Η ελληνική διπλωματία μεταφέρει τη σύγκρουση για το τουρκολιβυκό μνημόνιο στο επίκεντρο του ΟΗΕ, επιδιώκοντας να ενισχύσει τη διεθνή αμφισβήτηση της συμφωνίας του 2019. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης ανακοίνωσε κοινή δήλωση της Ελλάδας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Κύπρου, της Αιγύπτου, του Μπαχρέιν και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, σε μια κίνηση που διευρύνει τη διπλωματική συμμαχία απέναντι στις τουρκικές αξιώσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η πρωτοβουλία έρχεται μετά την επικύρωση του μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης στις 20 Οκτωβρίου, εξέλιξη που αναζωπύρωσε την αντιπαράθεση. Η Αθήνα, η Λευκωσία, το Κάιρο και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί υποστηρίζουν ότι η συμφωνία παραβιάζει δικαιώματα τρίτων κρατών και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τους.
Η Άγκυρα, από την πλευρά της, επιμένει ότι το μνημόνιο κατοχυρώνει νόμιμα δικαιώματα της Τουρκίας και της Λιβύης. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απορρίπτει τις αντιδράσεις ως νομικά αβάσιμες και παρουσιάζει την επικύρωση από το λιβυκό κοινοβούλιο ως δικαίωση της πολιτικής του. Η αντιπαράθεση περνά πλέον σε μια νέα φάση, με επίκεντρο τη διεθνή νομιμοποίηση των θαλάσσιων διεκδικήσεων και τις συνέπειές τους για τις ενεργειακές και γεωπολιτικές ισορροπίες της περιοχής.
Τι αναφέρει η κοινή δήλωση των έξι πλευρών στον ΟΗΕ
«Άκυρο και ανυπόστατο» χαρακτηρίζουν το τουρκολιβυκό μνημόνιο
Στην κοινή δήλωση που εκφώνησε στον ΟΗΕ, εξ ονόματος της Ελλάδας, της Κύπρου, της Αιγύπτου, του Μπαχρέιν, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης υπογραμμίζει ότι η επικύρωση του μνημονίου του 2019 από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης εγείρει σοβαρές ανησυχίες για την περιφερειακή ασφάλεια και σταθερότητα.
Η δήλωση θέτει στο επίκεντρο το διεθνές δίκαιο, τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) και το εθιμικό διεθνές δίκαιο ως το πλαίσιο που διέπει την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών. Προειδοποιεί ότι η αποδοχή διμερών συμφωνιών που παρακάμπτουν τους εφαρμοστέους κανόνες και θίγουν δικαιώματα τρίτων κρατών θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο για τη διεθνή έννομη τάξη.
Οι έξι πλευρές υποστηρίζουν ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραγνωρίζει τη γεωγραφική πραγματικότητα και τα δικαιώματα των παράκτιων κρατών, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των νησιών στις θαλάσσιες ζώνες τους. Η απόφαση του λιβυκού κοινοβουλίου, σύμφωνα με τη δήλωση, δεν μεταβάλλει τη νομική αυτή πραγματικότητα.
Το κείμενο διατυπώνει με σαφήνεια τη θέση των έξι πλευρών: το μνημόνιο «παραμένει άκυρο και ανυπόστατο», αντίκειται στο διεθνές δίκαιο και δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμη βάση για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών ούτε να παράγει έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη.
Παράλληλα, η κοινή δήλωση επαναβεβαιώνει τη στήριξη στην επανένωση των θεσμών της Λιβύης και στην προοπτική μιας ενωμένης και ευημερούσας χώρας. Συνδέει τη σταθερότητα της Λιβύης με την ειρήνη και την ασφάλεια στη Μεσόγειο και ζητά οι σχέσεις της με τις γειτονικές χώρες να διέπονται από το διεθνές δίκαιο και τις αρχές της καλής γειτονίας.
Τέλος, η Αθήνα δηλώνει ότι παραμένει ανοικτή στη συνέχιση των διμερών συνομιλιών με τη Λιβύη για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, στη βάση του διεθνούς δικαίου και της καλής πίστης. Η θέση αυτή αποτυπώνει τη διπλή κατεύθυνση της ελληνικής διπλωματίας: αμφισβήτηση του μνημονίου και παράλληλη επιδίωξη νόμιμης, ειρηνικής διευθέτησης των θαλάσσιων διαφορών.
