16 Σεπ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Spots
  • Αλβανία: Η «επανάσταση των Φλαμίγκο», ο Κούσνερ και οι κοινωνικές αντιστάσεις

Αλβανία: Η «επανάσταση των Φλαμίγκο», ο Κούσνερ και οι κοινωνικές αντιστάσεις

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Η κινητοποίηση στη Νάρτα-Βιόσα, οι αντιδράσεις στην τουριστική ανάπτυξη και η σύνδεση με τις εξελίξεις στην Ελλάδα βρέθηκαν στο επίκεντρο εκδήλωσης του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ στην ΕΣΗΕΑ.

Το Κίνημα των Φλαμίγκο παρουσιάστηκε ως μια νέα μορφή κοινωνικής κινητοποίησης στην Αλβανία, αλλά και ως πεδίο σύγκρουσης γύρω από το περιβάλλον, τις επενδύσεις, τον δημόσιο χώρο και τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών.

Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου με τη συμμετοχή του λέκτορα Πολιτικής Επιστήμης στο Μεσογειακό Πανεπιστήμιο Αλβανίας Kriton Kuci, της επιστημονικής συνεργάτιδας του ΕΝΑ και διδάκτορος του Τμήματος Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου Αγγελικής Μητροπούλου και του Flori Qyqja, μέλους της Πρωτοβουλίας Αλβανών μεταναστών, μεταναστριών και αλληλέγγυων. Τη συζήτηση συντόνισε η Ιλιρίντα Μουσαράι.

Στο επίκεντρο βρέθηκαν οι κινητοποιήσεις που ξεκίνησαν τον περασμένο Μάιο στη Νάρτα-Βιόσα, με αφορμή την παραχώρηση προστατευόμενων περιοχών σε επενδυτικά σχέδια που συνδέονται με τον Τζάρεντ Κούσνερ. Οι κινητοποιήσεις έχουν ήδη αποτελέσει σημαντικό κεφάλαιο στην αλβανική δημόσια συζήτηση, με τις διαδηλώσεις να κλιμακώνονται μέσα στο 2026.

Η υπόθεση έχει αποκτήσει ευρύτερη πολιτική διάσταση, καθώς αφορά τον τρόπο με τον οποίο η αλβανική κυβέρνηση αντιμετωπίζει τις μεγάλες τουριστικές επενδύσεις, αλλά και το πώς αντιδρούν κοινωνικές ομάδες απέναντι στην αλλαγή χρήσεων γης και την πρόσβαση σε φυσικούς πόρους.

Στο Αλβανία, το ζήτημα συνδέεται πλέον με μια ευρύτερη συζήτηση για τον Έντι Ράμα, τις επενδύσεις και το μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης που προωθείται στη χώρα.

Ένα κίνημα που ξεκίνησε από το περιβάλλον και άνοιξε την πολιτική συζήτηση

Ο Kriton Kuci περιέγραψε το Κίνημα των Φλαμίγκο ως μια κινητοποίηση «από τα κάτω», η οποία δεν δημιουργήθηκε ούτε καθοδηγήθηκε από τα μεγάλα πολιτικά κόμματα. Στις κινητοποιήσεις συμμετείχαν νέοι, οικολόγοι, πολίτες χωρίς προηγούμενη πολιτική δράση, μικρότερες πολιτικές συλλογικότητες και κόμματα.

Κατά τον Kuci, η εμφάνιση του κινήματος συνδέεται με ένα περιβάλλον θεσμικής οπισθοδρόμησης, συγκέντρωσης οικονομικής και πολιτικής ισχύος, αδιαφανών «στρατηγικών επενδύσεων» και μεγάλης κλίμακας μετανάστευσης των νέων.

Το φλαμίγκο, ως σύμβολο, αποτέλεσε ένα από τα βασικά στοιχεία της κινητοποίησης. Η εικόνα, η ειρωνεία και η χρήση ενός εύκολα αναγνωρίσιμου συμβόλου έδωσαν στο κίνημα τη δυνατότητα να υπερβεί τα στενά όρια μιας περιβαλλοντικής διαμαρτυρίας. Η συζήτηση μετατοπίστηκε έτσι προς το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο λαμβάνονται οι δημόσιες αποφάσεις στην Αλβανία.

Το τουριστικό θέρετρο Κούσνερ έχει βρεθεί στο επίκεντρο των αντιδράσεων, με τον Ράμα να υπερασπίζεται την επένδυση και να υποστηρίζει ότι η Αλβανία πρέπει να παραμείνει προορισμός για μεγάλους διεθνείς επενδυτές.

Φλαμίγκο και εθνική σημαία σε μια εσωτερική σύγκρουση

Η ετερογένεια του κινήματος αποτελεί, σύμφωνα με τον Kuci, ταυτόχρονα πλεονέκτημα και αδυναμία. Από τη μία πλευρά επιτρέπει τη συνύπαρξη διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και την υπέρβαση των παραδοσιακών πολιτικών διαχωρισμών. Από την άλλη, η απουσία ενιαίας οργανωτικής δομής αφήνει ανοιχτό το ζήτημα της φυσιογνωμίας που θα αποκτήσει το κίνημα.

