Το δυστύχημα στην Ψάθα, όπου δύο πυροσβεστικά ελικόπτερα συγκρούστηκαν κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων αεροπυρόσβεσης, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο ως ένα τραγικό «ανθρώπινο λάθος». Η διερεύνηση των πραγματικών αιτιών αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας, καθώς ήδη εγείρονται σοβαρά ερωτήματα για τα πρότυπα λειτουργίας, τη στελέχωση των πληρωμάτων και το μοντέλο ανάθεσης κρίσιμων επιχειρησιακών αποστολών σε ιδιωτικές εταιρείες.
Όταν η οικονομία μπαίνει στο πιλοτήριο
Κάθε αεροπορικό δυστύχημα απαιτεί ψυχραιμία, τεχνική ανάλυση και αναμονή των επίσημων πορισμάτων. Όμως η ασφάλεια των πτήσεων δεν είναι ένα θέμα που μπορεί να περιμένει μετά την τραγωδία. Είναι ένα σύστημα πρόληψης που δοκιμάζεται πριν από αυτήν.
Οι καταγγελίες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας σχετικά με τη στελέχωση των πυροσβεστικών ελικοπτέρων θέτουν ένα κρίσιμο ερώτημα: όταν ένα ελικόπτερο επιχειρεί σε εξαιρετικά απαιτητικές συνθήκες —με χαμηλή ορατότητα, υψηλές θερμοκρασίες, καπνό, αναταράξεις και συνεχή πίεση χρόνου— είναι επαρκές ένα μόνο ζευγάρι χεριών στον χειρισμό;
Σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν έμπειροι πιλότοι, η πρακτική που ακολουθείται σε ορισμένες ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι η πτήση με έναν χειριστή και έναν «σύνδεσμο», αντί για πλήρες πλήρωμα με δύο χειριστές. Ο δεύτερος επιβαίνων έχει κυρίως ρόλο επικοινωνίας και συνεννόησης με τις επίγειες δυνάμεις, όχι ενεργού συμμετοχής στον χειρισμό του ελικοπτέρου.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο που απαιτεί απαντήσεις.
Η αεροπυρόσβεση δεν είναι μια συνηθισμένη πτήση
Η επιχειρησιακή πραγματικότητα της δασοπυρόσβεσης είναι από τις πιο απαιτητικές μορφές αεροπορικής δραστηριότητας. Ο πιλότος δεν εκτελεί απλώς μια διαδρομή από ένα σημείο σε ένα άλλο. Καλείται ταυτόχρονα να διατηρεί τον έλεγχο του ελικοπτέρου, να εκτιμά τις καιρικές συνθήκες, να παρακολουθεί το ανάγλυφο, να αποφεύγει άλλα εναέρια μέσα, να προσεγγίζει με ακρίβεια το σημείο ρίψης και να λαμβάνει αποφάσεις μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα.
Σε τέτοιες συνθήκες, η παρουσία δεύτερου χειριστή δεν αποτελεί πολυτέλεια. Σε πολλές αεροπορικές δραστηριότητες θεωρείται στοιχείο αυξημένης ασφάλειας, καθώς μειώνει το ανθρώπινο φορτίο και επιτρέπει καλύτερη διαχείριση έκτακτων καταστάσεων.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν ένας έμπειρος πιλότος μπορεί να πετάξει μόνος. Το ερώτημα είναι αν το σύστημα πρέπει να απαιτεί από έναν άνθρωπο να διαχειρίζεται ταυτόχρονα όλες τις κρίσιμες παραμέτρους μιας αποστολής υψηλού κινδύνου.
Ιδιωτικοποίηση κρίσιμων υπηρεσιών: Το κόστος και η λογοδοσία
Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει επιλέξει σε μεγάλο βαθμό τη συνεργασία με ιδιωτικές εταιρείες για την κάλυψη αναγκών αεροπυρόσβεσης. Η λογική είναι γνωστή: η Πολιτεία αποκτά πρόσβαση σε μέσα χωρίς να επωμίζεται το πλήρες κόστος αγοράς, συντήρησης και διαχείρισης ενός μεγάλου στόλου.
Όμως η επιλογή αυτή συνοδεύεται από μία θεμελιώδη προϋπόθεση: τα πρότυπα ασφαλείας δεν μπορεί να καθορίζονται από το οικονομικό κόστος.
Οι πληροφορίες για συμβάσεις που φτάνουν σε ιδιαίτερα υψηλά ποσά, με το συνολικό κόστος των επιχειρήσεων αεροπυρόσβεσης να υπολογίζεται ότι ξεπερνά τα 160 εκατομμύρια ευρώ, καθιστούν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για απόλυτη διαφάνεια.
Ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει όχι μόνο πόσα χρήματα δαπανώνται, αλλά και με ποιους όρους παρέχεται αυτή η υπηρεσία. Ποια είναι τα ελάχιστα πρότυπα στελέχωσης; Ποιος ελέγχει την εφαρμογή τους; Υπάρχουν διαφορετικοί κανόνες για τα στρατιωτικά και τα ιδιωτικά μέσα; Και τελικά, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη όταν ένα σύστημα αποδεικνύεται ανεπαρκές;
Η συντήρηση, οι ιδιώτες και η μεγάλη συζήτηση που ανοίγει
Παράλληλα, η ευρύτερη συζήτηση αφορά και τη συντήρηση των εναέριων μέσων. Η μεταφορά εργασιών συντήρησης σε ιδιωτικούς φορείς δεν αποτελεί από μόνη της πρόβλημα, εφόσον συνοδεύεται από αυστηρό έλεγχο, πιστοποιήσεις και συνεχή εποπτεία.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος ελέγχει τον ιδιώτη. Διότι όταν ένα κράτος παραχωρεί κρίσιμες λειτουργίες —είτε πρόκειται για συντήρηση είτε για επιχειρησιακή αξιοποίηση μέσων— δεν παραχωρεί και την ευθύνη του.
Η ευθύνη για την ασφάλεια παραμένει πολιτική και θεσμική.
Όχι άλλες «εκ των υστέρων» διαπιστώσεις
Η Ελλάδα έχει πληρώσει βαρύ τίμημα από πυρκαγιές και καταστροφές. Κάθε καλοκαίρι επαναλαμβάνεται η ίδια αγωνία: αντέχει ο μηχανισμός; Υπάρχουν αρκετά μέσα; Υπάρχει επαρκές προσωπικό; Έχουν γίνει όσα απαιτούνται;
Η τραγωδία στην Ψάθα δεν πρέπει να μετατραπεί σε ακόμη έναν φάκελο που θα κλείσει μετά από μήνες με γενικές διαπιστώσεις. Η διερεύνηση πρέπει να είναι πλήρης, ανεξάρτητη και να απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα: από τη σύνθεση των πληρωμάτων μέχρι τα πρωτόκολλα επιχειρήσεων και τους ελέγχους ασφαλείας.
Γιατί στην αεροπυρόσβεση, όπως και σε κάθε αποστολή που αφορά ανθρώπινες ζωές, το φθηνότερο σύστημα μπορεί τελικά να αποδειχθεί το ακριβότερο.






