Η σκέψη για «περιορισμένες επιχειρήσεις», τα πραγματικά διλήμματα κι ένα μάθημα Ιστορίας
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια φάση παρατεταμένης έντασης, με τα σενάρια κλιμάκωσης να πυκνώνουν. Στο παρασκήνιο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να εξετάζει το ενδεχόμενο αποστολής χερσαίων δυνάμεων για «περιορισμένης έκτασης» επιχειρήσεις.
Στο τραπέζι βρίσκεται ακόμη και η κατάληψη ιρανικού νησιού στρατηγικής σημασίας, με στόχο τον έλεγχο κρίσιμων θαλάσσιων διόδων όπως τα Στενά του Ορμούζ. Ωστόσο, το επιχειρησιακό ερώτημα δεν αφορά την αρχική επιτυχία μιας τέτοιας επιχείρησης. Η κατάληψη ενός μικρού εδάφους θεωρείται στρατιωτικά εφικτή.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι η «επόμενη ημέρα»: η διατήρηση της παρουσίας, η προστασία των δυνάμεων από ασύμμετρες επιθέσεις, η εξασφάλιση γραμμών ανεφοδιασμού και η ανάγκη μόνιμης ναυτικής και αεροπορικής υποστήριξης σε μια εξαιρετικά ασταθή περιοχή. Εκεί ακριβώς αρχίζουν τα δύσκολα.
Λίβανος 1982: όταν η «σταθεροποίηση» κατέληξε σε τραγωδία
Η ιστορία προσφέρει ένα σκληρό προηγούμενο. Το 1982, εν μέσω του εμφυλίου πολέμου στον Λίβανο, η διεθνής κοινότητα επιχείρησε να επιβάλει μια εύθραυστη τάξη.
Η χώρα βρισκόταν ήδη σε χάος από το 1975. Η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης είχε ισχυρή παρουσία στη Βηρυτό, ενώ το Ισραήλ είχε εισβάλει για να την εκδιώξει. Η δολοφονία του προέδρου Μπασίρ Τζεμαγιέλ και οι σφαγές αμάχων, με αποκορύφωμα τη Σφαγή της Σάμπρα και Σατίλα, ανέδειξαν το μέγεθος της αποσύνθεσης.
Σε αυτό το περιβάλλον, αποφασίστηκε διεθνής στρατιωτική παρουσία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γαλλία ανέπτυξαν δυνάμεις με αποστολή, τυπικά, την εποπτεία της αποχώρησης της PLO και, ουσιαστικά, την επιβολή ελέγχου.
Περίπου 1.400–1.800 Αμερικανοί πεζοναύτες εγκαταστάθηκαν κοντά στο αεροδρόμιο της Βηρυτού, ενώ 1.500–2.000 Γάλλοι αλεξιπτωτιστές και μονάδες της Λεγεώνας των Ξένων ανέλαβαν θέσεις εντός της πόλης.
Η αρχική εικόνα ήταν ενθαρρυντική. Οι ένοπλες ομάδες υποχώρησαν, ο Γιασέρ Αραφάτ αποχώρησε από τη Βηρυτό με κατεύθυνση την Αθήνα όπου τον υποδέχτηκε ο Ανδρέας Παπανδρέου και η κατάσταση έδειχνε να σταθεροποιείται.
23 Οκτωβρίου 1983: η στιγμή που άλλαξε τα πάντα
Η εύθραυστη ισορροπία κατέρρευσε το πρωί της 23ης Οκτωβρίου 1983.
Δύο φορτηγά παγιδευμένα με εκρηκτικά, οδηγούμενα από βομβιστές αυτοκτονίας, επιτέθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα στις εγκαταστάσεις των ξένων δυνάμεων. Το ένα εισέβαλε στο αμερικανικό στρατόπεδο, το άλλο στο γαλλικό κτίριο.
Ο απολογισμός ήταν συντριπτικός: 240 Αμερικανοί πεζοναύτες και 60 Γάλλοι αλεξιπτωτιστές νεκροί. Πρόκειται για τις βαρύτερες απώλειες που υπέστησαν οι δύο χώρες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε μία μόνο επίθεση.
Το μήνυμα ήταν σαφές: ακόμη και μια «ειρηνευτική» ή περιορισμένη αποστολή μπορεί να μετατραπεί σε στόχο υψηλής έντασης σε ένα περιβάλλον ασύμμετρου πολέμου.
Η άμεση αποχώρηση και το στρατηγικό τραύμα
Την επόμενη κιόλας ημέρα, τόσο η Ουάσινγκτον όσο και το Παρίσι έδωσαν εντολή άμεσης αποχώρησης των δυνάμεών τους από τον Λίβανο.
Η εμπειρία εκείνη άφησε βαθύ αποτύπωμα στη δυτική στρατηγική σκέψη. Για δεκαετίες, η άμεση χερσαία εμπλοκή σε εχθρικό έδαφος στη Μέση Ανατολή αντιμετωπιζόταν με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα, ακριβώς λόγω της αδυναμίας ελέγχου των εξελίξεων μετά την αρχική ανάπτυξη δυνάμεων.
Το σήμερα υπό το βάρος του παρελθόντος
Σήμερα, καθώς εξετάζονται εκ νέου σενάρια χερσαίων επιχειρήσεων, το παράδειγμα του Λιβάνου επανέρχεται ως προειδοποίηση.
Η ιστορία δείχνει ότι οι «περιορισμένες» στρατιωτικές επιχειρήσεις σε ένα σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον έχουν την τάση να διευρύνονται, να εγκλωβίζουν δυνάμεις και να εκθέτουν τις χώρες που τις αναλαμβάνουν σε απρόβλεπτους κινδύνους.
Το ερώτημα δεν είναι αν μπορεί να καταληφθεί ένα νησί. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να κρατηθεί — και με ποιο κόστος.
Οι αποφάσεις που θα ληφθούν το επόμενο διάστημα θα δείξουν αν οι μεγάλες δυνάμεις έχουν ενσωματώσει τα διδάγματα του παρελθόντος ή αν η Μέση Ανατολή ετοιμάζεται να ζήσει μια ακόμη επανάληψη της ιστορίας.