Ο ίδιος εντόπισε δύο βασικές τάσεις. Η πρώτη είναι η ανοιχτή, οικολογική και συμπεριληπτική λογική που συμβολίζεται από το φλαμίγκο. Η δεύτερη είναι μια ισχυρότερη εθνικιστική κατεύθυνση, η οποία εκφράζεται μέσα από σημαίες, συνθήματα και περιστατικά αποκλεισμού διαφορετικών φωνών.

Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι εάν η αρχική περιβαλλοντική και κοινωνική ταυτότητα θα παραμείνει στον πυρήνα της κινητοποίησης ή εάν το εθνικό στοιχείο θα αποκτήσει μεγαλύτερο πολιτικό βάρος.

Για τον Kuci, η εξέλιξη αυτή θα κριθεί από την αντοχή του κινήματος στην παρατεταμένη κινητοποίηση, την αποφυγή πολιτικής οικειοποίησης και τη δυνατότητά του να διαχειριστεί τις εσωτερικές αντιφάσεις του.

Η αλβανική διασπορά στην Ελλάδα και οι διαφορετικές αφετηρίες

Ιδιαίτερη θέση στη συζήτηση είχε η συμμετοχή των Αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα. Ο Flori Qyqja αναφέρθηκε στις κινητοποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα ως πράξεις αλληλεγγύης προς το Κίνημα των Φλαμίγκο στην Αλβανία.

Η συμμετοχή ήταν ετερόκλητη, με ανθρώπους που συνδέονται με το ίδιο το κίνημα, οργανώσεις της Αριστεράς, αλλά και πολίτες με έντονη αλβανική ταυτότητα.

Σύμφωνα με τον Qyqja, ωστόσο, η συμμετοχή δεν αντιστοιχούσε στο μέγεθος της αλβανικής κοινότητας στην Ελλάδα. Ένας από τους λόγους είναι ότι σημαντικό τμήμα των μεταναστών θεωρεί πως η ζωή του έχει πλέον διαμορφωθεί διαφορετικά από εκείνη στην Αλβανία, ύστερα από δεκαετίες εγκατάστασης στην Ελλάδα.

Στην εξίσωση προστίθενται, όπως ανέφερε, οι πολιτικοί μηχανισμοί του Σοσιαλιστικού Κόμματος του Έντι Ράμα που εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, ο κατακερματισμός της αλβανικής διασποράς και η περιορισμένη πολιτική συμμετοχή μεγάλου μέρους της κοινότητας.

Ο Qyqja έθεσε επίσης το ζήτημα του φόβου και του ρατσισμού ως παράγοντες που επηρεάζουν την απόφαση συμμετοχής σε δημόσιες κινητοποιήσεις. Παρά τις δυσκολίες, χαρακτήρισε σημαντική την προσπάθεια ενεργοποίησης της αλβανικής διασποράς διεθνώς γύρω από το Κίνημα των Φλαμίγκο.

Από τη Νάρτα-Βιόσα στην Ελλάδα: ένα γνώριμο μοντέλο ανάπτυξης

Η Αγγελική Μητροπούλου συνέδεσε τις εξελίξεις στην Αλβανία με φαινόμενα που έχουν καταγραφεί στην Ελλάδα, κυρίως σε περιοχές με έντονη τουριστική ανάπτυξη.

Περιπτώσεις όπως η Πολύαιγος, η Ίος, η Σέριφος, η Κέρκυρα και το Ελληνικό χρησιμοποιήθηκαν ως παραδείγματα διαφορετικών εκδοχών μιας διαδικασίας κατά την οποία η προστασία του φυσικού χώρου συνυπάρχει με την προσπάθεια προσέλκυσης μεγάλων επενδύσεων.

Σύμφωνα με την ίδια, η Αλβανία δεν αποτελεί απομονωμένη περίπτωση, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαδικασία τουριστικοποίησης που είναι ήδη ορατή στην Αδριατική και το Ιόνιο.

Η βασική αντίφαση αφορά την ίδια την αξία του φυσικού τοπίου. Το προστατευόμενο περιβάλλον μπορεί να λειτουργεί ως περιορισμός για μια επένδυση, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί μέρος της αξίας που πωλείται ως τουριστικό προϊόν.

Πώς ένα κοινό αγαθό παύει να είναι κοινό στην πράξη

Η περιβαλλοντική υποβάθμιση, σύμφωνα με την Μητροπούλου, δεν πραγματοποιείται κατ’ ανάγκη με μία μεγάλη παρέμβαση. Μπορεί να προκύπτει σταδιακά, μέσα από επιμέρους άδειες, εξαιρέσεις, παρεμβάσεις και εκ των υστέρων ρυθμίσεις.

Αντίστοιχα, η πρόσβαση στον δημόσιο χώρο μπορεί να περιορίζεται χωρίς να αλλάζει τυπικά ο δημόσιος χαρακτήρας του. Μια παραλία, ένα τοπίο ή ένας φυσικός χώρος μπορεί να παραμένει θεσμικά κοινόχρηστος, αλλά η πρακτική πρόσβαση σε αυτόν να γίνεται σταδιακά πιο δύσκολη ή επιλεκτική.

