13 Μαρ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Κοινωνία
  • Ιλαρά στην Ευρώπη: Επιμένει η διασπορά – Σύσταση για έλεγχο εμβολιασμού από ECDC και ΕΟΔΥ

Ιλαρά στην Ευρώπη: Επιμένει η διασπορά – Σύσταση για έλεγχο εμβολιασμού από ECDC και ΕΟΔΥ

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Η ιλαρά εξακολουθεί να κυκλοφορεί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, με τη συντριπτική πλειονότητα των κρουσμάτων να αφορά άτομα που δεν έχουν εμβολιαστεί ή δεν έχουν ολοκληρώσει τον εμβολιασμό τους. Παρότι το 2025 καταγράφηκε σημαντική μείωση των περιστατικών σε σχέση με το 2024, η νόσος παραμένει ενεργή και συνεχίζει να προκαλεί σοβαρές επιπλοκές και θανάτους.

Καθώς η ιλαρά παρουσιάζει εποχική αύξηση στα τέλη του χειμώνα και στις αρχές της άνοιξης, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) και ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ) καλούν τους πολίτες να ελέγξουν την εμβολιαστική τους κατάσταση και να διασφαλίσουν ότι διαθέτουν πλήρη προστασία.

Κρούσματα σε 30 ευρωπαϊκές χώρες

Σύμφωνα με την τελευταία μηνιαία έκθεση του ECDC, το 2025 καταγράφηκαν 7.655 περιστατικά ιλαράς σε 30 χώρες της Ευρώπης, με οκτώ θανάτους: τέσσερις στη Γαλλία, τρεις στη Ρουμανία και έναν στις Κάτω Χώρες.

Ο αριθμός αυτός είναι σαφώς μειωμένος σε σύγκριση με το 2024, όταν είχαν δηλωθεί περισσότερα από 35.000 κρούσματα και 23 θάνατοι. Παραμένει, ωστόσο, σχεδόν διπλάσιος από τα επίπεδα του 2023.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι περίπου το 80% των ασθενών ήταν ανεμβολίαστοι, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της πλήρους εμβολιαστικής κάλυψης με δύο δόσεις του εμβολίου MMR. Η διατήρηση ποσοστού εμβολιασμού άνω του 95% στον πληθυσμό θεωρείται κρίσιμη για την επίτευξη συλλογικής ανοσίας και τον περιορισμό της μετάδοσης.

Υψηλός κίνδυνος για βρέφη και μικρά παιδιά

Οι υγειονομικές αρχές επισημαίνουν ότι περίπου το 30% των ασθενών με ιλαρά εμφανίζει μία ή περισσότερες επιπλοκές, ενώ τουλάχιστον ένας στους τέσσερις χρειάζεται νοσηλεία.

Ιδιαίτερα ευάλωτα είναι τα βρέφη και τα μικρά παιδιά, τα οποία συχνά δεν έχουν ολοκληρώσει τον εμβολιασμό τους. Τα παιδιά κάτω των πέντε ετών αντιστοιχούν περίπου στο 40% των περιστατικών που καταγράφηκαν το 2025.

Τα βρέφη κάτω του ενός έτους αποτελούν την πιο ευάλωτη ομάδα, καθώς δεν βρίσκονται ακόμη στην ηλικία που προβλέπεται για τον εμβολιασμό τους.

Η νόσος, ωστόσο, δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένες ηλικίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ECDC για τον Δεκέμβριο του 2025, η κατανομή των περιστατικών δείχνει ότι το 4% αφορά βρέφη κάτω του ενός έτους, το 22% παιδιά 1-4 ετών, το 7% παιδιά 5-9 ετών, το 5% παιδιά 10-14 ετών και το 4% εφήβους 15-19 ετών. Σημαντικό ποσοστό εντοπίζεται και στους ενήλικες: 26% στην ηλικιακή ομάδα 20-29 ετών και 32% σε άτομα άνω των 30 ετών.

Η εικόνα στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα δηλώθηκαν το 2024 συνολικά 38 κρούσματα ιλαράς, χωρίς να καταγραφεί θάνατος. Το 72% των περιστατικών αφορούσε επίνοσα άτομα ελληνικής υπηκοότητας.

