργειας, με επιπτώσεις στις μεταφορές, στη βιομηχανία και στις υπηρεσίες.
Η διατήρηση υψηλότερου πληθωρισμού από την Ευρωζώνη έχει και μια δεύτερη συνέπεια: περιορίζει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και επιβαρύνει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Η ΕΚΤ αυξάνει το κόστος χρήματος
Στο μέτωπο της νομισματικής πολιτικής, η ΕΚΤ προχώρησε τον Σεπτέμβριο σε νέα αύξηση των βασικών επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, μετά την αντίστοιχη κίνηση του Ιουνίου.
Για ελληνικά νοικοκυριά και επιχειρήσεις, η παραμονή των επιτοκίων σε υψηλότερα επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σημαίνει ακριβότερη χρηματοδότηση. Οι επενδύσεις μπορεί να περιοριστούν, ενώ αυξάνεται το κόστος εξυπηρέτησης δανείων και η πίεση στις επιχειρήσεις που χρειάζονται κεφάλαια κίνησης.
Η εξέλιξη δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα: η οικονομία χρειάζεται επενδύσεις για να διατηρήσει τον ρυθμό ανάπτυξης, την ώρα που το κόστος χρηματοδότησής τους αυξάνεται.
Ανάπτυξη 1,9% παρά τις πιέσεις
Το Γραφείο Προϋπολογισμού διατηρεί πάντως την πρόβλεψη για ανάπτυξη 1,9% το 2026. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να κινείται ταχύτερα από την Ευρωζώνη.
Το δεύτερο τρίμηνο του έτους το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση, έναντι 1,2% στην Ευρωζώνη. Η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 1,7%, η δημόσια κατανάλωση κατά 1% και οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών κατά 2,2%.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 6,1%. Ωστόσο, οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 3,7%, λειτουργώντας ανασταλτικά για την ανάπτυξη και επιβεβαιώνοντας την επίμονη εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από εισαγόμενα προϊόντα και πρώτες ύλες.
«Δεν έχουμε δημοσιονομικά περιθώρια για το ενεργειακό τσουνάμι»
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την οικονομική πολιτική είναι πλέον ο περιορισμένος δημοσιονομικός χώρος. «Δεν έχουμε τα δημοσιονομικά περιθώρια για να καλύψουμε αυτό το ενεργειακό τσουνάμι που έχουμε μπροστά μας», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Τσουκαλάς.
Η θέση του Γραφείου είναι ότι η στήριξη θα πρέπει να κατευθύνεται στους περισσότερο ευάλωτους και να μην λάβει οριζόντιο χαρακτήρα. Μειώσεις ΦΠΑ ή ΕΦΚ έχουν υψηλό δημοσιονομικό κόστος και δεν διασφαλίζουν ότι το μεγαλύτερο μέρος της ενίσχυσης καταλήγει σε εκείνους που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.
Το ζήτημα αποκτά πρόσθετη σημασία μετά τις παρεμβάσεις που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ. Τα μέτρα ενισχύουν το διαθέσιμο εισόδημα, αλλά ταυτόχρονα περιορίζουν τον χώρο για νέες παρεμβάσεις εάν η ενεργειακή κρίση παραταθεί.
Οι επενδύσεις είναι το αντίβαρο στην κατανάλωση
Η έκθεση δίνει ιδιαίτερο βάρος στη σύνθεση των δημόσιων δαπανών. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι δημόσιες επενδύσεις έχουν ισχυρότερη και πιο διατηρήσιμη επίδραση στο ΑΕΠ σε σχέση με τη δημόσια κατανάλωση.
Κάθε ευρώ δημόσιων επενδύσεων συνδέεται, σύμφωνα με τη μελέτη του Γραφείου, με περίπου 1,7 ευρώ πρόσθετου ΑΕΠ σε ορίζοντα δύο ετών και 2,25 ευρώ σε τρία χρόνια. Για τη δημόσια κατανάλωση τα αντίστοιχα μεγέθη είναι 1,14 και 1,06 ευρώ.
Το εύρημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει επενδυτικό κενό έναντι της Ευρωζώνης. Το 2025 οι επενδύσεις αντιστοιχούσαν στο 16,9% του ΑΕΠ, από 11,3% το 2018.
Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι μόνο να διατηρηθεί ο όγκος των επενδύσεων, αλλά να βελτιωθεί η ποιότητά τους και η συμβολή τους στην παραγωγικότητα.
Το Ταμείο Ανάκαμψης τελειώνει, η πρόκληση αρχίζει
Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δημιουργεί ένα νέο σημείο καμπής. Η ελληνική οικονομία θα πρέπει να διατηρήσει την επενδυτική δυναμική χωρίς την ίδια ένταση ευρωπαϊκών πόρων.
Ήδη έχουν προχωρήσει νέα χρηματοδοτικά εργαλεία μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, με στόχο τη μόχλευση ευρωπαϊκών πόρων και τη χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η χρηματοδότηση των επενδύσεων θα αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση της ανάπτυξης μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης.
Παράλληλα, το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030 προβλέπει επενδύσεις 23 δισ. ευρώ από εθνικούς πόρους, με έμφαση στις υποδομές, την περιφερειακή ανάπτυξη, την καινοτομία και την πράσινη μετάβαση.
Καλύτερη εικόνα στα ομόλογα, αλλά μεγαλύτερη ευαισθησία στις επιλογές
Η Ελλάδα έχει βελτιώσει σημαντικά τη θέση της στις αγορές ομολόγων. Η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, τα πρωτογενή πλεονάσματα και η βελτίωση των δημοσιονομικών επιδόσεων έχουν περιορίσει την ευαισθησία των ελληνικών τίτλων στις διεθνείς αναταράξεις.
Το Γραφείο καταγράφει ότι μετά το 2022 η ευαισθησία των ελληνικών ομολόγων στις διεθνείς κρίσεις υποχώρησε δραστικά. Η εξέλιξη συνδέεται κυρίως με τη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ και την ενίσχυση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας.
Η βελτίωση, ωστόσο, δεν αποτελεί λευκή επιταγή. Καθώς μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους περνά σταδιακά στον ιδιωτικό τομέα, οι αγορές αναμένεται να παρακολουθούν στενότερα τις δημοσιονομικές επιλογές.
Το πραγματικό στοίχημα είναι η παραγωγικότητα
Πίσω από τους αριθμούς της ανάπτυξης και του πληθωρισμού βρίσκεται το διαρθρωτικό ζήτημα της παραγωγικότητας. Η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει περίπου στο 55% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ το επενδυτικό κενό εξακολουθεί να είναι σημαντικό.
Αυτό σημαίνει ότι η αντιμετώπιση της σημερινής ενεργειακής κρίσης δεν μπορεί να περιοριστεί σε επιδοτήσεις και έκτακτες ενισχύσεις. Η οικονομία χρειάζεται επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγική της δυνατότητα, μειώνουν την εξάρτηση από εισαγωγές και ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα.
Το μήνυμα της έκθεσης είναι διπλό: η δημοσιονομική αξιοπιστία πρέπει να διατηρηθεί, αλλά ο διαθέσιμος χώρος πρέπει να κατευθύνεται κατά προτεραιότητα σε επενδύσεις, παραγωγικότητα και στοχευμένη προστασία από το ενεργειακό κόστος. Με τον πληθωρισμό να απειλεί να παραμείνει πάνω από το 3,2% και την ανάπτυξη να κινείται στο 1,9%, η ισορροπία αυτή γίνεται πλέον το κεντρικό οικονομικό στοίχημα.