Η αυτούσια δήλωση Γεραπετρίτη στον ΟΗΕ: «Το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραμένει άκυρο και ανυπόστατο»
Προβαίνω στην παρούσα δήλωση εξ ονόματος των Αιγύπτου, Κύπρου, Μπαχρέιν, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και της χώρας μου, της Ελλάδας.
Η πρόσφατη απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης να κυρώσει το ψευδεπίγραφο «Μνημόνιο Κατανόησης μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης για την οριοθέτηση των θαλάσσιων περιοχών δικαιοδοσίας στη Μεσόγειο» του 2019 εγείρει σοβαρές ανησυχίες για την περιφερειακή ασφάλεια και σταθερότητα. Αναδεικνύει, επίσης, μια ευρύτερη πρόκληση για τη διεθνή έννομη τάξη: την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι αυθαίρετες διμερείς συμφωνίες δεν υπονομεύουν τους καθιερωμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου ούτε θίγουν τα δικαιώματα τρίτων κρατών.
Το Διεθνές Δίκαιο και, ιδίως, η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), καθώς και το εθιμικό διεθνές δίκαιο αποτελούν το νομικό πλαίσιο για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών. Οι κανόνες αυτοί είναι θεμελιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της προβλεψιμότητας, της ασφάλειας δικαίου και των ειρηνικών σχέσεων μεταξύ των κρατών.
Η αποδοχή διμερών συμφωνιών που παραβλέπουν τους εφαρμοστέους κανόνες και τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο, υπονομεύοντας τη διεθνή έννομη τάξη και τις αρχές στις οποίες εδράζεται η ειρηνική επίλυση των διαφορών.
Το ψευδεπίγραφο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο αντίκειται στις θεμελιώδεις αυτές αρχές. Παραγνωρίζει τη γεωγραφική πραγματικότητα και τα δικαιώματα όλων των εμπλεκόμενων παράκτιων κρατών επί θαλάσσιων ζωνών, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των νησιών σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Η επακόλουθη απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης δεν μεταβάλλει αυτή τη νομική πραγματικότητα. Το εν λόγω μνημόνιο παραμένει άκυρο και ανυπόστατο, αντίκειται στο Διεθνές Δίκαιο και δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμη βάση για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών ούτε να παραγάγει έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη.
Παραμένουμε προσηλωμένοι στην επανένωση των θεσμών της Λιβύης και στην προοπτική μιας ενωμένης και ευημερούσας Λιβύης. Μια σταθερή Λιβύη, που συμμετέχει ενεργά στην περιφερειακή συνεργασία, είναι απαραίτητη για την ειρήνη και την ασφάλεια σε ολόκληρη τη Μεσόγειο.
Η πολιτική μετάβαση της Λιβύης και οι σχέσεις της με τις γειτονικές χώρες πρέπει να διέπονται από τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και τις σχέσεις καλής γειτονίας.
Ως κράτη μέλη των Ηνωμένων Εθνών, έχουμε υποστηρίξει με συνέπεια την ειρηνική επίλυση των διαφορών μέσω του διαλόγου και σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο.
Στο πνεύμα αυτό, η Ελλάδα έχει διεξαγάγει διμερείς συνομιλίες με τη Λιβύη για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, με καλή πίστη και σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, και εκφράζει την ετοιμότητά της να συνεχίσει τις προσπάθειες αυτές.
Ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την περιφερειακή σταθερότητα και τη διατήρηση μιας διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες.
Τι πρέπει να ξέρετε
Κοινή διπλωματική παρέμβαση
Η Ελλάδα, η ΕΕ, η Κύπρος, η Αίγυπτος, το Μπαχρέιν και τα ΗΑΕ συντονίζουν τη θέση τους απέναντι στο μνημόνιο.
Η κρίσιμη ημερομηνία
Στις 20 Οκτωβρίου 2026, η Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης ενέκρινε τη συμφωνία του 2019, ανατρέποντας την προηγούμενη στάση της.
