Η συζήτηση για το αν η Ελλάδα έχει πλέον «γίνει Βουλγαρία» σε επίπεδο εισοδημάτων βασίζεται σε πραγματικά στοιχεία της Eurostat, αλλά η πλήρης εικόνα γίνεται διαφορετική όταν εξετάσουμε όχι μόνο τους μισθούς, αλλά και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Το 2024, το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα σε μονάδες αγοραστικής δύναμης ήταν 12.436 στην Ελλάδα, έναντι 13.079 στη Βουλγαρία και 21.253 στην ΕΕ. Δηλαδή, στον δείκτη που προσεγγίζει περισσότερο το εισόδημα που πραγματικά διαθέτει το τυπικό νοικοκυριό, η Ελλάδα βρισκόταν ήδη ελαφρώς κάτω από τη Βουλγαρία. Την ίδια ώρα, όμως, οι καθαρές αποδοχές των Ελλήνων εργαζομένων αυξήθηκαν σημαντικά μετά το 2019 και σε αρκετούς επιμέρους δείκτες η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει προβάδισμα.
Τα καθαρά εισοδήματα αυξήθηκαν σημαντικά μετά το 2019
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, ένας άγαμος και άτεκνος εργαζόμενος στην Ελλάδα που αμείβεται με τον μέσο μισθό είχε το 2025 καθαρές ετήσιες αποδοχές 21.498 ευρώ, έναντι 15.112 ευρώ το 2019.
Η αύξηση φθάνει το 37,8%, δηλαδή σχεδόν 5.900 ευρώ σε έξι χρόνια. Σε ετήσια βάση αντιστοιχεί σε περίπου 1.000 ευρώ επιπλέον εισόδημα.
Παρά τη σημαντική άνοδο, η Ελλάδα κατατάσσεται μόλις 17η μεταξύ των 27 κρατών-μελών. Πίσω της βρίσκονται η Πορτογαλία, η Ρουμανία και η Βουλγαρία, με τις δύο τελευταίες να εμφανίζουν καθαρά εισοδήματα 13.877 και 14.449 ευρώ αντίστοιχα.
Ανάλογη είναι η εικόνα και για οικογένεια με δύο εργαζόμενους γονείς και δύο παιδιά. Οι καθαρές ετήσιες αποδοχές αυξήθηκαν από 33.014 ευρώ το 2019 σε 44.528 ευρώ το 2025, καταγράφοντας άνοδο 31,6%.
Στην περίπτωση ζευγαριού με δύο παιδιά και έναν εργαζόμενο, το καθαρό εισόδημα αυξήθηκε από 17.515 ευρώ σε 23.413 ευρώ, δηλαδή κατά 33,2%.
Για δύο εργαζόμενους χωρίς παιδιά, οι καθαρές ετήσιες αποδοχές αυξήθηκαν από 32.814 ευρώ το 2019 σε 42.996 ευρώ το 2025, σημειώνοντας άνοδο 31%.
Η εικόνα αυτή είναι σαφής: τα καθαρά εισοδήματα των συγκεκριμένων κατηγοριών εργαζομένων αυξήθηκαν αισθητά μετά το 2019.
Όμως το 2015-2019 η Ελλάδα κινήθηκε αντίθετα από την Ευρώπη
Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες παραμέτρους της σύγκρισης.
Κατά την τετραετία 2015-2019 οι ίδιες κατηγορίες ελληνικών νοικοκυριών είδαν τα καθαρά εισοδήματά τους να μειώνονται, την ώρα που στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι αντίστοιχες αποδοχές αυξάνονταν.
Για ένα ζευγάρι με δύο παιδιά και δύο εργαζόμενους η απώλεια έφθασε σχεδόν τα 873 ευρώ. Για έναν άγαμο χωρίς παιδιά η μείωση ξεπέρασε τα 489 ευρώ, ενώ για δύο εργαζόμενους χωρίς παιδιά άγγιξε τα 1.073 ευρώ.
Ακόμη και η οικογένεια με δύο παιδιά και έναν εργαζόμενο κατέγραψε μικρή μείωση, περίπου 62 ευρώ.