Πιο συχνά επηρεάστηκαν άτομα ηλικίας 45-64 ετών, με 13 κρούσματα, και ακολούθησε η ηλικιακή ομάδα 25-44 ετών με 11 περιστατικά. Το 25% των κρουσμάτων αφορούσε παιδιά και εφήβους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το 30% των περιστατικών αφορούσε εργαζόμενους σε μονάδες υγείας που ήταν ανεμβολίαστοι ή ελλιπώς εμβολιασμένοι, ενώ το 19% αφορούσε πληθυσμούς Ρομά.

Τα μισά κρούσματα θεωρήθηκαν ενδημικά, ενώ τα υπόλοιπα συνδέθηκαν με εισαγόμενα περιστατικά ή επαφή με κρούσμα που είχε ταξιδιωτικό ιστορικό.

Το 2025 δηλώθηκαν τέσσερα κρούσματα, χωρίς θανάτους. Τα περιστατικά αφορούσαν άτομα ηλικίας 25 έως 45 ετών. Ένα κρούσμα ήταν εισαγόμενο, ενώ για τα υπόλοιπα τρία η πηγή μετάδοσης δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί.

Από τα τέσσερα περιστατικά, τα τρία αφορούσαν άτομα χωρίς πλήρη εμβολιαστική κάλυψη, ενώ το τέταρτο καταγράφηκε σε ανοσοκατεσταλμένο ασθενή με χρόνιο νόσημα. Ένα από τα κρούσματα αφορούσε εργαζόμενο σε μονάδα υγείας, στοιχείο που επαναφέρει στο προσκήνιο τη σημασία του εμβολιασμού στους επαγγελματίες του χώρου.

Τι προβλέπει το πρόγραμμα εμβολιασμού

Το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών προβλέπει τη χορήγηση δύο δόσεων του εμβολίου MMR μετά την ηλικία των 12 μηνών.

Η δεύτερη δόση συστήνεται μεταξύ 24 και 35 μηνών, αλλά μπορεί να χορηγηθεί νωρίτερα εφόσον έχουν περάσει τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες από την πρώτη. Παιδιά και έφηβοι που δεν έχουν λάβει τη δεύτερη δόση καλούνται να την αναπληρώσουν το συντομότερο δυνατό.

Τα άτομα που έχουν γεννηθεί πριν από το 1970 θεωρούνται κατά κανόνα άνοσα, ενώ όσοι έχουν γεννηθεί μετά το έτος αυτό πρέπει να έχουν λάβει δύο δόσεις του εμβολίου, εκτός εάν υπάρχει τεκμηριωμένο ιστορικό νόσησης ή ιατρική αντένδειξη.

Σε περιόδους επιδημικής έξαρσης ή πριν από ταξίδι σε περιοχές όπου η νόσος κυκλοφορεί, μπορεί να χορηγηθεί μία δόση MMR σε βρέφη ηλικίας 6 έως 11 μηνών, με επανεμβολιασμό μετά τον 12ο μήνα σύμφωνα με το κανονικό χρονοδιάγραμμα.

Οι ειδικοί υπενθυμίζουν ότι απαιτούνται έως και δύο εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό για την ανάπτυξη επαρκούς ανοσίας, γι’ αυτό και συνιστούν τον έλεγχο της εμβολιαστικής κάλυψης αρκετό διάστημα πριν από κάθε ταξίδι.

Στοχευμένες δράσεις εμβολιασμού σε κοινότητες Ρομά

Στο πλαίσιο στοχευμένων παρεμβάσεων για την ενίσχυση της εμβολιαστικής κάλυψης, ο ΕΟΔΥ πραγματοποίησε το φθινόπωρο του 2025 δράσεις σε καταυλισμούς και οικισμούς Ρομά σε όλη τη χώρα.

Κατά τη δεύτερη φάση της εκστρατείας, από τις 29 Σεπτεμβρίου έως τις 24 Οκτωβρίου, εξετάστηκαν περισσότερα από 1.100 παιδιά και πραγματοποιήθηκαν πάνω από 480 εμβολιασμοί.

Οι παρεμβάσεις επικεντρώθηκαν κυρίως στον παιδικό πληθυσμό και στον εμβολιασμό κατά της ιλαράς, της ερυθράς και της παρωτίτιδας, με στόχο την αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης και την πρόληψη νοσημάτων που μπορούν να αποφευχθούν μέσω του εμβολιασμού.

Δείτε επίσης