Ένα από τα σοβαρότερα σφάλματα στην πολιτική επικοινωνία είναι όταν απαιτείται να γίνει διευκρίνιση ή και ανασκευή μιας εξαγγελίας μετά από τις παρανοήσεις που προκάλεσε. Κάπως έτσι χάνεται το παιχνίδι των εντυπώσεων και κηλιδώνονται ακόμα και οι καλύτερες προθέσεις. Στην περίπτωση της αναφοράς του Αλέξη Τσίπρα για τον “πατριωτικό φόρο” (1% στα εισοδήματα του 1% των πλουσιότερων Ελλήνων) συνέβη ακριβώς αυτό. Κάτι ανάλογο συνέβη και με την Golden Visa και την αναντιστοιχία με παλαιότερες δηλώσεις…
Ο πρώην πρωθυπουργός εμφανίστηκε στη Θεσσαλονίκη με ένα συγκεκριμένο οικονομικό πρόγραμμα και, αναμφίβολα, ήταν πολύ καλύτερα προετοιμασμένος ως προς την τεκμηρίωση όσων ανακοίνωσε από οποιαδήποτε άλλη στιγμή της πολιτικής του διαδρομής μετά το 2015. Θα μπορούσε να πει κανείς πώς αυτό ήταν “κίνηση forcé”. Γνωρίζει πώς πολλοί (από την κυβέρνηση μέχρι το ΠΑΣΟΚ) καραδοκούν να απαξιώσουν οτιδήποτε υποστηρίζει και να τον αποδομούν με αναφορές στο “πρόγραμμα Θεσσαλονίκης”, τα νταούλια στον ήχο των οποίων θα χόρευαν οι αγορές, τα έσοδα από το λαθρεμπόριο, και άλλα συναφή που είχε εμφανίσει, προ δεκαετίας, ως άσους από το μανίκι.
Ακριβώς γι’ αυτό έπρεπε να προσέξει κάθε λέξη που θα έλεγε και, κυρίως, δίπλα σε κάθε εξαγγελία να έχει κι έναν αριθμό. Το κόστος. Το τελευταίο το κάλυψε πολιτικά σπεύδοντας πρώτος να ζητήσει να κοστολογηθεί το πρόγραμμά του από το Δημοσιονομικό Συμβούλιο- καταθέτει, μάλιστα, το πρόγραμμά του την Δευτέρα και αναμένει απάντηση.
Το λάθος, όμως, δεν το απέφυγε η ΕΛΑΣ. Τα στελέχη της που εμφανίστηκαν στα κανάλια μετά τις ανακοινώσεις Τσίπρα δεν ήταν, όπως αποδείχτηκε, καλά “διαβασμένα”. Η ατάκα για τις θυρίδες ήταν, για παράδειγμα, και αχρείαστη και παραπλανητική. Το γεγονός, δε, ότι λίγες ώρες αργότερα το γραφείο Τύπου αναγκάστηκε να εκδώσει αναλυτική (διευκρινιστική) ενημέρωση σχετικά με το τι θα είναι ο “πατριωτικός φόρος” και να διαλύσει τα νέφη, από μόνο του δείχνει τουλάχιστον έλλειψη αντανακλαστικών. Όλα κρίνονται σε πρώτο χρόνο, μετά την απομάκρυνση από το (πολιτικό) ταμείο, ουδέν (επικοινωνιακό) λάθος αναγνωρίζεται.
Όλα αυτά αποκαλύπτουν και ένα οργανωτικό πρόβλημα στην ομάδα επικοινωνίας. Όταν ο Τσίπρας κάνει ανακοινώσεις για την οικονομία, τα στελέχη που θα έπρεπε να εμφανιστούν για να εξηγήσουν είναι ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης που ήταν επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, η συντονίστρια Ευγενία Φωτονιάτα, οι πρώην υπουργοί Γιώργος Χουλιαράκης και Δημήτρης Λιάκος. Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς: μα, δεν μπορούν να υποστηρίξουν με επάρκεια τα επί μέρους ζητήματα που προκύπτουν οι εκπρόσωποι Τύπου ή οι αρμόδιοι τομεάρχες; Δεν είναι εύκολη η απάντηση, προκύπτει, όμως, εκ του αποτελέσματος.
Σε πολιτικό επίπεδο, οι ανακοινώσεις Τσίπρα δέχτηκαν πανταχόθεν πυρά. Αναμενόμενο. Η κυβέρνηση τον κατηγορεί ότι μοιράζει 13 δισ που δεν υπάρχουν ( και επ΄ αυτού υπήρξε διευκρινιστική απάντηση) και “τινάζει την μπάνκα στον αέρα”, το ΠΑΣΟΚ ότι αντιγράφει το 80% του δικού του προγράμματος, ακόμα και οι Παύλος Πολάκης και Νίκος Παππάς έσπευσαν να τον κατηγορήσουν ότι οι εξαγγελίες του ήταν πολύ “συστημικές” και ξέχασε την κρατικοποίηση της ΔΕΗ, μιας εκ των τεσσάρων τραπεζών, και άλλα.
Εξ αυτών προκύπτει ένας επιπλέον λόγος να “έχει τα μάτια του δέκα τέσσερα”. Πέραν του “κλειστού” εκλογικού κοινού που τον πιστεύει και θα τον ψηφίσει όπως και να’ χει, για να επιστρέψει διεκδικητικά στο επίκεντρο της πολιτικής πρέπει να πείσει πολλούς περισσότερους που τον βλέπουν μεν συμπαθητικά, θα τον αξιολογήσουν, όμως, μέχρι κεραίας.
Και ως προς αυτό, η απάντηση είναι μία: αξιοπιστία. Να γνωρίζεις τι προτείνεις και να το διατυπώνεις άρτια και πειστικά. Αυτή η μάχη δεν έχει ακόμα κερδηθεί.
Και για να συμβεί αυτό δεν αρκούν μόνο νέα πρόσωπα με ενθουσιασμό και επιστημονικές ή τεχνοκρατικές περγαμηνές. Χρειάζεται και προσωπικό με πολιτική στόφα που να εκλαϊκεύει και να απλοποιεί. Και να αποφεύγει τις γκάφες με τις θυρίδες και άλλα τινά…