Εδώ εντοπίζεται και η διάσταση των κοινωνικών ανισοτήτων. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το εάν πραγματοποιείται μια επένδυση, αλλά ποιος αποκτά πρόσβαση στα οφέλη της, ποιος επωμίζεται το περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος και ποιοι συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Η τοπική κοινωνία μπορεί έτσι να μετακινηθεί από τη θέση της συνομιλήτριας στη θέση του αποδέκτη αποφάσεων που έχουν ήδη ληφθεί.

Ο ρόλος του κράτους και η έννοια της «στρατηγικής επένδυσης»

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον ρόλο του κράτους. Η Μητροπούλου υποστήριξε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις το κράτος μπορεί να μετακινείται από τον ρόλο του ρυθμιστή προς εκείνον του διευκολυντή της επενδυτικής διαδικασίας.

Αυτό, όπως σημείωσε, δημιουργεί μια ασυμμετρία: οι θεσμοί μπορεί να εμφανίζονται ιδιαίτερα αποτελεσματικοί στην επιτάχυνση αδειοδοτήσεων, αλλά λιγότερο αποτελεσματικοί στον έλεγχο, στην αποκατάσταση και στην αντιμετώπιση παραβάσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, ο χαρακτηρισμός μιας επένδυσης ως «στρατηγικής» αποκτά ευρύτερη πολιτική σημασία. Δεν αποτελεί μόνο διοικητικό ή τεχνικό όρο, αλλά εντάσσει την ιδιωτική επένδυση σε ένα αφήγημα δημόσιου συμφέροντος.

Η σύγκριση Ελλάδας και Αλβανίας, κατά την ίδια προσέγγιση, αφορά περισσότερο τη μορφή παρά τη βασική λογική. Στην Αλβανία η πολιτική διευκόλυνση εμφανίζεται περισσότερο προσωποποιημένη, ενώ στην Ελλάδα έχει αποκτήσει μεγαλύτερη θεσμική συνέχεια.

Δρόμος και δικαστήρια: διαφορετικές μορφές κοινωνικής αντίδρασης

Μια από τις σημαντικότερες διαφορές που αναδείχθηκαν αφορά τις μορφές αντίδρασης.

Στην Αλβανία, σύμφωνα με την Μητροπούλου, οι περιορισμένες δυνατότητες θεσμικής παρέμβασης έχουν ενισχύσει τη μεταφορά της σύγκρουσης στον δρόμο. Η περιβαλλοντική διαμαρτυρία συνδέθηκε έτσι με ένα ευρύτερο αίτημα για συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, οι αντιδράσεις περνούν συχνά μέσα από συλλόγους, σωματεία, υπομνήματα, προσφυγές και δικαστικές διαδικασίες. Οι τοπικές πρωτοβουλίες εξακολουθούν να διαδραματίζουν ρόλο, συχνά όμως λειτουργούν κατακερματισμένα και επωμίζονται σημαντικό θεσμικό και οικονομικό κόστος.

Η διαφορά αυτή δεν αναιρεί την κοινή βάση των συγκρούσεων: ποιος έχει λόγο για τη χρήση του χώρου και ποιος καθορίζει το αναπτυξιακό μοντέλο μιας περιοχής.

Το πραγματικό ερώτημα πίσω από τα φλαμίγκο

Η συζήτηση στην ΕΣΗΕΑ έφερε τελικά το Κίνημα των Φλαμίγκο έξω από τα στενά όρια μιας περιβαλλοντικής διαμαρτυρίας.

Το βασικό ερώτημα αφορά το ποιος αποφασίζει για το μέλλον ενός τόπου, με ποιες διαδικασίες, ποια είναι η συμμετοχή της κοινωνίας και πώς κατανέμονται το κόστος και τα οφέλη μιας επένδυσης.

Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο η αλβανική εμπειρία συναντά την ελληνική. Οι δύο χώρες έχουν διαφορετικούς θεσμούς, διαφορετικές πολιτικές παραδόσεις και διαφορετικό βαθμό τουριστικής ανάπτυξης. Οι συγκρούσεις όμως γύρω από τον δημόσιο χώρο, τις προστατευόμενες περιοχές και τις μεγάλες επενδύσεις εμφανίζουν κοινά χαρακτηριστικά.

Το εάν το φλαμίγκο θα παραμείνει σύμβολο μιας ανοιχτής περιβαλλοντικής κινητοποίησης ή θα ενταχθεί σε μια διαφορετική πολιτική αφήγηση αποτελεί ένα από τα ζητήματα που θα καθορίσουν την επόμενη φάση του κινήματος. Παράλληλα, η εξέλιξή του θα δείξει εάν μια περιβαλλοντική διεκδίκηση μπορεί να μετατραπεί σε σταθερό αίτημα για μεγαλύτερη κοινωνική συμμετοχή στις αποφάσεις που αφορούν τον χώρο και την ανάπτυξη.

Δείτε επίσης