29 Ιούν 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Headlines
  • Ανάλυση / F-35 για την Τουρκία: Ο πόλεμος εξουσίας στην Ουάσιγκτον που θα κρίνει το μέλλον των αμερικανοτουρκικών σχέσεων

Ανάλυση / F-35 για την Τουρκία: Ο πόλεμος εξουσίας στην Ουάσιγκτον που θα κρίνει το μέλλον των αμερικανοτουρκικών σχέσεων

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Η συζήτηση για την πιθανή επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35 έχει εξελιχθεί σε μία από τις πλέον σύνθετες δοκιμασίες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Το διακύβευμα υπερβαίνει κατά πολύ μια αμυντική συμφωνία. Αγγίζει τις ισορροπίες ισχύος στο εσωτερικό της κυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ, τη σύγκρουση μεταξύ πολιτικής βούλησης και θεσμικών περιορισμών, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον επιχειρεί να διαχειριστεί έναν δύσκολο σύμμαχο του ΝΑΤΟ, χωρίς να υπονομεύσει την αξιοπιστία της απέναντι στη Ρωσία και τους υπόλοιπους συμμάχους της.

Η εσωτερική διαμάχη στον Λευκό Οίκο

Η υπόθεση των F-35 αποτυπώνει τις διαφορετικές σχολές σκέψης που συνυπάρχουν στην αμερικανική κυβέρνηση. Από τη μία πλευρά βρίσκεται ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος εξακολουθεί να επενδύει στην προσωπική διπλωματία και θεωρεί ότι η αποκατάσταση των σχέσεων με την Άγκυρα μπορεί να εξυπηρετήσει ευρύτερους γεωπολιτικούς στόχους των Ηνωμένων Πολιτειών.

Την πολιτική αυτή γραμμή εκφράζει ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος επιδιώκει να μετατρέψει μια πιθανή συμφωνία με την Τουρκία σε απόδειξη της αποτελεσματικότητας της στρατηγικής «America First».

Στον αντίποδα βρίσκεται ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος υπερασπίζεται τη θεσμική συνέχεια της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η θέση του παραμένει ότι οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400 δεν μπορούν να αρθούν χωρίς πλήρη συμμόρφωση της Τουρκίας με το ισχύον νομικό πλαίσιο.

Ανάμεσα στις δύο αυτές προσεγγίσεις κινείται ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, ο οποίος καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στις πολιτικές επιδιώξεις του Λευκού Οίκου και στις αυστηρές απαιτήσεις του Πενταγώνου. Για το αμερικανικό στρατιωτικό κατεστημένο, το βασικό ζητούμενο είναι να αποκλειστεί οποιαδήποτε πιθανότητα η τεχνολογία stealth των F-35 να εκτεθεί μέσω των ρωσικών αισθητήρων των S-400.

Αντίστοιχα επιφυλακτική εμφανίζεται και η στάση του συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας Μάικ Γουόλτζ, ο οποίος θεωρεί την Τουρκία κρίσιμο νατοϊκό εταίρο, αλλά απορρίπτει κάθε λύση που θα μπορούσε να εκληφθεί ως υποχώρηση απέναντι στη Μόσχα ή να διαταράξει τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.

Οι φιλοδοξίες για το 2028 επηρεάζουν τις αποφάσεις

Πίσω από τη διαφωνία για την Τουρκία εξελίσσεται και μια ευρύτερη εσωκομματική αναμέτρηση στους Ρεπουμπλικανούς. Με το βλέμμα στραμμένο στις προεδρικές εκλογές του 2028, κορυφαία στελέχη επιδιώκουν να διαμορφώσουν το δικό τους πολιτικό αποτύπωμα.

Ο Τζέι Ντι Βανς επιδιώκει να εμφανιστεί ως ο φυσικός συνεχιστής της πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ, προβάλλοντας μια επιτυχημένη διπλωματική διαχείριση των σχέσεων με την Άγκυρα. Αντίθετα, ο Μάρκο Ρούμπιο επενδύει στην εικόνα του πολιτικού που προστατεύει τη θεσμική αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών και εφαρμόζει χωρίς εξαιρέσεις το καθεστώς των κυρώσεων.

Το νομικό πλαίσιο αφήνει ελάχιστα περιθώρια

Το βασικό εμπόδιο δεν είναι πολιτικό αλλά θεσμικό. Η αμερικανική νομοθεσία προβλέπει ότι οποιαδήποτε επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 απαιτεί κοινή γραπτή πιστοποίηση από το Υπουργείο Άμυνας και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ προς το Κογκρέσο.