Η νομική διαφορά
Αθήνα και ΕΕ θεωρούν το μνημόνιο άκυρο και αντίθετο στο Δίκαιο της Θάλασσας. Η Άγκυρα υποστηρίζει ότι η συμφωνία κατοχυρώνει νόμιμα δικαιώματα των δύο χωρών.
Το διακύβευμα
Οι θαλάσσιες ζώνες, οι ενεργειακές έρευνες νότια της Κρήτης και η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου βρίσκονται στο ευρύτερο γεωπολιτικό φόντο.
Από την καταδίκη στην οικοδόμηση ευρύτερης συμμαχίας
Η κοινή δήλωση στον ΟΗΕ εντάσσεται σε μια ευρύτερη διπλωματική κινητοποίηση της Αθήνας. Η Ελλάδα έχει ήδη θέσει το ζήτημα στο Συμβούλιο Ασφαλείας, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επαναλάβει ότι το μνημόνιο θίγει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών και δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται οι παρεμβάσεις για το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η αντίδραση της ΕΕ και της Άγκυρας, καθώς και οι επιπτώσεις της λιβυκής επικύρωσης. Η Αθήνα επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι η κοινοβουλευτική έγκριση στη Λιβύη δεν αρκεί για να μεταβάλει το διεθνές νομικό καθεστώς των θαλάσσιων ζωνών.
Η διπλωματική προσπάθεια συνδέεται και με την ενημέρωση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, αλλά και με τη συζήτηση για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, καθώς η Άγκυρα επικαλείται το μνημόνιο για να αμφισβητήσει θαλάσσιες δραστηριότητες στην περιοχή. Η συμμετοχή αραβικών κρατών στην κοινή δήλωση προσδίδει στην πρωτοβουλία ευρύτερο περιφερειακό χαρακτήρα, πέρα από το ελληνοτουρκικό πλαίσιο.
Τι υποστηρίζει η Αθήνα για τη νομιμότητα του μνημονίου
Η ελληνική θέση στηρίζεται στην αρχή ότι η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα των παράκτιων κρατών. Η Αθήνα υποστηρίζει ότι η συμφωνία του 2019 αγνοεί την επήρεια ελληνικών νησιών, μεταξύ των οποίων η Κρήτη, και επιχειρεί να χαράξει θαλάσσια όρια μεταξύ δύο χωρών που, κατά την ελληνική επιχειρηματολογία, δεν διαθέτουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές με τρόπο που να δικαιολογεί τη συγκεκριμένη οριοθέτηση.
Η απόφαση της λιβυκής Βουλής δεν επιλύει αυτή τη νομική διαφορά. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επαναλάβει ότι το μνημόνιο δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τρίτων κρατών. Η Αθήνα, επομένως, επιδιώκει να διαχωρίσει την πολιτική αναβάθμιση της συμφωνίας στο εσωτερικό της Λιβύης από τη διεθνή νομική της ισχύ.
Η διάκριση έχει πρακτική σημασία. Η επικύρωση ενισχύει την πολιτική θέση της Άγκυρας και δημιουργεί νέα δεδομένα στις σχέσεις της με την ανατολική Λιβύη, χωρίς να σημαίνει ότι οι ελληνικές ή άλλες θαλάσσιες διεκδικήσεις έχουν κριθεί από διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.
Ο Ερντογάν επιμένει και μιλά για δικαίωση της Τουρκίας
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χαιρέτισε την επικύρωση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, χαρακτηρίζοντάς την θετική εξέλιξη για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της Τουρκίας και της Λιβύης στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, απέρριψε τις αντιδράσεις της Ελλάδας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Αιγύπτου ως νομικά αβάσιμες.
«Μοναδική μας πυξίδα είναι τα συμφέροντα της Τουρκίας», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα δεν θα αποδεχθεί προσπάθειες αποκλεισμού της από την περιοχή. Πρόσθεσε ότι η Τουρκία δεν επιδιώκει οφέλη εις βάρος άλλων κρατών και τάχθηκε υπέρ της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών μέσω διαλόγου με όλα τα παράκτια κράτη.