Επομένως, η μεγάλη αύξηση που καταγράφεται μετά το 2019 πρέπει να διαβαστεί και ως αντιστροφή μιας προηγούμενης περιόδου εισοδηματικής υποχώρησης.
Το ΑΕΠ δεν είναι μισθός – και εδώ η Eurostat έχει δίκιο
Ένα από τα βασικά σημεία της συζήτησης είναι η διάκριση ανάμεσα στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ και στο πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης δεν αποτελεί μέτρηση μισθού ή διαθέσιμου εισοδήματος. Είναι δείκτης οικονομικής δραστηριότητας και παραγωγής.
Το 2025 η Ελλάδα βρισκόταν στο 68,4% του μέσου όρου της ΕΕ και η Βουλγαρία στο 68,1%. Με αυτόν τον δείκτη, οι δύο χώρες βρίσκονται ουσιαστικά στο ίδιο επίπεδο.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι στις δύο χώρες έχουν το ίδιο εισόδημα ή την ίδια αγοραστική δύναμη.
Η Actual Individual Consumption μικραίνει, αλλά δεν εξαφανίζει τη διαφορά
Για τη μέτρηση της υλικής ευημερίας των νοικοκυριών, η Eurostat χρησιμοποιεί και την Actual Individual Consumption, την πραγματική ατομική κατανάλωση.
Το 2025 ο δείκτης ήταν 80 για την Ελλάδα και 77 για τη Βουλγαρία, με τον μέσο όρο της ΕΕ στο 100.
Εδώ η Ελλάδα βρίσκεται πράγματι πάνω από τη Βουλγαρία. Η διαφορά, ωστόσο, είναι μόλις τρεις μονάδες. Και οι δύο χώρες απέχουν σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η εξέλιξη της δεκαετίας. Το 2015 η Ελλάδα βρισκόταν στο 78 και η Βουλγαρία στο 63. Το 2025 οι τιμές ήταν 80 και 77 αντίστοιχα.
Η Βουλγαρία, επομένως, έχει μειώσει θεαματικά την απόσταση που τη χώριζε από την Ελλάδα.
Ο δείκτης που αλλάζει περισσότερο την εικόνα είναι το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα
Εάν το ερώτημα είναι πόσο εισόδημα διαθέτει το «τυπικό» νοικοκυριό, μετά τις μεταβιβάσεις και σε συνάρτηση με το κόστος ζωής, τότε ένας πολύ πιο άμεσος δείκτης είναι το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα σε μονάδες αγοραστικής δύναμης.
Για το 2024, η Ελλάδα καταγράφεται στις 12.436 μονάδες, έναντι 13.079 της Βουλγαρίας και 21.253 για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Εδώ η εικόνα αντιστρέφεται: η Βουλγαρία βρίσκεται ελαφρώς πάνω από την Ελλάδα.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή ο συγκεκριμένος δείκτης προσεγγίζει πολύ περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών από έναν δείκτη συνολικής οικονομικής παραγωγής.
Η Ελλάδα βρίσκεται περίπου στο 58,5% του ευρωπαϊκού διάμεσου διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ η Βουλγαρία βρίσκεται υψηλότερα.
Ο κατώτατος μισθός δίνει άλλη εικόνα
Στον κατώτατο μισθό, πάντως, η Ελλάδα έχει σαφές προβάδισμα.
Τον Ιούλιο του 2026 ο ελληνικός κατώτατος μισθός αντιστοιχούσε σε 1.229 μονάδες αγοραστικής δύναμης, έναντι 993 στη Βουλγαρία.
Η διαφορά είναι περίπου 23,8% υπέρ της Ελλάδας.
Αυτό σημαίνει ότι ο ελληνικός κατώτατος μισθός έχει μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη από τον αντίστοιχο βουλγαρικό. Δεν σημαίνει όμως ότι όλοι οι ελληνικοί μισθοί έχουν κατά 24% μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη.