Αυτό σημαίνει ότι καμία μονομερής πολιτική απόφαση του Λευκού Οίκου δεν αρκεί. Ο υπουργός Άμυνας οφείλει να πιστοποιήσει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος διαρροής ευαίσθητης τεχνολογίας, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών πρέπει να διαβεβαιώσει ότι η Τουρκία δεν κατέχει πλέον το ρωσικό σύστημα S-400, ώστε να μπορούν να αρθούν οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν βάσει του νόμου CAATSA.

Η απαίτηση των δύο υπογραφών λειτουργεί ως ισχυρός θεσμικός φραγμός απέναντι σε οποιαδήποτε πολιτική πρωτοβουλία επιδιώξει να παρακάμψει τις προβλεπόμενες διαδικασίες.

Τα τέσσερα σενάρια για τους S-400

Στο τραπέζι βρίσκονται τέσσερις βασικές επιλογές, καθεμία με διαφορετικά προβλήματα.

Η πρώτη αφορά τη μεταφορά των S-400 σε χώρο της βάσης του Ιντσιρλίκ υπό αμερικανικό έλεγχο. Το Πεντάγωνο θεωρεί ότι η λύση αυτή μπορεί να μειώσει τον επιχειρησιακό κίνδυνο, όμως το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αμφισβητεί κατά πόσο ικανοποιείται η νομική απαίτηση περί πλήρους απώλειας κατοχής του συστήματος από την Τουρκία.

Η δεύτερη προβλέπει την πώληση ή μεταβίβαση του συστήματος σε τρίτη χώρα. Νομικά αποτελεί την πιο καθαρή λύση, ωστόσο προσκρούει στις ρήτρες της συμφωνίας που υπέγραψε η Άγκυρα με τη Μόσχα και στις πιθανές ρωσικές αντιδράσεις.

Η τρίτη επιλογή είναι η μόνιμη αδρανοποίηση των S-400 εντός τουρκικού εδάφους. Το σενάριο αυτό απορρίπτεται από το Πεντάγωνο, καθώς θεωρεί ότι δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ασφαλείας.

Το τέταρτο σενάριο προβλέπει την καταστροφή κρίσιμων στοιχείων του συστήματος. Παρότι θα εξάλειφε το επιχειρησιακό πρόβλημα, δύσκολα θα μπορούσε να γίνει πολιτικά αποδεκτό από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος έχει επενδύσει σημαντικό πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο στην αγορά των S-400.

Το Κογκρέσο παραμένει ο τελικός κριτής

Ακόμη και αν η κυβέρνηση καταλήξει σε συμφωνία, τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο. Το Κογκρέσο διαθέτει πολλαπλά εργαλεία για να μπλοκάρει μια πιθανή πώληση.

Η διαδικασία μπορεί να «παγώσει» ήδη από το στάδιο της ανεπίσημης ενημέρωσης μέσω των επιτροπών εξωτερικών υποθέσεων. Αν η κυβέρνηση επιμείνει, το Κογκρέσο μπορεί να εγκρίνει κοινό ψήφισμα αποδοκιμασίας, ενώ διατηρεί και τη δυνατότητα να ενσωματώσει απαγορευτική διάταξη στον ετήσιο αμυντικό προϋπολογισμό, απαγορεύοντας τη διάθεση οποιουδήποτε ομοσπονδιακού κονδυλίου για την υποστήριξη των F-35 προς την Τουρκία.

Πρόκειται για έναν θεσμικό μηχανισμό που περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών ακόμη και του ίδιου του προέδρου.

Η πιθανότερη εξέλιξη είναι η διατήρηση του αδιεξόδου

Παρά τη βούληση του Λευκού Οίκου να αναζητήσει έναν συμβιβασμό, οι αντικρουόμενες επιδιώξεις καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη μια οριστική λύση. Η Τουρκία επιμένει να διατηρήσει τους S-400, ενώ η αμερικανική νομοθεσία απαιτεί ουσιαστική και αποδεδειγμένη απομάκρυνσή τους από τον τουρκικό στρατιωτικό μηχανισμό.

Η υπόθεση των F-35 εξελίσσεται έτσι σε πεδίο δοκιμασίας της ίδιας της αμερικανικής θεσμικής λειτουργίας. Η προσωπική διπλωματία του προέδρου συναντά τα όρια που θέτουν το Κογκρέσο, το Πεντάγωνο και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Εκτός απροόπτου, οι ισορροπίες αυτές ευνοούν τη διατήρηση του σημερινού καθεστώτος, αφήνοντας τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις σε μια παρατεταμένη φάση στρατηγικής εκκρεμότητας.

Δείτε επίσης