Ο Τούρκος πρόεδρος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ομόφωνη έγκριση της συμφωνίας από το λιβυκό κοινοβούλιο, παρουσιάζοντάς την ως ένδειξη ότι οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας μπορούν να συνεννοηθούν σε ζητήματα εθνικού συμφέροντος. Υποστήριξε, επίσης, ότι η εξέλιξη ενισχύει την προοπτική μιας ενιαίας Λιβύης, την οποία η Άγκυρα δηλώνει ότι στηρίζει.
Η τουρκική επιχειρηματολογία εστιάζει στη βούληση των δύο συμβαλλόμενων πλευρών και στην ισχύ της διμερούς συμφωνίας. Η ελληνική και ευρωπαϊκή αντίδραση εστιάζει στα δικαιώματα τρίτων κρατών και στους κανόνες της διεθνούς οριοθέτησης. Αυτή είναι η ουσία της αντιπαράθεσης που επιχειρείται πλέον να μεταφερθεί σε ευρύτερο πολυμερές επίπεδο.
Η Αίγυπτος προετοιμάζει τις επόμενες κινήσεις της
Το Κάιρο έχει απορρίψει την επικύρωση και εξετάζει την ενίσχυση της νομικής του αντίδρασης. Σύμφωνα με δημοσίευμα του αραβόφωνου Al-Araby Al-Jadeed, που επικαλείται Αιγύπτιο διπλωματικό αξιωματούχο, η αιγυπτιακή πλευρά προετοιμάζει σχετικό υπόμνημα προς τον ΟΗΕ και το Συμβούλιο Ασφαλείας.
Η αιγυπτιακή στάση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η Αίγυπτος έχει συνάψει με την Ελλάδα συμφωνία μερικής οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης το 2020. Οι δύο χώρες έχουν ήδη αρχίσει συζητήσεις για πιθανή επέκταση της οριοθέτησης προς ανατολάς, με κατεύθυνση την Κύπρο, εξέλιξη που αποκτά μεγαλύτερη σημασία μετά τη νέα κίνηση της ανατολικής Λιβύης.
Η κοινή δήλωση στον ΟΗΕ και η ενδεχόμενη αιγυπτιακή προσφυγή ενισχύουν τη διεθνή διπλωματική πίεση προς την Άγκυρα. Δεν συνιστούν, ωστόσο, από μόνες τους δικαστική ακύρωση του μνημονίου. Η ουσιαστική δοκιμασία θα είναι κατά πόσο η κινητοποίηση αυτή θα περιορίσει τις προσπάθειες εφαρμογής του και θα διαμορφώσει ισχυρότερη διεθνή βάση για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των κρατών της περιοχής.
Το επόμενο μέτωπο: διπλωματία και εφαρμογή στην πράξη
Για την Αθήνα, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να επαναλάβει τη νομική αμφισβήτηση του μνημονίου, αλλά να αποτρέψει τη μετατροπή του σε εργαλείο πίεσης επί συγκεκριμένων έργων και δραστηριοτήτων στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι ενεργειακές έρευνες νότια της Κρήτης και η ηλεκτρική διασύνδεση με την Κύπρο αποτελούν πεδία στα οποία η αντιπαράθεση μπορεί να αποκτήσει απτή επιχειρησιακή διάσταση.
Η συμμετοχή της ΕΕ, της Κύπρου και τριών αραβικών κρατών στην κοινή δήλωση διευρύνει το διπλωματικό αποτύπωμα της ελληνικής πρωτοβουλίας. Η Άγκυρα, όμως, δείχνει ότι σκοπεύει να αξιοποιήσει την απόφαση της λιβυκής Βουλής για να ενισχύσει τη θέση της και να επιμείνει στις διεκδικήσεις της.
Η αντιπαράθεση εισέρχεται έτσι σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής διπλωματική στήριξη θα πρέπει να μεταφραστεί σε συγκεκριμένα αποτελέσματα, ενώ οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Λιβύης θα εξακολουθήσουν να επηρεάζουν τις ισορροπίες. Η κοινή δήλωση στον ΟΗΕ αποτελεί νέο βήμα συντονισμού, όχι την τελική κατάληξη της διαμάχης.