Ο κατώτατος μισθός αποτελεί ένα συγκεκριμένο σημείο της μισθολογικής κατανομής και δεν ταυτίζεται ούτε με τον μέσο ούτε με τον διάμεσο μισθό.
Μάλιστα, στην Ελλάδα ο κατώτατος μισθός αντιστοιχεί σε σχετικά υψηλό ποσοστό του διάμεσου μικτού μισθού. Αυτό συμβάλλει στην καλύτερη εικόνα της χώρας στη συγκεκριμένη σύγκριση.
Και στους μέσους μισθούς η Ελλάδα παραμένει στις τελευταίες θέσεις
Η εικόνα γίνεται πιο καθαρή όταν εξεταστούν οι μέσοι ετήσιοι μισθοί πλήρους απασχόλησης.
Το 2024 η Eurostat κατέγραφε περίπου 18.000 ευρώ για την Ελλάδα και 15.400 ευρώ για τη Βουλγαρία. Η Ουγγαρία βρισκόταν στα 18.500 ευρώ.
Με άλλα λόγια, Ελλάδα, Ουγγαρία και Βουλγαρία βρίσκονταν στις τρεις χαμηλότερες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Επομένως, η Ελλάδα πράγματι βρίσκεται πάνω από τη Βουλγαρία σε αρκετούς μισθολογικούς δείκτες, αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι και οι δύο χώρες ανήκουν στη χαμηλότερη εισοδηματική ζώνη της ΕΕ.
Τι τελικά ισχύει
Η πραγματικότητα βρίσκεται ανάμεσα στις δύο υπερβολικές αναγνώσεις.
Δεν είναι ακριβές να πει κανείς ότι Ελλάδα και Βουλγαρία έχουν «την ίδια αγοραστική δύναμη» σε κάθε οικονομικό μέτρο. Ο ελληνικός κατώτατος μισθός, για παράδειγμα, έχει περίπου 24% μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη από τον βουλγαρικό.
Εξίσου προβληματικό, όμως, είναι να παρουσιάζεται η σύγκλιση των δύο χωρών ως ανύπαρκτη.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS είναι σχεδόν ίδιο: 68,4 έναντι 68,1. Η πραγματική ατομική κατανάλωση είναι 80 έναντι 77. Και στο διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα σε μονάδες αγοραστικής δύναμης η Βουλγαρία, με τα στοιχεία του 2024, βρίσκεται ήδη πάνω από την Ελλάδα: 13.079 έναντι 12.436.
Την ίδια στιγμή, οι μέσοι μισθοί παραμένουν εξαιρετικά χαμηλοί σε ευρωπαϊκή σύγκριση, ενώ η μεγάλη άνοδος των καθαρών ελληνικών εισοδημάτων μετά το 2019 ήρθε ύστερα από μία περίοδο κατά την οποία η χώρα είχε κινηθεί αντίθετα από την ευρωπαϊκή τάση.
Άρα η ακριβέστερη δημοσιογραφική διατύπωση δεν είναι ούτε ότι «η Ελλάδα έγινε Βουλγαρία» ούτε ότι «η Ελλάδα απέχει πλέον πολύ από τη Βουλγαρία».
Η Eurostat δείχνει μια Ελλάδα που ανέκαμψε σημαντικά μετά το 2019, αλλά παραμένει κοντά στο κάτω άκρο της ευρωπαϊκής εισοδηματικής κλίμακας, ενώ η Βουλγαρία έχει πραγματοποιήσει πολύ ταχύτερη σύγκλιση και σε ορισμένους δείκτες έχει ήδη περιορίσει ή και ανατρέψει το ελληνικό προβάδισμα.
Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι ποιος δείκτης «βολεύει» περισσότερο. Είναι να λέμε κάθε φορά τι ακριβώς μετράει: ΑΕΠ, κατανάλωση, κατώτατο μισθό, μέσο μισθό ή διαθέσιμο εισόδημα. Μόνο τότε η σύγκριση Ελλάδας και Βουλγαρίας αποκτά πραγματικό οικονομικό περιεχόμενο.






